Το Σωματίδιο του Θεού και η αβεβαιότητα της αισθητήριας αντίληψης

dsc_2314-web

του Τάσου ΚΟΥΚΟΥΤΑ

 

Την επίκαιρη, όσο και διαχρονική διαμάχη «επιστήμη vs τέχνη» επανέφερε στο νου η παράσταση Το σωματίδιο του Θεού* από την ομάδα «Κι όμως κινείται». Με το παρόν κείμενο αποφάσισα να αναλάβω τον «κίνδυνο» να θέσω και να επιμείνω σε κάποιες αποκλίσεις, οι οποίες, αυτή τη φορά, περισσότερο χωρίζουν, παρά καταδεικνύουν τη συγγένεια μεταξύ τέχνης και επιστήμης. Λαμβάνοντας υπόψη την παρακινδυνευμένη αυτή αυθαιρεσία, μπορώ μόνο να πω πως ό,τι ακολουθεί είναι ανοιχτό στην κριτική αμφίσβητησή του.

Στο διάβα του, ο 20ος αιώνας σημάδεψε την ανθρωπότητα με επιστημονικές ανακαλύψεις που έθεσαν νέες βάσεις στην αντίληψη του κόσμου, άνοιξαν το πεδίο των εξερευνήσεων και μετέθεσαν το κέντρο βάρους από τη γεωκεντρική-ανθρωποκεντρική οπτική στη συμπαντική ενατένιση. Η ανακάλυψη ενός «έξω» κόσμου δεν οδήγησε μονάχα στην έρευνα της φύσης από τη σκοπιά του σύμπαντος, αλλά επικέντρωσε παράλληλα το ενδιαφέρον στη μικροσκοπική ανάλυση της επίγειας πραγματικότητας. Το παράδοξο πάθος του νεωτερισμού και η εμμονή στην καινοτομία επέβαλαν με τον τρόπο τους τη συμμετοχή σ’ έναν μαραθώνιο ανακαλύψεων, οι οποίες αναλώθηκαν σε αμφίβολες, παρεκκλίνουσες από την αρχική σκοπιμότητά τους, κατακτήσεις. Η τέχνη και η επιστήμη ήταν ανέκαθεν δυο όμορα πεδία• η συμπληρωματικότητά τους βοήθησε στην εξελικτική πορεία και των δυο αλλά και στην, ως ένα βαθμό, μεταξύ τους ανταγωνιστικότητα. Η παιγνιώδης αυθαιρεσία της τέχνης έβαλλε συχνά «εναντίον» της έλλογης μέριμνας της επιστήμης. Η διαφορά τους όμως ήταν και είναι, διαφορά από θέση αρχής: αν η μια επιχειρεί να απαντήσει στο «πώς» των πραγμάτων ξετυλίγοντας το μίτο της γραμμικής αλληλουχίας ανακαλύψεων, η άλλη απαντά πρωτίστως στο «γιατί», το οποίο συνδέεται με μια βαθύτερη υπαρξιακή συνθήκη.

