Η λίμνη των κύκνων: η ανατροπή και ένα σχόλιο επί της ανατροπής

swan-lake-tsjohn-hogg-10-web-small

«Η λίμνη των κύκνων» της νοτιοαφρικανής Ντάντα Μαζίλο δεν είναι απλώς μια επανάγνωση του ομώνυμου κλασικού, ρομαντικού μπαλέτου. Άλλωστε, δεν είναι λίγοι αυτοί που μέχρι σήμερα έχουν επιχειρήσει τον εκσυγχρονισμό του έργου και τη μεταφορά της πλοκής σε σύγχρονα συμφραζόμενα, ώστε η ιστορία να απηχεί ένα εύρυτερο κοινό. Στην ουσία η Μαζίλο, ακολουθώντας τα χνάρια ενός μετα-αποικιοτρα- τικού λόγου, αντιμετωπίζει από τη μεριά της το μπαλέτο σαν «εξωτικό είδος» χορού - αντιστρέφοντας την ισοπεδωτική ματιά της Δύσης γύρω από τον φολκλορικό εξωτισμό με τον οποίο χαρακτηρίζει πολιτισμούς έξω από την επικράτειά της –, ως ένα είδος τέχνης που επιβεβαίωνει τον διαχωρισμό υψηλής και χαμηλής κουλτούρας, αιθέριων υπάρξεων και ζωώδους σεξουαλικής σωματικότητας, άσπιλης ομορφιάς και αχαλίνωτου αισθησιασμού. Όπως ήδη μας προϊδεάζει η χορογράφος στον πρόλογο του έργου, η παρακολούθηση του μπαλέτου απαιτεί συμμόρφωση και σεβασμό στους κώδικές του, οι οποίοι όμως σ’ ένα εξωτερικό μάτι – αυτό του αδαή και χορευτικά απαίδευτου θεατή – μπορεί να φαντάζουν εξαιρετικά αμφιλεγόμενοι ως προς αυτό που προτείνουν, σεξιστικοί ακόμη και υποτιμητικοί για τη γυναίκα. Αυτή ακριβώς την αυστηρή κωδικοποίηση έρχεται να αναιρέσει η εμπρηστική Μαζίλο, εξερευνώντας τη δύναμη της αμφισημίας που προσδίδει κύρος και αξία στο κλασικό έργο. Στη δική της εκδοχή, το μπαλέτο αποδομείται ιεραρχικά, το corps de ballet επιδίδεται ομαδικά σ’ έναν ξέφρενο χορό που δεν αρμόζει στους κανόνες του κλασικού. Μοιάζει περισσότερο με παγανιστική εορτή, χορό μαγισσών (αναρωτιέμαι μήπως κι αυτή η οπτική δεν είναι σύμφυτη με μια δυτικότροπη αντίληψη του αφρικανικού χορού), ή σωστότερα, θα λέγαμε πώς η κίνηση διατηρεί τις δικές της εθνολογικές καταβολές, όπου το σώμα –ωραίο έτσι κι αλλιώς- απελευθερώνεται από κανονιστικού τύπου πρότυπα, αφήνεται στους ρυθμούς της μουσικής, γειωμένο, εκστατικό, ηδονικό. Το ωραίο δεν επικρατεί ως αξία του ενός, αλλά ως αδιαίρετο όλον, ως ευφρόσυνο μήνυμα που μεταφέρεται από το σύνολο των χορευτών προς το κοινό.

