Η επίγευση μιας (σοκολατένιας) τελετουργίας

a_bite_onlytitle

Με αφορμή την performance a bite  της Sayaka Akitsu (Perfect Massin, 20/1/2013)

 

Εξερχόμενος από το στούντιο όπου πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του “Bite”, έργου της γιαπωνέζας χορογράφου Sayaka Akitsu, αναρωτιόμουν πόσο μονοδιάστατα αντιλαμβανόμαστε πλέον την τροφή στη σύγχρονη κοινωνία, ώστε να έχει εκλείψει σε μεγάλο βαθμό το παιχνίδι με τις αισθήσεις. Άραγε η κατανάλωση τροφής εμπεριέχει ακόμη το τελετουργικό της κοινωνικής συνεύρεσης, ή έχει καταλήξει σε μια κατά μόνας διαδικασία με όλο και πιο σύνθετες ψυχολογικές προεκτάσεις (βλ. ψυχασθένειες σχετιζόμενες με το φαγητό);

Το πέρασμα από την αναζήτηση τροφής για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών σε πιο σύνθετες και σύγχρονες καταναλωτικές συμπεριφορές έχει μετατρέψει την τροφή σε ένα μέσο άσκησης πολιτικής, η οποία καθιστά τον άνθρωπο αντικείμενο επιστημονικής πραγματείας. Η νέα αυτή τεχνολογία κωδικοποιεί και τοποθετεί αυστηρά τον καταναλωτή σ’ ένα πλαίσιο επιτήρησης και ελέγχου όπου το σώμα εργαλειοποιείται, νοείται ως μηχανή επεξεργασίας αριθμών και συστατικών ενώσεων. Η «διατροφική στατιστική» συμβάλλει στη μηχανική άρθρωση πληροφορίων γύρω από την κατανάλωση τροφής, με αποτέλεσμα η τελευταία να εξαιρείται πλέον από τη λίστα των απενοχοποιημένων απολαύσεων –μετάβαση που σήμανε ακριβώς την επικράτεια μιας νέας βιοπολιτικής, την εξάπλωση ενός εξειδικευμένου, «γαστρικού πανοπτισμού». Η μετάβαση αυτή οδήγησε σταδιακά στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος προσεγγίζει την τροφή και το σώμα του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι η κατανάλωση φαγητού υφίσταται μιαν ανεξέλεγκτη αριθμοποίηση (βλ. πίνακες διαθρεπτικής επίσημανσης στις συσκευασίες των προϊόντων), η οποία με τη σειρά της επιβάλλει ένα καθεστώς υγιούς διατροφικής συμπεριφοράς. Ποτέ πριν δεν ήταν τόσο επιβεβλημένη και ενδελεχής η γνώση γύρω από την τροφή που κατανάλωνε ο άνθρωπος, ποτέ πριν, αυτή η τόσο βασική ανθρώπινη λειτουργία δεν ενείχε τόση ενοχή και συμπλεγματική διάσταση.

Η εργαστηριακή λεπτομερής παρουσίαση της τροφής μοιάζει να προσφέρει μια «πανοπτική» ματιά στο ίδιο το προϊόν. Ο καταναλωτής μπορεί πλέον να φανταστεί τη διαδρομή που θα ακολουθήσει στο σώμα του κάθε συστατικό ασκώντας έτσι έναν φαινομενικό έλεγχο σε μια ούτως, ή άλλως φυσική λειτουργία: Από την καταμέτρηση των θερμίδων για τον υπολογισμό της ημερίσιας ενέργειας ως την ενοχική πρόσληψη των λιπαρών, η οποία αντίκειται στις διαιτητικές προσταγές του υγιούς σώματος. Η εργαλειακή αντίληψη μιας τόσο καθημερινής ανθρώπινης δραστηριότητας δεν συνιστά παρά έναν μηχανισμό, ο οποίος συγκεντρώνει και διαχειρίζεται βάσει ποσοτικών σχημάτων και στυγνής κατηγοριοποίησης όλες εκείνες τις πληροφορίες που αφορούν τη ζωή. Η θερμιδομετρική εμμονή μετέτρεψε το σώμα σε μηχανή, ποσοτικοποιώντας την απόλαυση και επεκτείνοντας ψυχολογικά τις διαστάσεις της. Το σωματικό βάρος έγινε δείκτης κοινωνικών αξιώσεων και πληθυσμιακού καταμερισμού (ή και αποκλεισμού), ένας ζυγός που καταμετρά αποκλίνουσες (υπερ-, υπο-) συμπεριφορές, ή εντάσσει σώματα σ’ ένα νέο καθεστώς επιτήρησης με άλλοθι την ίδια την υγεία. Αυτή η επιτακτική απαίτηση για τη διάδοση της υγείας, αφού καταστρατηγήθηκε από τη βιομηχανοποίηση της τροφής, επανέρχεται ως συνταγή πειθαρχίας, μακροζωίας, οικοδομώντας σε πλέον στέρεες βάσεις, την αντίληψη: «είσαι ό,τι τρως».

