Χορός: μια ευαίσθητη τέχνη

merce-cunningham-in-canfield-1970--james-klosty-web

του Τάσου ΚΟΥΚΟΥΤΑ

 

Η κίνηση περιέχει ήδη όλα όσα θέλουμε να πούμε, είναι ένα καθαρό σημείο για μια καθαρή σημασία. Ο χορός είναι το οπτικό αποτύπωμα της κίνησης, μια αποκρυπτογράφηση, μια αναγγελία όσων ήδη γνωρίζει η κίνηση. Γι’αυτό και ο χορός υποδηλώνει – δεν είναι σε θέση να διατυπώσει ευθέως πράγματα, αλλά να συνδέσει με τη μεσολάβηση του χορευτή, τη σημασία με τα σημεία. Ο χορευτής καλείται να απαντήσει με κάθε του κίνηση στο ερώτημα «γιατί χορεύω;» - δεν είναι όμως μια ερώτηση που αναζητά το εννοιολογικό της αντίβαρο, αλλά μια διερώτηση που παραμένει μετέωρη ώστε να εμφυσά ζωή στη λειτουργία της κίνησης. Η επικοινωνία στο χορό είναι μια επίφαση – δεν μας μαθαίνει τίποτε αληθινά καινούργιο, μιας και στην κίνηση των άλλων δεν βρίσκουμε παρά μόνο ό,τι προβάλλουμε εμείς οι ίδιοι. Ποιος πραγματικά είναι σε θέση να αποδώσει αντικειμενικά τη σημασία μιας αραμπέσκ (1) ;

Η σκέψη στο χορό δεν βρίσκεται στην ετυμολογία• βρίσκεται στην ικανότητα του χορευτή να ξεχνά τη λειτουργία της γλώσσας αυτής στο βαθμό που πετυχαίνει να εκφράζει, χρησιμοποιώντας τους κώδικές της, έναν εσώτερο λόγο. Όπως για παράδειγμα, όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο δεν αναγνωρίζουμε πλέον τα τυπογραφικά του στοιχεία, αλλά συνδεόμαστε μ’έναν εσωτερικό κόσμο στο σημείο που δεν αντιλαμβανόμαστε πότε γυρίζει η σελίδα, αντικρίζουμε τον ήρωα και σ’αυτή την συνάντηση δεν αναζητάμε το φαινομενικό του μέγεθος προκειμένου να αποδείξουμε ότι «υπάρχει». Το μέγεθος του δεν είναι ένα παρατηρήσιμο σημείο το οποίο ψάχνουμε να βρούμε πόσο απέχει από την πραγματικότητα. Είναι μια άλλη πραγματικότητα, ένα σημείο που μας βοηθά να ξαναθυμηθούμε τον ήρωα, να τον τοποθετήσουμε στην ιστορία, μιας και η ανάγνωση (του εκάστοτε αναγνώστη) δεν είναι παρά η (ξεχωριστή) αναβίωση της ιστορίας που έχει αρχικά συλλάβει ο συγγραφέας-δημιουργός.

Ο θρίαμβος λοιπόν του χορού επέρχεται όταν η κίνηση ξεχνιέται, για να μας εισάγει στον εσωτερικό κόσμο του χορογράφου, σε σημείο που να φέρουμε την εντύπωση ότι εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε την κίνηση. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο στο τέλος, αφού ο χορός ολοκληρώσει τη λειτουργία του, αποδεσμεύσει το νόημα και παραδώσει τους «αναγνώστες του στη φωτιά». Ο θεατής δίνει τη γνώση που κατέχει για τον χορό ώστε να πάρει σαν αντάλλαγμα το νόημα της κίνησης, να γίνει χρήστης της «φωτιάς» - προμηθεϊκής γνώσης. Όλα όσα δίνουμε σαν θεατές του χορού, ο χορευτής οφείλει να τα χρησιμοποιεί για να μας πάει παραπέρα. Αυτή είναι η ευθύνη του χορού. Όχι η επιστροφή στην καθημερινότητα και η αποδελτίωση της επικαιρότητας, αλλά η παρέκκλιση των σημείων από το συνηθισμένο τους νόημα και η σαγήνη που ασκεί στο θεατή αυτό το αναπάντεχο ξεστράτισμα.

