Lucy Guerin, "Untrained" - Η δεξιοτεχνία του ανεπιτήδευτου

2012-2481_0224--image--julieta-cervantes-small

του Τάσου ΚΟΥΚΟΥΤΑ

 

Στην παρθενική της εμφάνιση στο ελληνικό κοινό, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2013, η Αυστραλέζα χορογράφος Λούσυ Γκέριν (Lucy Guerin) παρουσίασε το έργο Untrained (ελληνιστί ανεκπαίδευτος). Ευρηματικό στη σύλληψη αλλά και αναπάντεχα ενδιαφέρον για το «διαλογικό» κομμάτι που αναπτύχθηκε ανάμεσα στο περιεχόμενο του έργου και τον τίτλο.

Κατά ένα τρόπο η δουλειά της Γκέριν μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί μέσα από τον τίτλο – ο οποίος στην προκειμένη έχει έναν πολλαπλό ρόλο: δηλώνει και κοινοποιεί, εξηγεί και επιβάλλει. Τέσσερις διαφορετικοί ερμηνευτές, με διαφορετικό σωματότυπο ο καθένας, εισέρχονται σ’ένα ορισμένο πλαίσιο πάνω στη σκηνή, έναν χώρο που σημειοδοτεί την κίνηση και την παρουσία τους. Έξω από αυτόν οι ερμηνευτές ουδετοροποιούνται, είναι σαν να καταργούνται στα μάτια του θεατή μέχρι τη στιγμή που θα επανέλθουν στη «σκηνή» μέσα στη σκηνή. Ο διαχωρισμός αυτός κατονομάζει ό,τι δηλώνει ο τίτλος: εντός πλαισίου καλούμαστε να διακρίνουμε τις δεξιοτεχνικές ποιότητες βάσει των οποίων γίνεται η ταξινόμηση σε εκπαιδευμένους και ανεκπαίδευτους. Το πλαίσιο λειτουργεί σαν μια έξυπνη οριοθέτηση του κυριολεκτικού, δηλαδή του θέματος με το οποίο καταπιάνεται η χορογράφος: τελικά τι σημαίνει να είναι κανείς ανεκπαίδευτος στην κίνηση; Το ερώτημα είναι πλήρες από μόνο του, περιέχει ένα ολόκληρο σύστημα αξιών και προϋποθέτει μια γνώση, μια συγκριτική τάξη από ερμηνείες, μια πανοραμική άποψη της ιστορίας του χορού.

Το παραπάνω ερώτημα τίθεται διαρκώς στον θεατή καθώς εξελίσσεται η παράσταση και ενώ παρακολουθεί το αποτέλεσμα των επιδόσεων των χορευτών: οι δύο επιτυγχάνουν το ζητούμενο – την επίδειξη των δεξιοτήτων τους – και οι άλλοι δύο «αποτυγχάνουν»  προκαλώντας στους θεατές γέλιο ή ταύτιση, αφού η πλειοψηφία του κοινού αν καλούνταν να δοκιμάσει τα χορογραφημένα βήματα επί σκηνής θα έφερε την ίδια αμηχανία και αδεξιότητα με τους «ανεκπαίδευτους».  Το κυριότερο σε όλα αυτά είναι πως οι κινητικές φράσεις που εκτελούν και οι τέσσερις ερμηνευτές επαναδιατυπώνουν εύστοχα τον εξής προβληματισμό: τι τροφοδοτεί την κίνηση και σε ποιο αξιακό σύστημα εγγράφεται ώστε να μπορούμε να κρίνουμε με όρους αντικειμενικούς αυτό που νοείται ως εκπαιδευμένο – άρα και τελειοποιημένο σ’ ένα βαθμό σύμφωνα με τα κριτήρια του εκάστοτε συστήματος εκπαίδευσης – και να απορρίπτουμε αυτό που αντιστέκεται στην κατάταξή του με το παραπάνω; Η παρουσία των ανεκπαίδευτων είναι πολύ έντονη για μια τέτοια εύκολη κατηγοριοποίηση – φάνηκε από το χειροκρότημα που εισέπραξε ο εύσωμος Μάικλ Ντάνμπαρ στο τέλος της παράστασης – καθώς εκπροσωπούν τον αυθορμητισμό, την αγνότητα, την αναντίρρητη ελευθερία στους περιορισμούς της εκπαίδευσης. Το κοινό απολαμβάνει την αυθεντική παρουσία τους, την τόλμη τους να εκτίθενται αλλά και να εκθέτουν ό,τι τους διαφοροποιεί από τους άλλους. Γι’ αυτό και η χορογράφος τους αντικαθιστά όταν αρχίσουν να υποτάσσονται στα στερεότυπα των χορευτών, να εξοικειώνονται με τον κινητικό κώδικα, να γίνονται εν τέλει σύνεργοι της ομοιομορφίας, και να «προσποιούνται».