Η τέχνη, αντιστεκόμενη στην ταχύτητα των επιστημονικών ανακαλύψεων, μας επαναφέρει στο ανοίκειο, στην απεραντοσύνη που εσωκλείει το «άγνωστο» σύμπαν κάθε καλλιτέχνη. Ενώ αρχικά μοιάζει με μια διαδικασία σμίκρυνσης σε κάτι τόσο προσωπικό, στην ουσία επαναφέρει την απόσταση στα πράγματα, μεγενθύνει συμβολικά την εικόνα, ώστε κατ’ αναλογία να μεγενθύνεται η εμπλοκή και το ενδιαφέρον του θεατή προς το εκάστοτε έργο τέχνης. Κάθε απόπειρα να καταργηθεί η έννοια της απόστασης, καταστρατηγεί το μύθο, απογυμνώνει το αποτέλεσμα – έστω και αν διατηρεί αρραγή την επαφή των μερών (θεατή-δημιουργού). Η επιστημονική κατάκτηση του κόσμου επέφερε τη διάψευση της πίστης στην όποια «υποκειμενικότητα» του βιώματος. Τα όργανα πρόσληψης της πραγματικότητας – είτε ανθρώπινα, είτε τεχνητά – έχασαν την πιστότητά τους, υπέκυψαν στο ενδεχόμενο της αυταπάτης. Ο σύγχρονος επιστημονικός μηδενισμός δημιούργησε «θύματα εντυπώσεων και αισθήσεων», ανήγαγε την πραγματικότητα σε ανακάλυψη και επαλήθευσε την προφητικά απαισιόδοξη ρήση του Νίτσε: «μόνο στο στέρεο θεμέλιο της ανένδοτης απελπισίας μπορεί εφεξής να οικοδομηθεί με ασφάλεια η κατοικία της ψυχής».

Αυτή η υπαρξιακή εκκένωση αποτέλεσε και τη χαρακτηριστική σφραγίδα της νεότερης επιστήμης. Η εξελικτική πορεία που επακολούθησε, αποδέσμευσε τον άνθρωπο από τη γήινη εμπειρία, συνέβαλε στον κατακερματισμό του κόσμου και σε μια αχαλίνωτη γνωστική ελευθεριότητα: η πρόσληψη του «όλου», περιεχομενικά και μορφολογικά, θεωρήθηκε «χονδροειδής» και αντικαταστάθηκε από τη λεπτομερή καταγραφή και τη μοριακή σύνθεση των επιμέρους στοιχείων. Η «μυστηριώδης φύση» ήταν μια πύλη που έπρεπε να ξεκλειδωθεί. Η εμπειρία διασώζεται στο εξής μόνο στο βαθμό που μπορεί να αναχθεί σε μια επιστημονικά επιβλέψιμη τάξη. Η ένταξη των δεδομένων της εμπειρίας στο μέτρο της ανθρώπινης νόησης και ο καταναγκασμός της επιστημονικής ερμηνείας επέβαλε μια μαθηματική λογική στην αντίληψη του κόσμου, σαν να επρόκειτο για ένα πλήθος συνάψεων που διαφεύγει της σωματικής όρασης. Αυτή η φαινομενικά αντικειμενική οπτική, ανεξάρτητη από ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις, δεν είναι παρά μια απλή ταξινόμηση γεγονότων: «Η επέμβαση στα φαινόμενα, καταργώντας τα ίδια τα φαινόμενα, παρέχει μια ελπίδα (ψευδούς) γνώσης».

Στην παράσταση Το σωματίδιο του Θεού ο επιστημονικός λόγος παρεμβάλλει στη σκηνική δράση και λειτουργεί ανταγωνιστικά με την κίνηση. Στην ουσία περιγράφει, πέρα από το καθαρά ιστορικό-επιστημονικό γεγονός της ανακάλυψης του σωματιδίου, αυτό που δεν είναι ορατό στο μάτι. Αν όμως η τέχνη, και ειδικά ο χορός που στερείται αφηγηματικότητας, είναι ένα πεδίο συνειρμών ανοιχτό στην ερμηνευτική δεινότητα του θεατή, τότε ο λόγος στην προκειμένη, επισημαίνοντας το αυταπόδεικτο των εμπειρικών δεδομένων, λειτουργεί περιοριστικά για την κίνηση. Ο θεατής, για να συλλάβει το προϊόν της σκηνικής δράσης, πρέπει ασυνείδητα και ως ένα βαθμό να διακόψει και να μεταμορφώσει τη διαδικασία της σκέψης. Έτσι, το μάτι αδυνατεί να αφεθεί στην όποια φυσικότητα των κινούμενων σωμάτων καθώς ο νους αντιστέκεται επιβάλλοντας την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ό,τι προκύπτει ως υποκειμενικό βίωμα έρχεται σε αντιπαράθεση με τα επιστημονικά έγκυρα δεδομένα• το νόημα των σωμάτων που επιδίδονται σε ακροβατικές επιδείξεις βρίσκεται κυρίως στη σωματικότητα που φέρει η κίνησή τους και όχι στα συνειρμικά άλματα που μπορεί να αποτολμήσει κανείς βασισμένος στη θεωρία του χάους. Αν το σύμπαν υπακούει σε μια εν πολλοίς άγνωστη για μας νομοτέλεια, τότε ομοίως τα σώματα των χορευτών ακολουθούν τη δική τους, η οποία είναι αδύνατο να επεξηγηθεί επιστημονικά. Εκτός κι αν παρατηρούμε τα τεκταινόμενα ως επιστήμονες και όχι ως θεατές.

