«Μαύρος Κύκνος» στις κινηματογραφικές αίθουσες

mayros-kyknos-afisa

Προβάλλεται από την Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011 στις κινηματογραφικές αίθουσες ο «Μαύρος Κύκνος», η πολυσυζητημένη ταινία του Ντάρεν Αρονόφσκι, υποψήφια για 5 Όσκαρ. Με κύριο θέμα της την παρασκηνιακή ζωή των κλασικών χορευτών, τις ίντριγκες και τους ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται πίσω από τη σκηνή και μακριά από ρομαντισμούς και εξιδανικεύσεις, ο αμερικανός σκηνοθέτης δημιουργεί ένα ψυχολογικό θρίλερ που περιστρέφεται γύρω από την ακραία θέση στην οποία θα βρεθεί η ηρωίδα του Νίνα.

Ο Ντάρεν Αρονόφσκι ("The Wrestler", "Requiem for a Dream"), ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, επιστρέφει με το πολυαναμενόμενο αυτό θρίλερ και συνεργάζεται με τους Νάταλι Πόρτμαν ("V for Vendetta"), Μίλα Κούνις ("The Book of Eli"), Βενσάν Κασέλ και Ουινόνα Ράιντερ. Η Νάταλι Πόρτμαν βραβεύθηκε με τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ηθοποιού σε Δραματική Ταινία για την συγκλονιστική ερμηνεία της, ενώ η ταινία απέσπασε τρεις ακόμα υποψηφιότητες: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Ηθοποιού σε Δραματική Ταινία , Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την Κούνις και Καλύτερης Σκηνοθεσίας για τον Αρονόφσκι.

 

Η Νίνα είναι μια μπαλαρίνα στην Νέα Υόρκη και ο χορός παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της, όπως γίνεται συνήθως στα επαγγέλματα αυτά. Ζει με την ψυχαναγκαστική πρώην μπαλαρίνα μητέρα της, η οποία της ασκεί ασφυκτική πίεση. Όταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής Τόμας Λίροϊ αποφασίζει να αντικαταστήσει την πρίμα μπαλαρίνα για την παράσταση "Η Λίμνη των Κύκνων", η Νίνα είναι η πρώτη επιλαχούσα. Η Νίνα θα πρέπει να αποδείξει πως είναι ικανή να ενσαρκώσει, πέρα από τον Λευκό Κύκνο, και τον Μαύρο Κύκνο. Η Λίλι είναι νέα στην ομάδα χορού του Λίροϊ και αποτελεί την σημαντικότερη ανταγωνίστρια της Νίνα για τον περιζήτητο πρωταγωνιστικό ρόλο. Καθώς αναπτύσσεται μια ιδιόμορφη φιλία ανάμεσα στις δύο αντίπαλες χορεύτριες, η Νίνα έρχεται όλο και περισσότερο σε επαφή με την σκοτεινή της πλευρά…


Ο Σκηνοθέτης

Ο Ντάρεν Αρονόφσκι γεννήθηκε το 1969 στο Μπρούκλιν και σπούδασε κινηματογράφο στο Χάρβαρντ. Η ταινία που γύρισε για την πτυχιακή του, με τίτλο "Supermarket Sweep", κέρδισε διάφορα βραβεία. Το ντεμπούτο του στην μεγάλη οθόνη έγινε το 1998 με το "Π". Η πρώτη του αυτή ταινία έλαβε διεθνή αναγνώριση και, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας στο Sundance καθώς και με Independent Spirit Award για Καλύτερο Πρώτο Σενάριο. Το 2000 έκανε πρεμιέρα στις Κάνες η δεύτερη ταινία του, "Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο", η οποία βρέθηκε σε περισσότερες από 150 Top Ten Lists, ενώ διακρίθηκε με πέντε υποψηφιότητες για Independent Spirit Awards, ανάμεσα στις οποίες και αυτή του Καλύτερου Σκηνοθέτη – η Έλεν Μπέρστιν πήρε το βραβείο της Καλύτερης Ηθοποιού. Το 2006 βγήκε στις αίθουσες η ταινία "The Fountain", ένα φιλόδοξο όραμα του Αρονόφσκι με πρωταγωνιστές την πρώην σύζυγο του, Ρέιτσελ Βάις, και τον Χιού Τζάκμαν. Το 2008 άνοιξε το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βενετίας η νέα ταινία του Αρονόφσκι, "The Wrestler", η οποία κέρδισε και το Χρυσό Λιοντάρι. Η ταινία κέρδισε διάφορα βραβεία, ανάμεσά τους και το Independent Spirit Award Καλύτερης Ταινίας, καθώς και υποψηφιότητες για Όσκαρ για τους πρωταγωνιστές Μίκι Ρουρκ και Μαρίσα Τομέι. Προσεχώς ο Αρονόφσκι παίρνει μια απρόβλεπτη στροφή και δοκιμάζεται στο είδος της δράσης και στον κόσμο των κόμικ, σκηνοθετώντας την ταινία "The Wolverine", όπου συνεργάζεται για δεύτερη φορά με τον Χιου Τζάκμαν.


