Νυχτερινά – η επέλαση του σκοταδιού*

nocturnes-phcganet-thumb-extra_large--3

Τα νυχτερινά της Μαγκύ Μαρέν προσφέρονται ως μια ανάγνωση της βαθιάς θλίψης των καιρών, μια απόπειρα σύλληψης του πολυάνθρωπου αλλά και αδιαφοροποίητου χάους της ζωής – αυτού  που κυριαρχεί πέρα από το περίγραμμα της σκηνής και σαρώνει σαν τουρμπίνα τις σκέψεις. Θα λέγαμε πώς τα πράγματα, παραφράζοντας τον Ρολάν Μπάρτ, χάνουν μέσα στο σκοτάδι την ανάμνηση της κατασκευής τους.  Αυτό ακριβώς: ο χρόνος που επικρατεί στο σκοτάδι είναι ένας χρόνος πλήρης και ταυτόχρονα κενός. Οι ασθήσεις βρίσκονται σε εγρήγορση αλλά αδυνατούν να προσανατολίσουν, να ανακουφίσουν τον θεατή ταξινομώντας τα πράγματα γύρω του. Η σκηνή αναπτύσσει μια διαλεκτική σχέση με τον «πραγματικό» κόσμο υπενθυμίζοντας εύστοχα το φευγαλέο της στιγμής και την επενέργεια της ανάμνησης. Αυτά τα δύο ομόκεντρα σύμπαντα, η σκηνή και ο κόσμος, ή μάλλον η σχέση τους αναστρέφει το πραγματικό, εκκενώνει το ανθρώπινο νόημα και σημειοδοτεί την ανθρώπινη παροντικότητα. Η χορογράφος θέτει στον καθένα μας το ερώτημα: Τι μπορεί να αντισταθεί στην αιωνία ρευστότητα του σκοταδιού;

Υπάρχει, κυριολεκτικά, μια αδιάκοπη διαρροή του ενός «κόσμου» μέσα στον άλλο, μια αιμορραγία, ή μια ατελεύτητη προσπάθεια των ερμηνευτών να αφήσουν τα ίχνη τους στον χώρο προσδιορίζοντας την ταυτότητά του(ς). Τα πρόσωπα είναι περαστικά – όπως ακριβώς οι εικόνες – διαδέχονται το ένα το άλλο με τον ίδιο ακαταπόνητο ρυθμό, χωρίς όμως να αρθρώνουν μια σαφή, πλήρη νοήματος ιστορία• θραύσματα καθημερινά, ξεμοναχιασμένα, δίχως ειδικό βάρος. Νήματα διαφορετικών ιστοριών πλέκονται, ξετυλίγονται αόριστα χωρίς να δηλώνουν τον μετέπειτα προορισμό τους, στιγμιότυπα παρορμητικά και ελάχιστα προετοιμασμένα: μια συνάντηση ανάμεσα σε δύο γείτονες, ένα αγοραίο φιλί, μια επιπόλαιη συζήτηση ανάμεσα σε δυο νεαρές για το χρώμα του κραγιόν, ένα ανέμελο παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ενήλικες. Δεν υπάρχει παρελθόν, ούτε μέλλον• μονάχα οι φωτεινές στιγμές, ή τα σώματα των χορευτών ως αναλαμπές χαράσσουν την πορεία τους στο σκοτάδι, «όπως ανοίγει κανείς το δρόμο του μέσ’ απ’ τα χωράφια». Είναι συγκλονιστικό ωστόσο ότι κάθε στιγμή διατηρεί, έστω και φευγαλέα, την ακεραιότητά της: ο θεατής εκτιμά το γεγονός ότι η χορογράφος ψάχνει να βρει σε τούτο τον κόσμο κάποιο διαμάντι άθραυστης αλήθειας.

Εντοπίζει κανείς έναν έντονο πολιτικό στοχασμό στον τρόπο που σκηνοθετεί η χορογράφος το συγκεκριμένο έργο: επιχειρεί να απεικονίσει ό,τι μένει έξω από τις αυταπάτες μας αλλά η διαύγεια αυτή δε διαρκεί, δε σταθεροποιείται, δε χαρίζεται. Το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων τίθεται σε δοκιμασία: οι ερμηνευτές καλούνται να αντιδράσουν στον μηδενικό, «σκοτεινό» χρόνο ενώ οι θεατές καλούνται να γεμίσουν τις εναλλασσόμενες παύσεις, να διατηρήσουν το συνεχές της ροής παρά τις επαναλαμβανόμενες καταβυθίσεις στο σκοτάδι. Ωστόσο, το σκοτάδι δεν αρνείται τα πράγματα, τις ανθρώπινες παρουσίες, απλώς επιβεβαιώνει την προσωρινότητά τους• τούς δίνει έτσι μια σαφήνεια, όχι επεξηγηματική, αλλά μια σαφήνεια που λειτουργεί ως αναπόφευκτη διαπίστωση. Ο κόσμος (της) εσωκλείει το περίπλοκο των ανθρώπινων πράξεων, καταργεί το άμεσα ορατό και καλεί τον θεατή να οργανώσει το χάος, να αποδεχτεί τον απροκάλυπτο μόχθο στην ανεύρεση νοήματος, τον ατελεύτητο αγώνα για μια συλλογικότητα σχεδόν ουτοπική. Έτσι συντίθεται μια διαδρομή χαρμολύπης που προσιδιάζει στη φύση της ίδιας της ζωής – εικόνες ανακουφιστικής ομορφιάς διαδέχονται άλλες, γεμάτες θεατρικότητα και ψυχική ένταση.