Αυτό που ενδεχομένως φοβίζει τον χορευτή – και συχνά τον οδηγεί στο να εκλογικεύει τη διαδικασία τού να χορεύει, σαν να επρόκειτο για μια πράξη/εμπειρία διαφορετική τού τρόπου να υπάρχει – είναι η συμβολική διαθεσιμότητα, η αποδοχή και η κατανόηση ότι για να υπάρξει χορός, ο θεατής πρέπει να «υπάρξει» ως χορευτής. Αυτή η υπαρξιακή ταύτιση υποδηλώνει το σημείο όπου ο θεατής και ο χορευτής, μοιραζόμενοι τον ίδιο κόσμο, αναπτύσσουν μια ιερή σχέση (2). Μόνο τότε η γλώσσα του χορού παύει να είναι απλώς μια γλώσσα ομιλούμενη• γίνεται ομιλούσα, άρα υποκινεί τον θεατή στα ίδια υπαρκτικά ζητήματα του χορευτή. Γι’αυτό ο χορός είναι μια γλώσσα πάνω απ’όλα ειλικρινής• και η επιρροή του είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που θα θέλαμε να φανταστούμε, ή να προσδιορίσουμε. Όταν την αφήσουμε να μας μεταμορφώσει θα γίνουμε και άξιοι να την καταλάβουμε.

Ο χορός σημαίνει όχι γιατί το επιθυμεί ο χορογράφος, αλλά γιατί η κίνηση – το πρωτογενές υλικό της γλώσσας αυτής – είναι φορέας μιας αλήθειας. Αποσπαματικής, υποκειμενικής αλήθειας. Με βάση αυτή την αλήθεια μετριέται η εκφραστική δύναμη του κάθε έργου. Γι’αυτό οι χορογράφοι, έχοντας εξαντλήσει το ψέμα – ή τον αλγόριθμο μιας αποχτημένης γλώσσας – πρέπει να επιστρέψουν στην αλήθεια τους. Η διαίσθηση είναι η αλήθεια τους. Ο Μερλώ Ποντύ επισημαίνει: «Η φιλοσοφία δεν είναι το πέρασμα από έναν συγκεχυμένο κόσμο σ’ένα σύμπαν κλειστών σημασιών. Αρχίζει, αντίθετα, με τη συνείδηση αυτού που διαβρώνει και κάνει να εκραγούν, μα και ανανεώνει και μετουσιώνει, τις αποχτημένες μας σημασίες. Όταν λέμε πώς η σκέψη, κύρια του εαυτού της, παραπέμπει πάντα σε μια σκέψη ανάμεικτη με γλώσσα, δεν λέμε πώς είναι αλλοτριωμένη, ξεκομμένη εξαιτίας της από την αλήθεια κι από τη βεβαιότητα. Πρέπει να καταλάβουμε πώς η γλώσσα δεν είναι ένα εμπόδιο για τη συνείδηση, πώς δεν υπάρχει γι’αυτή διαφορά ανάμεσα στην πράξη του να πραγματώνεται και στην πράξη του να εκφράζεται, και πώς η γλώσσα, όταν γεννιέται και ζει, είναι η κίνηση επανάληψης και επανάκτησης που με ξανασμίγει με τον εαυτό μου καθώς και με τον Άλλο». Σ’αυτή τη συνείδηση μέσα στα αστάθμητα της κίνησης πρέπει να επιστρέψουν οι χορευτές και οι χορογράφοι.

Η παρωδιακή ερμηνεία της καρτεσιανής διαπίστωσης «χορεύω, άρα σκέφτομαι, άρα υπάρχω» προσπαθεί να αποδώσει μια γραμμική σχέση στα πράγματα, μια διάσταση που δεν ανήκει στον τρόπο που λειτουργεί η κίνηση. Ο Ντεκάρτ εξηγεί: «‘σκέφτομαι’, σημαίνει [πώς] υπάρχει ένας κάποιος χώρος που λέγεται ‘εγώ’, όπου το πράττειν και η γνώση του πράττειν δεν διαφέρουν». Έτσι και στην κίνηση, η δράση και η αντίληψη δεν είναι εντελώς διαφορετικά εγχειρήματα• άρα, όταν κινούμαι δεν φαντάζομαι εκ των προτέρων τις κινήσεις που έχω να εκτελέσω: αν όντως ονομάσουμε απόφαση τη διαίσθηση του να κινούμαι με έναν τρόπο έναντι κάποιου άλλου (όπως στην χορογραφία, όπου τα βήματα που επιλέγονται για να συνθέσουν ένα έργο είναι συγκεκριμένα), θα διαπιστώσω ότι και πάλι χορεύω σύμφωνα με αυτό που είμαι. Άρα όταν χορεύω είμαι, σε σημείο που δεν αναγνωρίζω πλέον τι είναι δικό μου και τι ανήκει στην κίνηση, σαν να λαμβάνει χώρα μια ιδιαίτερη συγχώνευση, του εγώ που ενσαρκώνεται μέσα από την κίνηση και του κόσμου που περιβάλλει την κίνηση αυτή. Γι’αυτό και η κίνηση καθαυτή δεν φθείρεται• αντέχει στο χρόνο παρά την έκθεση και τη χρήση, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι η επιθυμία έκφρασης παραμένει ζωντανή σε κάθε καλλιτέχνη.