Οι Ηθοποιοί

Η Νάταλι Πόρτμαν γεννήθηκε το 1981 στην Ιερουσαλήμ και μετακόμισε σε πολύ νεαρή ηλικία στην Ουάσινγκτον με την οικογένειά της. Μετά από μερικές ακόμα μετακομίσεις, κατέληξαν με την οικογένειά της στην Νέα Υόρκη, όπου κατοικεί μέχρι και σήμερα. Χτίζοντας παράλληλα την καριέρα της ως ηθοποιός, η Πόρτμαν αποφοίτησε από το Χάρβαρντ με πτυχίο στην ψυχολογία, ενώ έχει σπουδάσει επίσης στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο στην Ιερουσαλήμ, όπου έμαθε Αραβικά και Εβραϊκά, ενώ σπούδασε Ανθρωπολογία της Βίας και Ισραηλινή Ιστορία.

Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο έγινε το 1994 με την ταινία "Leon" του Λικ Μπεσόν, όπου η Πόρτμαν έκλεψε τις εντυπώσεις όντας ακόμα μικρό κορίτσι. Ακολούθησαν ρόλοι σε ταινίες όπως "Heat" του Μάικλ Μαν, "Everyone Says I Love You" του Γούντι Άλεν και "Mars Attacks!" του Τιμ Μπάρτον, ενώ κέρδισε παγκόσμια αναγνωρισιμότητα ως βασίλισσα Αμιντάλα στην prequel τριλογία του "Star Wars". Το 2005 κέρδισε διάφορα βραβεία, ανάμεσα στα οποία και τη Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου, και ήταν υποψήφια για Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου με την ταινία "Closer" του Μάικ Νίκολς. Ο “Μαύρος Κύκνος” της χάρισε τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ηθοποιού σε Δραματική Ταινία. Έχει ήδη καταφέρει να χτίσει ένα εντυπωσιακό βιογραφικό με ταινίες κάθε είδους, όπως "Cold Mountain", "Garden State", "V for Vendetta", "Paris Je T’ Aime", "My Blueberry Nights", "The Darjeeling Limited", "The Other Boleyn Girl", "New York, I Love You" και "Brothers".

Πίσω από τις κάμερες, η Πόρτμαν έχει δοκιμαστεί στην συγγραφή σεναρίου, στην σκηνοθεσία και στην παραγωγή. Έχει γράψει κι έχει σκηνοθετήσει την ταινία "EVE" με την Λορίν Μπακόλ, η οποία έκανε πρεμιέρα στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βενετίας το 2008, καθώς και μια ταινία μικρού μήκους για την συλλογή ταινιών μικρού μήκους με τίτλο "New York, I Love You". Προσεχώς θα την δούμε στις κωμωδίες "No Strings Attached" και "Your Highness", στην πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του γνωστού ήρωα κόμικ "Thor", καθώς και στην κινηματογραφική μεταφορά του best seller του συγγραφέα Ντέιβιντ Μίτσελ, "Cloud Atlas", όπου θα συμπρωταγωνιστεί με τον Τομ Χανκς και την Χάλι Μπέρι.

Ο Βενσάν Κασέλ γεννήθηκε το 1966 στο Παρίσι και είναι γιος του διάσημου Γάλλου ηθοποιού Ζαν Πιερ Κασέλ. Η καριέρα του ξεκίνησε σε ηλικία 17 ετών ως χορευτής μπαλέτου και φοιτητής στο "The Fratellini Circus School". Ο θαυμασμός του για τον αμερικάνικο κινηματογράφο τον οδήγησε στο "Actor’s Institute" στην Νέα Υόρκη, όπου συνέχισε τις σπουδές του ως χορευτής αλλά και ως ηθοποιός. Όταν ήταν 20 ετών επέστρεψε στη Γαλλία και έπιασε δουλειά στο κλασικό θέατρο υπό την καθοδήγηση του θρυλικού σκηνοθέτη Ζαν Λουί Μπαρό. Άρχισε να συζητιέται το όνομα του μετά τη συμμετοχή του στην προκλητική ταινία "Το Μίσος" του Ματιέ Κασοβίτς, η οποία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κανών του 1995. Από τότε έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες ταινίες όπως "L’ Appartement", "Τα Πορφυρά Ποτάμια", "Η Αυτοκρατορία των Λύκων" καθώς και στην πολυσυζητημένη ταινία "Μη Αναστρέψιμος", στην οποία συμπρωταγωνίστησε με την σύζυγο του Μόνικα Μπελούτσι.