Οι παραπάνω συμβολικές συνδέσεις μας επιτρέπουν να αναφερθούμε στην παράσταση “Bite” έχοντας κατά νου την πολυπλοκότητα της σύγχρονης διατροφικής συμπεριφοράς. Πρόθεση της χορογράφου, όπως δηλώνει και η ίδια, ήταν να καταπιαστεί με τον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που προκύπτει από τον εθισμό στη σοκολάτα. Η Sayaka Akitsu μυεί τον θεατή σε μια μυσταγωγική τελετουργία χρησιμοποιώντας τα πιο απλά υλικά: ένα λευκό τραπεζάκι με απειράριθμα πλακίδια σοκολάτας τα οποία, σαν τους κύβους του παιχνιδιού Jenga, χρησιμεύουν για την κατασκευή ενός πύργου. Οι δύο χορεύτριες με ζήλο επικεντρώνονται στο «παιχνίδι» αυτό, αποκαλύπτοντας άλλοτε μια ζωώδη και λανθάνουσα ερωτική συμπεριφορά (π.χ. η αρπαγή του κομματιού από το στόμα αυτής που το τρώει εντείνει την απόλαυση), άλλοτε μια παιδικότητα που προδίδεται με το αιφνιδιαστικό βλέμμα της μίας προς την άλλη (χα, σε τσάκωσα!). Οι εικόνες ωστόσο που χρησιμοποιεί η χορογράφος δεν επεξηγούν κάποια ψυχολογική διάθεση. Αντιθέτως, εκδηλώνονται ακαριαία ως αυθόρμητες αντιδράσεις έχοντας διανύσει μια υπόγεια ψυχολογική διαδρομή: οι δύο χορεύτριες αντιστέκονται η μία στην άλλη, υποκύπτουν, απολαμβάνουν, μοιράζονται βιώνοντας αντιστοίχως τη σωματική διέγερση, την ηδονική απόλαυση και την επιθετικότητα της έλξης. Θα έλεγε κανείς, πώς η σοκολάτα λειτουργεί κάπως σα μαγικό φίλτρο που υποκινεί τις ερμηνεύτριες σε ένα θέατρο ρόλων και διαδράσεων.

Εύλογα λοιπόν η χορογράφος χτίζει την παράσταση σε δύο επίπεδα: τη μικροκλίμακα της διατροφικής τελετουργίας και τη μακροκλίμακα των κινητικών δράσεων στο χώρο. Αναρωτιέται ωστόσο κανείς αν το κινητικό σκέλος μπορεί να αποδώσει με τον πιο εύγλωττο τρόπο το τελετουργικό παιχνίδι που εκτελείται στην αρχή και αν η εναλλαγή των δράσεων μπορεί απλώς να επιτευχθεί με τη χρήση φωτισμών, χωρίς προηγουμένως να έχει υπάρξει κάποια κλιμάκωση, ή έστω κάποια υπόνοια εξέλιξης στη δράση που να δικαιολογεί τον εκτοπισμό της κίνησης σε μια ευρύτερη κλίμακα. Το παραπάνω, ενώ αρχικά μοιάζει να αιφνιδιάζει τον θεατή, στη συνέχεια δημιουργεί περισσότερο την εντύπωση αμήχανων, χωρίς συνοχή, μεταβάσεων οι οποίες επιβαρύνουν δραματουργικά την παράσταση.

Η Sayaka Akitsu προτιμά εμφανώς να επικεντρωθεί σε μια πιο ανακουφιστική, απενεχοποιημένη εκδοχή της απόλαυσης, λησμονώντας τις όποιες δυσδιάκριτες σύγχρονες εκφάνσεις της. Το γεγονός αυτό ενώ δεν επιβαρύνει το έργο με ψυχολογικές (παρ)ερμηνείες, από την άλλη δεν αποτελεί παρά μια φευγαλέα ματιά πάνω σ’ ένα πολύπλευρο, όπως προαναφέραμε, θέμα. Η όποια μυσταγωγία δημιουργείται στην αρχή, δεν προδιαθέτει τον θεατή για «ανοιχτά» κινητικά μοτίβα, αλλά για ένα θέατρο όπου τα πάντα εμβαθύνουν στη λεπτομέρεια: των χεριών που φτιάχνουν τον πύργο με προσήλωση, των εκφράσεων των χορευτριών, αλλά και της ίδιας της μυρωδιάς που αναδύουν τα κυβάκια της σοκολάτας. Όπως και συμβαίνει με το εν λόγω έδεσμα, η ανάμνηση της παράστασης είναι πρωταρχικώς γλυκιά, και ίσως σε μερικές μόνο στιγμές, γλυκερή.

Τάσος Κουκουτάς