Η ολοκληρωτική απουσία της μουσικής – εκτός από ένα τραγούδι που ακούγεται σε διαφορετικές γλώσσες -  αλλά και οι αποσπασματικοί ήχοι, οι διάλογοι, τα γέλια, τα βογκητά έχουν διασχίσει την σκηνή πριν καν σκεφτείς το νόημα τους ή αποπειραθείς να κάνεις τη μεταξύ τους σύνδεση. Καθένας «τραβά τον δρόμο του» μέσα στην εκκωφαντική αυτή «σιωπή», κάθε πρόσωπο φωτίζεται, καθένα μετέχει, σιωπηρά, συνωμοτικά ή ακούσια, σε μια ιστορία που ποτέ δεν ολοκληρώνεται: γράφεται, ξαναγράφεται αλλά πάντα σβήνεται για να επαναληφθεί.  Σ΄αυτό το τοπίο χάνεται κάθε άμεση και σαφή αντίληψη της κίνησης – ακολουθείς την πορεία των χορευτών στο σκοτάδι αποζητώντας και πάλι το φως. Κι ύστερα σπαράζεις, γνέθεσαι σαν νήμα αράχνης, τυλίγεσαι με αγωνία στον ίδιο σου τον εαυτό μέχρι να επανέλθει η φωτεινή δέσμη που θα σηματοδοτήσει την έναρξη, και πάλι, της ζωής στη σκηνή. Είναι ένα αίσθημα προσωρινό, μέχρις ότου μια βροχή από πέτρες επαναφέρει εκείνη την απερίγραπτη, αψήφιστη νομοτέλεια της καταστροφής. Παρατηρώντας αυτή τη συνθήκη ηθελημένου παραλογισμού δεν μπορείς παρά να αναρωτιέσαι: σε τι ωφελεί να φιλοτεχνείς με οδύνη αυτές τις διαδοχικές φράσεις όταν αυτό που χρειάζεται σύσσωμη η ανθρωπότητα δεν είναι τίποτα το συνεχές, αλλά μια κραυγή απελευθερωτική, μια ιαχή πολεμική που θα επαναφέρει τον παλμό της ζωής μέσα μας; «Η καρδιά» επισημαίνουν οι χορευτές – πέρα και πάνω απ’ όλες τις αισθήσεις.

Η απόλυτη, καυστική ματιά της χορογράφου καταδικάζει τη νωθρότητα, σε εισάγει σε μιαν αλλόκοτη κατάσταση άπραγης εγρήγορσης και σκεπτικισμού. Δέχεσαι τα χτυπήματα, τα ανάμεικτα συναισθήματα, τα πολλαπλά, απροσδόκητα πλήγματα της ζωής και παρόλα αυτά, πείθεσαι, εν τέλει, πώς αξίζει να συνεχίσεις. Αντιλαμβάνεσαι ταυτόχρονα αυτό που δεν θα έπρεπε να είχες αντιληφθεί: το όνομά σου μεταπίπτει στο όνομα της χώρας σου, «είσαι η Ελλάδα», «πεθαίνεις σαν χώρα». Τι δύσκολο κι ενίοτε ταπεινωτικό, να κουβαλάς όλες τις οδυνηρές σιωπές ενός τόπου, να εισπράττεις ένα παλούκι αδέκαστης πραγματικότητας που πολύ πρόθυμα θα αντάλλασσες με την ανυπαρξία – να γίνεσαι ένα με το πλήθος, ένα πρόσωπο ασαφές, άμορφο, δίχως χαρακτηριστικά, ή μάλλον με χαρακτηριστικά που αλλάζουν διαρκώς, μεταλλάσσονται τόσο που είναι σαν να μην έχεις πια ταυτότητα. Μέσα σ’αυτή την αντιξοότητα κάτι ξύπνησε μέσα μου. Κάτι σχηματίστηκε – εγώ ο ίδιος ίσως - κι έπεσε σαν ψηφίδα φωτός στο σκοτάδι της Μαγκύ. Επιτέλους, αναδύθηκα μέσα από μια ολοκληρωμένη εμπειρία. 

 

*Με αφορμή το έργο Nocturnes της Maguy Marin που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ 2013

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