Ο Κασέλ δεν περιορίστηκε σε γαλλικές παραγωγές διότι σύντομα το Χόλιγουντ του χτύπησε την πόρτα. Έχει συμμετάσχει σε διάφορες Αμερικάνικες παραγωγές όπως οι ταινίες "Η Συμμορία των Δώδεκα" και "Η Συμμορία των Δεκατριών" του Στίβεν Σόντερμπεργκ, το "Εκτός Τροχιάς" με τον Κλάιβ Όουεν και την Τζένιφερ Άνιστον, "Επικίνδυνες Υποσχέσεις" του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, ενώ δάνεισε τη φωνή του στην ταινία κινουμένων σχεδίων "Shrek". Τελευταία τον είδαμε στην γαλλική παραγωγή "Υπ’ Αριθμόν 1 Δημόσιος Κίνδυνος", για την οποία κέρδισε το βραβείο César Καλύτερου Ηθοποιού. Προσεχώς θα τον δούμε στο κινηματογραφικό ντεμπούτο του σκηνοθέτη Ρομέν Γαβρά, με τίτλο "Notre Jour Viendra", στην νέα ταινία του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ "A Dangerous Method", καθώς και στην ταινία δράσης "Fantomas", δίπλα στον Ζαν Ρενό.

Η Μίλα Κούνις γεννήθηκε το 1983 στην Ουκρανία και μετακόμισε με την οικογένειά της στο Λος Άντζελες σε ηλικία 7 ετών. Ο πατέρας της την έγραψε σε απογευματινά μαθήματα υποκριτικής στο Beverly Hills Studios, σε ηλικία μόλις 9 ετών. Ξεκίνησε την καριέρα της με συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές όπως "Baywatch", "7th Heaven", ενώ έχει δανείσει τη φωνή της στην Μεγκ από την σειρά κινουμένων σχεδίων "Family Guy". Τελευταία έχει κερδίσει αναγνωρισιμότητα και έχει εξελιχθεί σε μια πολλά υποσχόμενη νέα πρωταγωνίστρια, έχοντας εμφανιστεί στις κινηματογραφικές ταινίες "Forgetting Sarah Marshall", "Max Payne", "Extract", "The Book of Eli" και "Date Night". Προσεχώς θα την δούμε στην κωμωδία "Friends With Benefits", όπου θα συμπρωταγωνιστεί με τον Τζάστιν Τίμπερλεϊκ.

 

Η ιστορία

Σε αντίθεση με τα κλασικά θρίλερ που έχουν ως φόντο τον κόσμο του εγκλήματος ή στοιχειωμένα σπίτια, ο Αρονόφσκι παρουσιάζει το πορτρέτο μιας γυναίκας που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης ψύχωσης χρησιμοποιώντας ένα απροσδόκητο φόντο – τον καλλιτεχνικά ηλεκτρισμένο και σωματικά απαιτητικό κόσμο του επαγγελματικό μπαλέτου. Για τον Αρονόφσκι, αυτό ήταν το τέλειο φόντο για να ξετυλίξει μια οπτικά εκρηκτική ιστορία για την εμμονική πίεση του να είσαι τέλειος. Όπως και με τον "Παλαιστή", η ταινία αυτή του έδωσε την ευκαιρία να εισέλθει σε έναν άγνωστο κόσμο και να βρει αυτό που κάνει έναν αφοσιωμένο άνθρωπο να θυσιάζει τόσα πολλά.