Η κινητική παραδειγματικότητα που διαθέτουν οι εκπαιδευμένοι χορευτές ανασυγκροτεί την εικόνα αυτού που μπορεί να είναι «αποδεκτό» ή όχι επί σκηνής. Η παρουσία τους με άλλα λόγια κατονομάζει το αντίθετο, το μη εκπαιδευμένο, ξαναφέρνοντας στο νου ζητήματα που έθεσε το μεταμοντέρνο κίνημα, αισθητικές αναζητήσεις και κινησιολογικές συνήθειες που ενσωματώθηκαν στη συνέχεια πλήρως στο λεξιλόγιου του χορού. Βάσει όλων αυτών εξάγουμε και τα αξιολογικά μας συμπεράσματα τόσο για τα τεκταινόμενα επί σκηνής, όσο και για την πρωτοτυπία της σκέψης της χορογράφου.
Αυτό όμως που στ’αλήθεια ανακαλύπτει ο θεατής κατά την παρακολούθηση της συγκεκριμένης παράστασης δεν είναι τόσο ο πραγματικός ορισμός του χορού, όσο κάποια ορισμένη γνώση του ορισμού αυτού. Το πέρασμα από το εκπαιδευμένο στο ανεκπαίδευτο σώμα αναδεικνύει ερμηνευτικές ποιότητες και εμπλουτίζει τον τρόπο που παρακολουθούμε την κίνηση: άρα, κατά μία έννοια, διευρύνει την άποψή μας γι’ αυτό που μπορεί να θεωρούμε «χορό». Μας υπενθυμίζει δηλαδή πως πρόκειται για μια τέχνη διαρκώς ανανεούμενη και μεταβαλλόμενη περιεχομενικά και όχι για μια μουσειακή, καθορισμένη και εξαγνισμένη έννοια από την οποία δεν μπορούμε να αποκλίνουμε. Η θεσμική οριοθέτηση του χορού, και κατ’ αντιστοιχία η αυτοματική ταξινόμηση αυτού που μπορεί να θεωρηθεί ή όχι χορός, αντίκειται στο γεγονός ότι η κίνηση παραμένει κατάμεστη από περιεχόμενο. Η δυσαναλογία αυτή εκφράζεται εύστοχα στην άποψη του Φρόυντ για το σημαίνον και το σημαινόμενο: η αστοχημένη πράξη είναι ένα σημαίνον μηδαμινό σε σύγκριση με τη βαθειά πρόθεση που προδίδει. Άρα τι; Φτάνει να «κρίνουμε» τους χορευτές βάσει προθέσεων;

Απλοποιώντας την παραπάνω διερώτηση, προς το τέλος του έργου, η χορογράφος εκθέτει ιδιωτικές πτυχές από τη ζωή του κάθε ερμηνευτή. Αυτό που πιστεύει ότι δεν εξωτερικεύεται με την κίνηση, το φανερώνει μέσα από τον λόγο. Οι ερμηνευτές εκμυστηρεύονται τις αδυναμίες τους, τις ανασφάλειες του παρελθόντος, τις άγνωστες σε μας πτυχές του παρόντος. Για την χορογράφο ο λόγος δεν κρύβει τίποτα, η αφήγηση παρουσιάζεται κυριολεκτική και άμεση, αποσκοπεί στην ανάδειξη της άποψης ότι «όλοι κατά βάθος είμαστε ίδιοι». Η εξομολόγηση αυτή δεν αποτελεί παρά ένα εύχρηστο άλλοθι για να οικειοποιηθούμε το θέαμα, ή μάλλον μια λειτουργία για να μας υπενθυμίσει ότι το παρόν έργο είναι ένα ανθρωπολογικό πείραμα και, ως τέτοιο, επηρεάζεται από την υποκειμενική ματιά του παρατηρητή-θεατή. Όπως επισημαίνει και ο Ρολάν Μπαρτ στις Μυθολογίες: «μπορώ να προσαρμόσω το βλέμμα μου πότε στο τοπίο και πότε στο τζάμι: άλλοτε θα νιώθω την παρουσία του τζαμιού και την απόσταση που με χωρίζει από το τοπίο, και άλλοτε, πάλι, τη διαφάνεια του τζαμιού και την έκταση του τοπίου».

 

Image © Julieta Cervantes

 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