Ακριβώς λόγω της «αλλοίωσης» (ή ερμηνείας) που επιδέχεται από κάθε χορευτή-χορογράφο, η κίνηση αποτελεί έναν υποδοχέα υποκειμενικοτήτων, η συνάρθρωση των οποίων μπορεί να μας δώσει μια «αντικειμενική ιστορία» της κίνησης. Έτσι, όταν ένας χορευτής χορεύει θεωρούμε τη χρονική αυτή στιγμή σαν ένα καθαρό γεγονός, το οποίο συνεισφέρει στην ιδέα της κίνησης, στον εμπλουτισμό της ιστορίας της. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι η κίνηση είναι ένα μεθοδικό άθροισμα σημείων• όσο επαναλαμβάνεται, επαληθεύεται και επιβεβαιώνεται, αυτή η ίδια μας παρέχει με τρόπο αναντίρρητο τη φυσιογνωμία και τα περιγράμματα ενός νοηματικού σύμπαντος. Η κίνηση δεν επιζητά τη νοητική επιβεβαίωση του χορευτή, το όλον είναι που έχει νόημα και όχι κάθε χειρονομία χωριστά. Γι’αυτό και ο χορευτής οφείλει να είναι, όχι κάτι το «αντιληπτό», αλλά μια χειρονομία που πηγαίνει να αγγίξει ένα πολιτιστικό σύνολο.

Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με τον θεατή επειδή αποθέτει όλη του τη σκέψη σε κίνηση, ώστε με τη σειρά του ο δεύτερος να την αντλήσει και να κατασκευάσει αυτό που είχε ο πρώτος στο μυαλό του. Το σώμα, ο εγγένης ρυθμός του, η φαινομενική βαρύτητα και η ανάλαφρη παρουσία του επί σκηνής, ο χρόνος – υπαρκτικός και πραγματικός – συνοδεύουν σιωπηρά τη μελωδία της κίνησης (3), άφθονη σε αλλαγές, αιχμές και πτώσεις, ώστε ο θεατής να καταφέρει να την αναδείξει και να την δει μαζί με το χορευτή, να την καταλάβει και άρα να εισπράξει ό,τι μπορεί αυτή να σημαίνει. Η κινητική σύνθεση είναι ένα αίνιγμα ανοιχτό σε ερμηνείες, γιατί η ερμηνεία βρίσκεται από την άλλη πλευρά του νομίσματος, το νόημα είναι πάντα ειρωνικό.

Ποιος μπορεί να αποφασίσει για το νόημα μιας παράστασης χορού; Αφύπνιση, ονειροπόληση, σχολιασμός, ενημέρωση (4) ; Η κίνηση ως φορέας κάποιας σημασίας; Όποια και αν είναι η σημασία που θα εναποθέσει ο θεατής στο χορευτικό δρώμενο το νόημα εκχύνεται από ένα εσώτατο σημείο που δεν ανταποκρίνεται στην εκπροσώπηση κάποιων ήδη αποκτημένων σημασιών, αλλά στη διαρκή διαφοροποίησή τους, στην οποία ο χορευτής θα ξαναβρεί τη λειτουργικότητα της κίνησης. Η έκφραση λοιπόν είναι ένα παράδοξο εγχείρημα, είναι ένα εγχείρημα που τείνει στην αυτοκαταστροφή του αφού αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις αντίρροπες ανάγκες της εκφραστικότητας και της ομοιομορφίας (5) : το υποκείμενο ζητά να εκφραστεί (να εκφράσει δηλαδή την υποκειμενικότητά του) αλλά ταυτόχρονα για να εκφραστεί πρέπει να υπακούσει σε μια αποδεκτή ομοιομορφία στην οποία οι άλλοι θα αναγνωρίσουν τον τρόπο που εκφράζεται (6). Η έκφραση έτσι καθίσταται ανεπαρκής, υπάρχει μόνο στο σημείο που οι άλλοι θα αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του χορευτή την ανάγκη να ορίσει ως εκφραστική την δική του κίνηση (7). Αλλά σ’αυτή την αναζήτηση το εκφραζόμενο ποτέ δεν εκφράζεται απόλυτα• η αλήθεια δεν γίνεται ποτέ κτήμα. Αυτό δεν αμφισβητεί την αλήθεια όσων εκφράζονται. Αντιθέτως, ο χορός είναι μια τέχνη ευαίσθητη και αληθινή που η εκφραστικότητά του παραμένει παροδική, μια γλώσσα εν γενέσει, που διαφοροποιείται διαρκώς χωρίς να απαρνιέται στα ανοιχτά τον εαυτό της.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, θα επανέλθουμε στη διαπίστωση ότι η τέχνη είναι μια εμπειρία υπαρξιακή, αυτό πάει να πει ότι για τον αντιληπτό κόσμο έχουμε μόνο μια σφαιρική ιδέα, της οποίας η καταγραφή δεν μπορεί να είναι ποτέ αποτελειωμένη (κι ολοκληρωμένη). Μέσω των εμπειριών μας δοκιμάζουμε εκφάνσεις μιας αλήθειας η οποία μας περιβάλλει και μας ενσωματώνει. Η κίνηση δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη σκέψη ώστε να πούμε ότι ο χορός είναι το ένδυμα μιας σκέψης που συγκροτεί τον εαυτό της σε τέλεια διαύγεια. Ο χορός σαν μέσο έκφρασης θα πρέπει να απελευθερωθεί από την ανάλυση των χειρονομιών, ή της μιμικής χρήσης του σώματος και να επικεντρωθεί στην ανακάλυψη ενός σώματος ενεργού, ικανού να νοηματοδοτεί τα πράγματα. Ο χορός παραμένει ένα μέσο έκφρασης γιατί επαναφέρει όλες τις εμπειρίες μας στο σύστημα των αρχικών αντιστοιχιών μεταξύ ενός σημείου και μιας σημασίας, ξαναβρίσκοντας στο βάθος των πραγμάτων, την κίνηση που έφτιαξε τα ίδια τα πράγματα. Έτσι κάθε φορά που ο χορευτής επιλέγει την κίνηση για να εκφραστεί, επιστρέφει με ένα τρόπο σεένα κόσμο, όπου καθετί πολύ πριν να έχει σημασία, είναι σημασία. Η σκέψη λοιπόν βρίσκεται στην ανάποδη όψη του κόσμου και ο χορός είναι το πρίσμα που κατοπτρίζει την σκέψη αναστρέφοντας το είδωλο της στην πραγματικότητα.