Αν και ξεκίνησε να σκέφτεται την ιστορία αυτή περίπου δεκαπέντε χρόνια πριν, ο Αρονόφσκι σημειώνει πως ο "Μαύρος Κύκνος" συνδέεται σκόπιμα με την τελευταία του ταινία, "Ο Παλαιστής". Αν και η πάλη με το μπαλέτο δεν θα μπορούσαν φαινομενικά να είναι από πιο διαφορετικούς κόσμους, ο "Μαύρος Κύκνος" βουτά σε στιγμές ατόφιου ψυχολογικού τρόμου, με έναν τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί από τον Αρονόφσκι. Τις δύο ταινίες συνδέουν τα θέματα σωματικών προκλήσεων και ψυχών σε αναταραχή, αλλά και ένα ύφος κινηματογράφησης που παρασύρει το κοινό στους συναρπαστικούς εσωτερικούς κόσμους των χαρακτήρων.

"Μερικοί θεωρούν την πάλη ως τον πάτο των μορφών τέχνης, ενώ κάποιοι αποκαλούν το μπαλέτο ως το απόγειο των μορφών τέχνης, αλλά υπάρχει κάτι που είναι ουσιαστικά κοινό. Ο Μίκι Ρουρκ ως παλαιστής περνούσε κάτι παρόμοιο με αυτό που περνάει η Νάταλι Πόρτμαν ως μπαλαρίνα" εξηγεί ο Αρονόφσκι. "Είναι και οι δύο καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν τα σώματά τους για να εκφραστούν και απειλούνται κι οι δύο από φυσικούς τραυματισμούς, επειδή τα σώματά τους είναι το μοναδικό εργαλείο έκφρασης που έχουν."

Οι δύο ταινίες συνδέονται επίσης από μια κεντρική ερμηνεία που φτάνει πολύ πιο βαθιά από την επιφάνεια λέει ο Αρονόφσκι, ο οποίος συγκρίνει την αφοσίωση της Πόρτμαν με αυτήν του Ρουρκ. "Ο ρόλος της Νίνα είναι αρκετά διαφορετικός απ’ ότι είχε κάνει πριν η Νάταλι" σημειώνει ο Αρονόφσκι, "και τον ανέβασε σε ένα άλλο επίπεδο. Το να υποδύεται την Νίνα ήταν τόσο ένα αθλητικό κατόρθωμα όσο και κατόρθωμα υποκριτικής."

Οι προκλήσεις για την παραγωγή του "Μαύρου Κύκνου" ήταν επίσης παρόμοιες με την γεμάτη προκλήσεις παραγωγή του "Παλαιστή", ίσως κι ακόμα μεγαλύτερες. Όσο μυστικοπαθής κι αν είναι ο κόσμος της επαγγελματικής πάλης, ο Αρονόφσκι ανακάλυψε πως ο κόσμος του μπαλέτου ήταν ακόμα πιο απομονωμένος και κλειστός προς όσους είναι εκτός του χώρου. Η Νάταλι Πόρτμαν στο μεταξύ έπρεπε να περάσει από σκληρή προπόνηση, ώστε οι σκηνές του μπαλέτου να είναι γεμάτες λυρισμό αλλά και ένταση. "Το μπαλέτο είναι κάτι για το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να προπονούνται όταν είναι τεσσάρων ή πέντε ετών και, καθώς το ζουν, τα σώματά τους αλλάζουν, τους μεταμορφώνει" αναφέρει ο σκηνοθέτης. "Το να έχεις μια ηθοποιό, που δεν έχει περάσει όλα αυτά, να υποδυθεί πειστικά μια επαγγελματία μπαλαρίνα είναι τεράστια πρόκληση. Με κάποιο τρόπο όμως, με εξαιρετική θέληση και πειθαρχία, η Νάταλι έγινε χορεύτρια. Χρειάστηκαν δέκα μήνες έντονης δουλειάς, αλλά το σώμα της μεταμορφώθηκε και ακόμα κι οι πιο σοβαροί χορευτές είχαν εντυπωσιαστεί. Είμαι πεπεισμένος πως η φυσική της δουλειά την συνέδεσε επίσης με την συναισθηματική δουλειά."

Ο Αρονόφσκι είχε τελικά την ευκαιρία να εκφράσει την ιδέα του για τον "Μαύρο Κύκνο" πριν δέκα χρόνια, μέσω ενός σεναρίου από τον Αντρέ Χάινς – ένα σκοτεινό δράμα που λαμβάνει χώρα στο Broadway και περιγράφει τον επικίνδυνο ανταγωνισμό ανάμεσα σε μια ηθοποιό και την μυστηριώδη αναπληρώτριά της. Ο Αρονόφσκι, όντας μάρτυρας καθώς μεγάλωνε στην συγκλονιστικά σκληρή προπόνηση της αδερφής του ως χορεύτρια μπαλέτου, ήθελε να αλλάξει το φόντο σε εκείνο μιας διακεκριμένης ομάδας μπαλέτου στην Νέα Υόρκη. Η αλλαγή αυτή οδήγησε στη δημιουργία της Νίνα και της Λίλι, δύο ανταγωνίστριες ανερχόμενες χορεύτριες, που ήταν πρόθυμες να θυσιάσουν τα πάντα για μια τέλεια απόδοση.

