Οι "Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ" ως αφορμή για μια καθαρή ανθρώπινη συνύπαρξη

jurij-konjar-4_massimo-battista

Η Χάννα Άρεντ, σε κάποια από τις βαθυστόχαστες και εύστροφες παρατηρήσεις της, είχε δηλώσει: «... διότι μια πράξη, και κάποτε μια λέξη, αρκεί για να αλλάξει κάθε συγκυρία».

Την πληρότητα μιας τέτοιας πράξης διαπίστωσαν, ελπίζω, όσοι παρευρέθηκαν στη βραδιά αυτοσχεδιασμού πάνω στις «Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ» με ερμηνευτή τον Jurij Konjar που διοργάνωσε το Κέντρο Μελέτης Χορού Ι. & Ρ. Ντάνκαν.

Αυτό που συγκρότησε τον πυρήνα της συνάντησης δεν ήταν τόσο η παρουσίαση των δεξιοτεχνικών ικανοτήτων του ερμηνευτή, όσο η δημιουργία ενός χώρου γύρω από αυτόν, η δημόσια οριοθέτησή του και η ανάδειξη της πολιτικής σημασίας του χορού, ως μια εμπειρία που σημασιοδοτείται με τη συνεύρεση και εξαφανίζεται με το διασκορπισμό των ανθρώπων. Μια σημασία που είναι σύμφυτη με την εφήμερη δράση του χορού, καθώς σημειώνεται εκεί όπου συναθροίζονται οι άνθρωποι, «μόνο δυνητικά και πότε παντοτινά». Αν επιχειρήσουμε να περιγράψουμε το ποιόν της συνάντησης και της ερμηνείας, θα διαπιστώσουμε ότι το λεξιλόγιο μας παρασύρει σε διατυπώσεις που αναλώνονται στην περιγραφή των ιδιοτήτων του ερμηνευτή καταλήγοντας στην περιγραφή του χορού και όχι στην ανάδειξη της μοναδικότητάς του. Η όποια αποτυχία στη διατύπωση έχει στενότατη συνάφεια με την πασίγνωστη αδυναμία του θεωρητικού κλάδου να καταλήξει σ’ ένα ορισμό του είναι χορός – αφού σε τελική ανάλυση όλοι οι ορισμοί δεν αποτελούν παρά προσδιορισμούς και ερμηνείες αυτών που αντιλαμβάνεται, περιορισμένα, ο άνθρωπος.

Μέσα σ’ αυτή την εννοιολογική αδυναμία υπάρχουμε παρόλα αυτά ως θεατές και συμμετέχοντες στην εμπειρία του χορού. Αυτή η ανοιχτή απεύθυνση, η τόσο καθαρή προτροπή για μια πρωτόγνωρη ανθρώπινη συνύπαρξη, οφείλεται στη «γυμνή» φυσική εμφάνιση του ερμηνευτή, στη συνειδητή πράξη του χορού που καθιστά φανερή τη λανθάνουσα ύπαρξή του. Ο ερμηνευτής κινείται απευθυνόμενος σε όλους όσοι παρευρίσκονται στο χώρο και η δράση αυτή, παρότι αποτελεί αφορμή για επικοινωνία μεταξύ χορευτή και θεατή, ορίζει παράλληλα ένα πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε όσους συνυπάρχουν στο χώρο. Αυτή η παράπλευρη, αλλά και ουσιαστική συνύπαρξη υπερβαίνει τον απόλυτο λειτουργισμό των πραγμάτων στην τέχνη όσο και την απόλυτη ωφελιμότητα, γεγονός που υποστηρίχθηκε τόσο από την ελεύθερη είσοδο – θεατές μπαινόβγαιναν και κατά τη διάρκεια της «παράστασης» ενώ ο ερμηνευτής ανταποκρινόταν αβίαστα με νεύμα στους εισερχόμενους – όσο και από την μεθοριακότητα του ίδιου του Κέντρου: παρότι «κέντρο» βρίσκεται εκτός των επονομαζόμενων εναλλακτικών χώρων, αυτών που διεκδικούν τον καρπό της πρωτοπορίας, ή τη θεσμική αναγνώρισή τους.  Γι’ αυτό και δεν έχει επίσης νόημα να απομονώσουμε τον ερμηνευτή πλαισιώνοντάς τον σε μια κινησιολογική ανάλυση, αλλά να αναδείξουμε τη σημασία πώς, μολονότι αυτός παρέμεινε το «υποκείμενο» της σκηνικής δράσης, δεν αποτέλεσε κατηγορηματικά και το δημιουργό του τελικού αποτελέσματος εκείνης της βραδιάς. Και σαν τελικό αποτέλεσμα εννοείται το γεγονός της συνεύρεσης, αυτό το «όλοι μαζί» που ενώ δεν πρωτοστάτησε στην απόφαση των ανθρώπων ώστε να πάνε να δουν την παράσταση, έγινε το αντικείμενο αυτής της ιστορίας. Έτσι, αυτή η βραδιά, παρότι βασίστηκε αρχικά στην σόλο ερμηνεία του Jurij Konjar, έθεσε μετέπειτα στον πυρήνα της το θέμα των ανθρώπινων σχέσεων.

Ο χορός άλλωστε, αντίθετα από κάθε επινοημένο κατασκεύασμα, δεν είναι ποτέ δυνατός μέσα στην απομόνωση. Η περιβάλλουσα παρουσία των άλλων ως προϋπόθεση, μας υπενθυμίζει πώς δεν είναι δυνατό να μεταχειριστούμε τους ανθρώπους όπως μεταχειρίζεται κανείς άλλα «υλικά». Ο χορός μπορεί να νοηθεί ως μια δράση πολλαπλής φύσεως (κοινωνικής, πολιτικής αλλά και αισθητικής, αισθητηριακής, ψυχολογικής) που απαιτεί όχι μόνο τον δρώντα, αλλά και θεατές ικανούς για δικές τους δράσεις (οι δράσεις που επακουλούθησαν του σόλο, επικυρώνουν αυτή την αμετάκλητη αξία της σκηνικής πράξης). Το άνοιγμα αυτό στην ετερότητα ξεφεύγει από την αυστηρή οριοθέτηση του χορού ως το κατασκεύασμα-αποτέλεσμα εκείνο, όπου η κίνηση έχει κιόλας βρει τη δοκιμασμένη υλοποίησή της μέσω της χορογραφίας. Η «ποιότητα» του αυτοσχεδιαστικού χορού έγκειται στο ότι, όχι μόνο κατευθύνει τη διαδικασία κατασκευής της κίνησης, αλλά και δεν χάνεται ως «προϊόν» μετά την αποπεράτωσή του. Μάρτυρες όλοι εκείνοι που αλληλοσυσχετίστηκαν με αφορμή έναν άνθρωπο στο κέντρο του Βύρωνα στις 5 Ιανουαρίου 2013. Τι πιο παράδοξο και τι πιο όμορφο για όσους κατάφεραν να ξεφύγουν από το περιορισμένο και καθημερινό πλαίσιο των γενικότερων συνθηκών.

Τάσος Κουκουτάς