Η εικονιστική απλούστευση των επιστημονικών θεωριών - μέσω της κίνησης, αλλά και της θεατρικότητας κάποιων στιγμιότυπων - λειτουργεί αρχικά ως κωμικό σχόλιο, ως επισήμανση της μικρότητας του ανθρώπου απέναντι στο μεγαλείο του σύμπαντος. Ο διάλογος τέχνης και επιστήμης καθίσταται προφανής με τρόπο ανισοβαρή: οι χορευτές μιμούμενοι τα σωματίδια κινούνται άλλοτε γύρω από τον εαυτό τους ακολουθώντας μια εσωτερική παρόρμηση, κι άλλοτε συνθέτουν πιο ομαδικά σχήματα χωρίς όμως να επιτυγχάνουν την ανεπιτήδευτη φυσική αρμονία ενός συστήματος. Ακόμη και αν θεωρήσουμε πώς «δεν υπάρχει σύστημα», η φαινομενική «τυχαιότητα» των μεταξύ τους σχέσεων δεν παράγει κάτι απρόσμενο για τον θεατή, ή έστω κάτι που να επιβεβαιώνει ακριβώς αυτή την «αστάθεια» στη δομή ενός συστήματος. Η μουσική λειτουργεί σαν πρελούδιο στις δράσεις ή σα χαλί χωρίς πυκνή ύφανση και η κίνηση καταλήγει ένα παρένθετο στοιχείο, το οποίο επαναλαμβάνεται αμήχανα. Βεβαίως, αν η παράσταση αρκούνταν στο να αναδείξει το μεγαλείο της ανθρώπινης νόησης, τότε ίσως θα έπρεπε να επιλεχθεί μια πιο σίγουρη, δοκιμασμένη οδός, να πάρει δηλαδή τη μορφή διάλεξης. Δυστυχώς κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να επιτευχθεί όταν επικαλούνται ταυτόχρονα η αισθητηριακή αντίληψη και η επιστημονική αμφισβήτησή της.

Εξακολουθώ να πιστεύω πώς η γνώση μας γύρω από το σύμπαν υποκινήθηκε από τη φαντασιακή αναζήτηση του «έξω» και συνέβαλε στην «κοσμική ωρίμανση» του ανθρώπου. Ωστόσο, τα όρια του πεπερασμένου ταξιδιωτικού χώρου διαρρήχθηκαν ώστε η νομαδική περιπλάνηση του κάθε δημιουργού να ξανοίγεται με περισσότερη τόλμη σε άγνωστους μέχρι τώρα ορίζοντες, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά πώς «γένετειρα» της τέχνης είναι η φαντασία. Η παράσταση, δυστυχώς, καταλήγει σαν μια ειρωνική επαλήθευση της δημοκρίτειας διατύπωσης: «η νίκη της διάνοιας πάνω στις αισθήσεις δεν ήταν δυνατό παρά να καταλήξει στην ήττα της διάνοιας».

 

* Η παράσταση παρουσιάστηκε στο ΙΜΚ Φεβρουάριο - Μάρτιο 2013. Διαβάστε περισσότερα εδώ

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