"Συζητούσαμε για χρόνια με τον Ντάρεν για ένα θρίλερ μπαλέτου" λέει ο σεναριογράφος Μαρκ Χέιμαν. " Αυτό που έκανα ήταν να πάρω το προσχέδιο του σεναρίου και να προσαρμόσω την πλοκή της "Λίμνης των Κύκνων" ακριβώς στο επίκεντρό του. Αυτό άλλαξε τα πάντα και αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα για μια σύγχρονη Νέοϋρκέζικη ιστορία για την δυαδικότητα και για τον φόβο πως κάποιος καταλαμβάνει τη ζωή σου."

 

Από άνθρωπος σε κύκνο

Πριν ακόμα ολοκληρωθεί το σενάριο του "Μαύρου Κύκνου", ο Ντάρεν Αρονόφσκι ήξερε ποια θα υποδυόταν την Νίνα. Έπρεπε να είναι η Νάταλι Πόρτμαν, η οποία είχε κάνει μπαλέτο ως παιδί αλλά, κυρίως, είχε την αφοσίωση και το σθένος να ανταπεξέλθει στις τεράστιες φυσικές και ψυχολογικές απαιτήσεις ενός ρόλου. Ο Αρονόφσκι την είχε προσεγγίσει αρκετά χρόνια πριν και της είχε μιλήσει για την ταινία, όταν ακόμα αυτή ήταν σε πρώιμο στάδιο. "Πολύ σύντομα από την στιγμή που μου ήρθε για πρώτη φορά η ιδέα για τον "Μαύρο Κύκνο", συνάντησα την Νάταλι για καφέ στην Times Square" θυμάται ο σκηνοθέτης. "Είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με το μπαλέτο πριν γίνει ηθοποιός και το είχε συνεχίσει στην πάροδο του χρόνου ως γυμναστική. Μου είπε αμέσως πως ένα από τα πράγματα που πάντα ήθελε να κάνει ήταν να υποδυθεί μια χορεύτρια." Αν και χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια από την συνάντησή τους μέχρι την ολοκλήρωση του σεναρίου, όταν το διάβασε η Πόρτμαν, την καθήλωσε το ψυχολογικό ταξίδι της Νίνα.

"Η Νίνα είναι αφοσιωμένη, εργατική αλλά και εμμονική" εξηγεί η Πόρτμαν. "Δεν έχει ακόμα τη δική της φωνή ως χορεύτρια, ως κοπέλα, αλλά σταδιακά αλλάζει καθώς ψάχνει να βρει τον αισθησιασμό της και την αίσθηση ελευθερίας. Αυτό που θέλει η Νίνα είναι η τελειότητα, κάτι το οποίο μπορεί να υπάρξει μόνο για μια στιγμή, μια σύντομη φευγαλέα στιγμή – αλλά, όπως όλοι οι καλλιτέχνες, ίσως θα πρέπει να καταστρέψει τον εαυτό της για να το βρει. Όταν προσπαθεί να γίνει ο Μαύρος Κύκνος, κάτι σκοτεινό αρχίζει να αναβλύζει μέσα της."

Μέσα στο σκοτάδι, η Πόρτμαν ήταν ενθουσιασμένη που είχε την ευκαιρία να εμπλακεί με τον κόσμο του μπαλέτο, τον οποίο - όπως και η Νίνα – ονειρευόταν ως κορίτσι. "Μου άρεσε πολύ η αυθεντικότητα όλων αυτών των πολύ αληθινών λεπτομερειών για τον κόσμο του μπαλέτου στο σενάριο" συνεχίζει η Πόρτμαν, "και λάτρεψα τους παραλληλισμούς ανάμεσα στην ιστορία της Νίνα και στην "Λίμνη των Κύκνων". Την είδα ως κάποια που προσπαθεί στην πραγματικότητα να απελευθερωθεί από ένα ξόρκι – προσπαθεί να απελευθερωθεί από όλους αυτούς που ορίζουν το ποια είναι και προσπαθεί να δει μέσα από όλα αυτά ποια πραγματικά είναι ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνιδα."