 


1  Ένας σπουδαίος δάσκαλος χορού, θέλοντας να επισημάνει τη διαφορά ανάμεσα στο συμβολικό και το πραγματικό, έλεγε: Στον χορό ο χορευτής δεν είναι “αληθινός”, η αραμπέσκ είναι.

Ο Χούσσερλ μιλώντας για το «ζευγάρωμα της γλώσσας», αναφέρει έναν αναδιαπλασιασμό της γνώσης αφού «το διάβασμα είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στα ένδοξα και αψηλάφητα σώματα της μιλιάς μου και της μιλιάς του        συγγραφέα».

3  Όπως οι μουσικές νότες: αποτελούν την πρωταρχική μορφή μιας μουσικής πρότασης, αλλά δεν είναι μελωδία• η μουσική είναι λιγότερο ένα σύνολο σημείων, παρά ένας τυπικός τρόπος μελοποίησης, μια ανεξάντλητη δύναμη που επανεφευρίσκει τον εαυτό της μόνο γιατί ως σύστημα παραμένει αμετακίνητη. (Αντόρνο)

4  Τα νοήματα παράγονται από μια τάξη (κοινωνική, θεσμική, πολιτική, κ.ο.κ.) – θα πρέπει να είμαστε λοιπόν υποψιασμένοι για το τι εκπροσωπεί η τάξη αυτή, για ποιο λόγο τα νοήματα παράγονται και πολύ περισσότερο γιατί διατηρούνται. Εκτός από τον συμβολικό χαρακτήρα που ευνοεί την ηγεμονική επικράτηση ενός νοήματος (π.χ. ο τάδε χορογράφος ως υπερ-αξία), πολύ συχνά είναι ο ίδιος ο θεατής που αναζητά μια εγκεκριμένη απόλαυση, την οποία στη συνέχεια δεν είναι σε θέση να εγκαταλείψει (π.χ. είναι ύποπτο γιατί κάποια θεάματα υπακούοντας στη λογική της “συνταγής” αποζητούν πάντα την εισπρακτική-καταναλωτική επιτυχία).

 Ο χορός είναι η ανταρσία στη δεδομένη, καθολική γλώσσα που είναι η κίνηση (παραφράζοντας ένα σχόλιο του Μερλώ-Ποντύ για την γλώσσα).

6 Αυτή η αμφιταλάντευση είναι ένας τόπος συνάντησης όπου το υποκείμενο συνιστά έναν κοινό τόπο με το συλλογικό. Αμφισβητείται έτσι η μονομέρεια και η απόλυτη εμπιστοσύνη στις υποκειμενικές δυνάμεις ενώ προβάλλεται η επιθυμία ως πεδίο επανάχρησης των όποιων αντιφάσεων.

Η έκφραση δεν υπήρχε ανέκαθεν στο εκφραζόμενο. Είναι μια ψευδής, αλλόκοτη αναγνώριση. Αυτό που εκφράζεται περιέχει μόνο ψήγματα αυτού που ζητούσε να εκφραστεί.


φωτο © James Klosty - Merce Cunningham in "Canfield" (1970)

Τάσος Κουκουτάς