Kiss & Cry: Το βασίλειο των λεπτομερειακών αναμνήσεων

kiss_and_cry_3fwt--maarten-vanden-abeele-web

Η παράσταση Kiss & Cry (παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών 2-4 Μαϊου 2014), ένα ξεχωριστό υβρίδιο κινηματογράφου και ζωντανού χορού, συνιστά μια φαινομενολογική μελέτη της οικειότητας που αναπτύσσεται ανάμεσα στο θεατή και τον ερμηνευτή: μια ιδιαίτερη σχέση, πάνω στην οποία χτίζεται όλη η μαγεία του κόσμου των τεχνών, ένα «συμβάν» που κινητοποιεί αισθήσεις και σκέψη.

Η φαντασία μεγενθύνει τις αξίες της πραγματικότητας και το βλέμμα του θεατή, στη συγκεκριμένη παράσταση, περνά από το αποσπασματικό στο διαδοχικό καθώς συγκεντρώνει τα θραύσματα των ιστοριών που εκτυλίσσονται επί σκηνής: το έργο της De Mey δε βασίζεται στην αποκάλυψη του μηχανισμού παραγωγής των εικόνων, δεν πρόκειται δηλαδή για μια επίδειξη κινηματογράφησης σε πραγματικό χρόνο, έστω και αν αυτό είναι έκδηλο και εν πρώτοις άμεσα αναγνώσιμο. Οτιδήποτε παρασκηνιακό, εκτίθεται μπρος στα μάτια μας χωρίς όμως να αποτελεί μέρος της εικόνας, όπως αντίστοιχα «οι δείκτες του ρολογιού δεν μας αποκαλύπτουν το παραμικρό για το μυστήριο του χρόνου».

Έτσι, ξεπερνώντας τα όποια προβλήματα μιας περιγραφικής αφήγησης, η χορογράφος φτάνει σ’ ένα πρωτογενές υλικό με το οποίο αποκαλύπτει τον τρόπο που ο θεατής προσλαμβάνει το σκηνικό «εδώ και τώρα». Εντοπίζει στο εσωτερικό κάθε εικόνας (ή στο εσωτερικό ενός χώρου που εμφανίζεται στην οθόνη) την αρχετυπική, πρωταρχική έννοια του «κατοικώ». Χρησιμοποιώντας το πρόσχημα μιας ερωτικής ιστορίας που μετεωρίζεται ατελεύτητα ανάμεσα στην εξιδανίκευση του πρώτου αγγίγματος και την απογοήτευση που συνοδεύεται από την ανικανότητα έρευσης αυτού του πρωταρχικού συναισθήματος, «περιγράφει» με ιδιαίτερη ευαισθήσια την περιπλάνηση της ηρωίδας στο σύμπαν των αναμνήσεών (ή επιθυμιών) της. Σ’ αυτή τη μακρινή περιοχή, η μνήμη και η φαντασία παραμένουν άρρηκτες. Προσπαθούν αμοιβαία να εισχωρήσουν η μία μέσα στα ανεξερεύνητα βάθη της άλλης. Και οι δύο μαζί συγκροτούν, μέσα στην τάξη των προβεβλημένων ιστοριών τον κοινό τόπο μνήμης και εικόνας. Οι αναμνήσεις μας καταλαμβάνουν ένα ζωτικό χώρο μέσα στον κόσμο, είναι παραλλήλως με την πραγματικότητα ένα «αλλού», κοντινό και μακρινό συγχρόνως – όπως ακριβώς στη σκηνή βιώνει κανείς τη «συγχρονία» της κατασκευής της εικόνας και του βιώματος μέσα σ’ αυτή.