Την Πόρτμαν ιντρίγκαρε επίσης η διεστραμμένη και γεμάτη ζήλια σχέση ανάμεσα στην Νίνα και στην Λίλι, η οποία λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα. "Μου αρέσει το πώς όταν συναντιούνται για πρώτη φορά, η μία κοιτάει την άλλη από πάνω μέχρι κάτω, με τον τρόπο με τον οποίο το κάνουν τα κορίτσια και στην πραγματικότητα" δηλώνει η Πόρτμαν. "Είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης, ώστε να ξεχωρίζεις το ποιος είναι ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής σου και, στην περίπτωση αυτή, η Νίνα βλέπει αμέσως πως η Λίλι είναι πανέμορφη, ταλαντούχα και αποτελεί απειλή για τη θέση της. Δεν ξέρει όμως ακόμα ποια πραγματικά είναι η Λίλι."

Για να απεικονίσει όλα αυτά, η Πόρτμαν πέρασε από αυστηρή φυσική και ψυχολογική προετοιμασία. Η φυσική προπόνηση ξεπέρασε ότι είχε φανταστεί, καθώς προπονούταν έντονα για πέντε ώρες καθημερινά, περίπου δέκα μήνες πριν καν αρχίσει η παραγωγή. Η προπόνηση γινόταν υπό την καθοδήγηση αρκετών επαγγελματιών δασκάλων και προπονητών – ανάμεσα στους οποίους κι η Μέρι Έλεν Μπόουερς, πρώην χορεύτρια του New York City Ballet – η οποία την πέρασε από πλήρη εκπαίδευση χορού σε χρόνο ρεκόρ.

"Χόρευα ατελείωτα, έκανα κολύμπι και προπόνηση με βάρη, καθώς και cross training, ώστε να μην τραυματιστώ επειδή ο χορός είναι πολύ σκληρός για το σώμα" εξηγεί η Πόρτμαν. "Είναι μεγάλη πρόκληση να προσπαθείς να πιάσεις ξανά το μπαλέτο στα 28. Ακόμα κι αν έχεις κάνει μαθήματα χορού πριν, δεν μπορείς να καταλάβεις πόση προσπάθεια χρειάζεται σε επαγγελματικό επίπεδο. Η παραμικρή κίνηση πρέπει να είναι τόσο ακριβής, τόσο ανάλαφρη και γεμάτη χάρη. Ήξερα πως επρόκειτο για πρόκληση, αλλά δεν περίμενα ποτέ πόσο δύσκολο σωματικά θα αποδεικνυόταν."

Σε συνδυασμό με σπουδές χορού, η Πόρτμαν έχει σπουδάσει ψυχολογία στο Χάρβαρντ, το οποίο την βοήθησε στο να είναι πιο διορατική ως προς τον υπό κατάρρευση ψυχισμό της Νίνα, επιτρέποντας στην ηθοποιό να εισέλθει βαθύτερα στην σουρεαλιστική εσωτερική εμπειρία της Νίνα. "Αντιλήφθηκα πως η Νίνα είναι παγιδευμένη σε έναν κύκλο εμμονής και καταναγκασμού" αναφέρει η Πόρτμαν. "Η θετική του πλευρά για καλλιτέχνες και χορευτές είναι πως όταν είσαι τόσο αφοσιωμένος μπορείς να γίνεις βιρτουόζος, αλλά υπάρχει και μια πολύ πιο σκοτεινή πλευρά, μια νοσηρή πλευρά, στην οποία μπορεί να χαθείς ολοκληρωτικά. Εκεί έπρεπε να πάω την Νίνα."

 

Πουέντ και τιμωρία

Για να βεβαιωθεί για την αληθοφάνεια των χορευτικών κινήσεων και για να αποδοθεί σωστά η "Λίμνη των Κύκνων", ο Αρονόφσκι προσέλαβε μια ομάδα μπαλέτου με αρχηγό τον χορογράφο Μπενζαμέν Μιλπιέ, ο οποίος είναι διάσημος χορευτής του The New York City Ballet αλλά και παγκοσμίως διακεκριμένος δημιουργός νέων μπαλέτων. Αν και χορογραφούσε πρώτη φορά για ταινία, ο Μιλπιέ προσαρμόστηκε αμέσως. "Αναμείχθηκα σε όλη τη διαδικασία και με ενθουσίασαν οι ηθοποιοί" λέει ο Μιλπιέ. Ο Μιλπιέ απόλαυσε επίσης το να βρίσκεται μπροστά από την κάμερα για τον ρόλο του Ντέιβιντ, του βασικού χορευτή.

Ο Μιλπιέ έπρεπε να επιλέξει καταλυτικές στιγμές της "Λίμνης των Κύκνων" και να τις χορογραφήσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να ταιριάζουν τέλεια με το όραμα του Αρονόφσκι για την ωμή παραγωγή του Τομά, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι εφικτό για τις δύο ηθοποιούς να το χορέψουν, οι οποίες μπορεί να είναι αφοσιωμένες, αλλά δεν είναι επαγγελματίες μπαλαρίνες. "Ήταν πολύ σημαντικό για τον Ντάρεν να είναι πιστός στην πραγματική "Λίμνη των Κύκνων"" εξηγεί ο Μιλπιέ. "Γνωρίζαμε όμως κι οι δύο πως δεν μπορείς να εκπαιδεύσεις κάποια να γίνει πρίμα μπαλαρίνα σε έξι μήνες, οπότε δουλέψαμε πολύ σκληρά στο να επιλέξουμε συγκεκριμένες κινήσεις για την Νάταλι Πόρτμαν και την Μίλα Κούνις, οι οποίες θα ταίριαζαν στην ταινία. Η Νάταλι είχε ήδη ξεκινήσει μαθήματα χορού πριν την γνωρίσω και έκανε επίσης μερικά μαθήματα στην παιδική της ηλικία, αλλά η Μίλα δεν είχε κάνει ποτέ προπόνηση. Ο ρόλος μου λοιπόν στην πραγματικότητα ήταν το να ραφινάρω τις κινήσεις τους και να χρησιμοποιήσω τη χορογραφία ώστε να βγάλω αυτό ακριβώς που χρειαζόταν. Ευτυχώς, ο Ντάρεν έχει μεγάλη κατανόηση του τι είναι καλός χορός, οπότε η δουλειά μου ήταν πολύ πιο εύκολη."

Για να βοηθήσει την Πόρτμαν και την Κούνις στην προπόνησή τους, ο Μιλπιέ έφερε μια ομάδα από προπονητές μπαλέτου, ανάμεσα στους οποίους κι η θρυλική Τζορτζίνα Πάρκινσον, διάσημη χορεύτρια του Royal Ballet και διευθύντρια του American Ballet Theatre εδώ και 30 χρόνια, η οποία δυστυχώς απεβίωσε μόλις δύο εβδομάδες πριν το τέλος των γυρισμάτων. Με τις ηθοποιούς δούλεψαν επίσης οι διευθύντριες μπαλέτου Μαρίνα Σταβίτσκαγια, διευθύντρια του κλασικού ρεπερτορίου για το Manhattan Youth Ballet, και Όλγκα Κοστρίτσκι, ανάμεσα στους παλιούς μαθητές της οποίας συμπεριλαμβάνονται οι Μιχαίλ Μπαρίσνικοφ και Τζοκ Σότο. Έσπρωξαν την Πόρτμαν και την Κούνις στο να κάνουν πράγματα με το σώμα τους τα οποία ποτέ δεν γνώριζαν πως είναι εφικτά – και οι δύο πλήρωσαν το φυσικό τίμημα. "Λατρεύω το χορό, νόμιζα πως θα ήταν τόσο διασκεδαστικό το να χορεύω στη δουλειά" αναφέρει η Πόρτμαν. "Δεν είχα ιδέα πόσο δύσκολο θα ήταν."

Οι δύο πρωταγωνίστριες είχαν να αντιμετωπίσουν τραυματισμούς και εξάντληση από την εντατική προπόνηση, καθώς πλησίαζε η έναρξη των γυρισμάτων. "Μετά από δύο σκισμένους συνδέσμους και έναν εξαρθρωμένο ώμο, αναρωτιόμουν "Τι κάνω;"" θυμάται η Κούνις. "Τα παπούτσια πουέντ είναι ιδιαίτερα κτηνώδη. Δεν μπορούσα να τα φοράω για περισσότερα από 20 λεπτά. Δεν χρειάζεται ούτε καν να είσαι en pointe για να σε πονέσουν. Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να περπατήσεις. Τα πόδια σου δεν μπορούν να προχωρήσουν διότι υπάρχει ένα ξύλινο κουτί στην άκρη. Σκοντάφτεις συνέχεια. Αν τα φοράς όλη μέρα, τα πόδια σου πρήζονται και μελανιάζουν."