Αν μελετήσουμε τις πραγματικές αφετηρίες των εικόνων, θα διαπιστώσουμε ότι δεν συντίθενται στον πραγματικό χρόνο της κατασκευής τους, αλλά μας παραπέμπουν στο «πριν» του σκηνικού συμβάντος, στα έγκατα των αναμνήσεων. Πράγματι, μέσα από αυτό το οπτικό παράδοξο, το βλέμμα δεν αγκιστρώνεται στο «τώρα», στο παρόν της σκηνικής πράξης, αλλά κατευθύνεται, εναρμονισμένο με την ποιητική διάσταση των εικόνων, σ’ ένα άχρονο παρόν, οχυρώνεται «πίσω από» τη γιγαντιαία επιφάνεια προβολής, εντός των συνόρων της φαντασίας. Ο Gaston Bachelard* αναφέρει σχετικά με την ενεργοποίηση του φανταστικού: «ορισμένες φορές πιστεύουμε ότι αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας μέσα στο χρόνο, ενώ στην πραγματικότητα δεν αναγνωρίζουμε άλλο από μια διαδοχή προσηλώσεων μέσα στους χώρους της αμετακινησίας της ύπαρξης». Ίσως επειδή οι εικόνες που προβάλλονται στην οθόνη είναι α-πρόσωπες – δεν βλέπουμε ποτέ σε πρώτο πλάνο ένα πρόσωπο αλλά μια αποσπασματική προσομοίωση ενός σώματος, ακέφαλου, το οποίο είναι παρόλα αυτά ικανό να φορτίσει αισθητικοκινητικά τη δράση – μας συγκινούν σε ανυποψίαστα βάθη. Η Michèle Anne De Mey εικονογραφεί αριστοτεχνικά την αφήγηση, όπου προβάλλει χέρια, εμείς βλέπουμε σώματα, όχι απλώς διαμελισμένα, αλλά σώματα εν πλήρη δράσει και χάρη σ’ αυτή την αντίστιξη μερικές από τις δικές μας αναμνήσεις βρίσκουν «κατοικία» στις πιο απροσδόκητες εικόνες.

Έτσι ακριβώς διαχειρίζεται την ιδιαιτερότητα της μνημονικής λειτουργίας η χορογράφος: μάς προσφέρει κυψέλες αναμνήσεων από ένα μελίσσι όπου όλοι εργάζονται πυρετωδώς για να εξασφαλίσουν την παραγωγή ενός τόσο γευστικού συστατικού. Αυτή την ιδιαίτερη χωρική συμπύκνωση ο θεατής την εκλαμβάνει ως δεδομένη γιατί μόνο ξεπερνώντας το φαινομενικά εμφανές μπορεί να αποσπάσει τις δικές του συμπτωματικές ιστορίες. Χέρια που κρατιούνται, καπνίζουν, αγγίζονται φευγελέα, ξαποσταίνουν το ένα πάνω στο άλλο, απομακρύνονται, όλα θυμίζουν θραύσματα γνωστών και επανειλημμένα ιδωμένων ιστοριών. Παρόλα αυτά, κάτι μας θέλγει στην πρωταγωνίστρια - εκείνο το χέρι το οποίο επιδιώκει να ξαναζήσει τα 13 δευτερόλεπτα έρωτα που κάποτε σημάδεψαν τη ζωή του. Αυτή την ανάμνηση ριγμένη στο μεγάλο κενό της μνήμης, εμείς την απαλλάσσουμε από το χρονικό σύμπλεγμά της, οικειοποιούμαστε τη μοναξιά εκείνου του προσώπου, την επιθυμούμε, τη νοσταλγούμε, επιβεβαιώνοντας την ανεξίτηλη επίδρασή του. Ακόμη κι αν σβηστεί από το οπτικό μας πεδίο, παραμένει μέσα μας το αδιατύπωτο αίτημα της επανασύνδεσης των δυο ανθρώπων στους οποίους ανήκαν τα χέρια. Άλλωστε, ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα το οποίο κωδικοποιεί με ακρίβεια τα σημεία που δίνονται στο σώμα. 

Όσο «ζωντανά» και αν αναπαριστά τους ανθρώπους, το εσωτερικό των σπιτιών, τις πόλεις, τις καταιγίδες, γνωρίζουμε, παρόλα αυτά, πώς τίποτε από τα παραπάνω «δεν είναι» αληθινό. Η χορογράφος ωθεί τη σκέψη μας να συλλαμβάνει και να σχηματοποιεί συγκρίνοντας, αλλά αναγνωρίζουμε πώς η συγκίνηση δεν προέρχεται από την εικόνα• γεννιέται μέσα μας με την ευκαιρία της εικόνας. «Αυτό που συμβαίνει στο πέρασμα από τα πράγματα στα μάτια και από τα μάτια στην όραση δεν είναι τίποτε περισσότερο από αυτό που συμβαίνει στο πέρασμα από τα πράγματα στα χέρια του τυφλού και από τα χέρια στην σκέψη του», όπως λέει και ο Μορίς Μερλώ Ποντύ**. Στην περίπτωσή μας, το πέρασμα γίνεται από τα χέρια στην όραση και από την όραση στην καρδιά, έτσι ώστε η παράσταση να εντυπωθεί με τρόπο ανεξίτηλο μέσα μας.

 

* Γάλλος φιλόσοφος (1884 - 1962)  /   ** Γάλλος φιλόσοφος (1908 - 1961)  / φωτο © Maarten Vanden Abeele

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