Η Πόρτμαν, η οποία χορεύει σε περισσότερες από το 90% των σκηνών της, έπαθε έναν άσχημο τραυματισμό στα πλευρά κατά τη διάρκεια της προπόνησης. "Ήταν αρκετά έντονο διότι έπρεπε να το αντιμετωπίσω για ένα μεγάλο μέρος των γυρισμάτων" παραδέχεται η Πόρτμαν. "Είναι δύσκολο όμως να παραπονεθείς όταν βλέπεις τι υπομένουν οι επαγγελματίες χορευτές όλη την ώρα. Χορεύουν συνεχώς με πολύ σοβαρούς τραυματισμούς, όπως διαστρέμματα. Έχουν συνηθίσει να ξεπερνούν τον πόνο χορεύοντας."

Παρά τις δυσκολίες, οι δύο γυναίκες καθοδηγήθηκαν από έμπειρα χέρια, έγιναν ακόμα πιο δυνατές και γεμάτες αυτοπεποίθηση χορεύτριες. "Ήταν ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που νομίζω πως θα κάνω ποτέ στη ζωή μου" λέει η Κούνις. "Πιστεύω επίσης πως το μπαλέτο δεν έχει πάρει τη θέση που του αξίζει ως ένα από τα δυσκολότερα αθλήματα στον κόσμο. Αυτό που είναι πραγματικό εκπληκτικό είναι όταν καταλαβαίνεις πως όλη αυτή η σκληρή δουλειά και ο πόνος μπορούν να παράγουν μια τέχνη που μοιάζει τόσο αβίαστη."

"Ήταν εκπληκτικό να βλέπεις την πρόοδο της Νάταλι και της Μίλα" σχολιάζει ο Μιλπιέ. "Θέσαμε πολύ ψηλά τον πήχη κι εκείνες τα κατάφεραν." Για να συνοδεύσουν τις δύο ηθοποιούς στην σκηνή, ο Μιλπιέ και ο παραγωγός Άρι Χάντελ έφεραν μια ομάδα επαγγελματιών χορευτών από το Pennsylvania Ballet – συμπεριλαμβανομένου και του πρωταγωνιστή Σέρτζιο Τοράντο, ο οποίος υποδύεται τον Βον Ρόθμπαρτ στην "Λίμνη των Κύκνων" της ταινίας. Εξαιτίας του timing, αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη η αναζήτηση της κατάλληλης ομάδας μπαλέτου από την αναζήτηση των πρωταγωνιστών.

Ανακαλύψαμε πως πολλές ομάδες, όπως το New York City Ballet και το ABT διένυαν την σαιζόν τους οπότε δεν τους περίσσευαν χορευτές για μας" εξηγεί ο παραγωγός Σκοτ Φράνκλιν. "Ευτυχώς που το Pennsylvania Ballet ήταν διαθέσιμο. Συμφώνησαν να δουλέψουν μαζί μας λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη των γυρισμάτων.

"Ήμασταν ενθουσιασμένοι που μπορέσαμε να πραγματοποιήσουμε τη συνεργασία αυτή" δηλώνει ο Ρόι Κάιζερ, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Pennsylvania Ballet. "Είναι ένα εξαιρετικό project και μια εκπληκτική εμπειρία για τους χορευτές. Είχαν την ευκαιρία να βοηθήσουν στη ρεαλιστική απεικόνιση του μπαλέτου και ήταν πολύ ενθουσιώδεις που δούλευαν με το εκπληκτικό αυτό cast."

 

Σκηνοθεσία Ντάρεν Αρονόφσκι

Σενάριο : Αντρέ Χάινς, Μαρκ Χέιμαν, Τζον ΜακΛόφλιν
Παραγωγή :  Σκοτ Φράνκλιν, Μάικ Μένταβοϊ, Άρνολντ Μέσερ, Μπράιαν Όλιβερ
Ηθοποιοί : Νάταλι Πόρτμαν, Βενσάν Κασέλ, Μίλα Κούνις, Ουινόνα Ράιντερ, Μπάρμπαρα Χέρσεϊ
Μοντάζ :  Άντριου Βάισμπλαμ
Φωτογραφία:  Μάθιου Λίμπατικ
Σκηνικά : Τερέζ ΝτεΠρεζ
Μουσική : Κλιντ Μανσέλ
Διάρκεια 108’
Official Site : www.blackswanmovie.gr

Διανομή Odeon www.odeon.gr