Η ανάγνωση της συγκεκριμένης χορογράφου, μεταβάλλει την αντίληψή μας για το δεδομένο έργο, θυμίζοντας πως τόσο η δημιουργία όσο και η πρόσληψη υπόκεινται (εύκολα) σε μια έμφυλη ανάγνωση. Το έργο, όπως αναφέραμε παραπάνω, ξεκινά σκοπίμως με ένα κείμενο που διακωμωδεί μέσω γενικεύσεων τον ανεπίδοτο έρωτα της πρωταγωνίστριας αλλά και την λανθάνουσα ομοφυλοφιλία των αρσενικών που αποστρέφουν το βλέμμα στη διαθέσιμη και εκλιπαρούσα ηρωίδα. Η συγκεκριμένη ανάγνωση έρχεται να μας θυμίσει την εκμετάλλευση και παραπλάνηση του (γυναικείου) ακροατηρίου, να φωτίσει την σεξιστική, πολλές φορές, αντιμετώπιση της γυναίκας-ως-σημείου, αποσταθεροποιώντας έτσι την αμετάβλητη ανδρική οπτική γωνία υπό την οποία παρατηρούμε την εξέλιξη της ιστορίας. Αναρωτιέμαι όμως αν μια τέτοια  οπτική, που επιχειρεί να καταστρατηγήσει τη διαδεδομένη ισχύ του ανδρικού βλέμματος, εκλαμβάνει ταυτόχρονα ως δεδομένη τη θυματοποίηση της γυναίκας –καθιστώντας την εμμονικό και αναπόφευκτο θέμα συζήτησης. Μήπως ένα άλλο βασικό στοιχείο αυτής της έμμεσης, ειρωνικής και ανατρεπτικής εκδοχής του κλασικού έργου είναι η δραματοποίηση του ομοφυλοφιλικού έρωτα σε τέτοιο βαθμό ώστε κι αυτός με τη σειρά του να υπόκειται στα στερεότυπα και τις απολυτότητες μιας κοινωνίας που αδυνατεί να προσλάβει την έμφυλη διάσταση στην ολότητά της;

Αυτός ο κατακερματισμός της ταυτότητας επιβάλλει εκ νέου την πολικότητα: από τη μία μεριά, τη διαμαρτυρία των γυναικών για τον ετεροκαθορισμό τους από τους άνδρες και από την άλλη την ανάγκη χειραφέτησης των ομοφυλόφιλων, εγκλωβισμένων σε μια παθητική επαναστατικότητα, και την παρουσίαση τους ως υποκείμενα που έχουν αποστερηθεί την ουσιώδη εαυτότητά τους. Ενώ η πρόθεση της χορογράφου είναι να καταγγείλει την καταπιεστική και τιμωρητική τακτική της αφρικανικής κοινωνίας απέναντι στους ομοφυλόφιλους, προχωρά στην κατασκευή μιας ψευδεπίγραφης, ως επί το πλείστον, ταυτότητας των παραπάνω. Όπως και στην κλασική εκδοχή του έργου, ο ηθικός πράττων απουσιάζει• ο χαρακτήρας είναι ανίκανος να αυτοπροσδιοριστεί, καλείται μεν να επαναστατήσει ενάντια στην κοινή λογική –σαν να ομολογεί ότι η επιλογή του υπερβαίνει την όποια κανονικότητα– αλλά η απόφασή του δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή από τους υπόλοιπους• θα παραμένει πάντα και υποχρεωτικά η εξαίρεση στον κανόνα. Άρα, δεν έχουμε παρά την ανακύκλωση της προγενέστερης στερεοτυπικής αντίληψης γύρω από τη γυναίκα και την εφαρμογή της στην περίπτωση του ομοφυλόφιλου άνδρα: από τη μία, η καρτερική αναζήτηση της μη-αποδεκτής του ταυτότητας και από την άλλη, η διχοτομική λογική ότι στις ομοερωτικές ιστορίες ο ένας εκ των δύο είναι θηλυπρεπής και ο άλλος macho. Μήπως όμως στην πραγματικότητα η χορογράφος, αντί να ενισχύσει μέσα από την επιρροή του έργου την προτεινόμενη αμφισβήτηση, αναπαράγει τον κυρίαρχο λόγο και αδυνατεί να ξεπεράσει ουσιαστικά τις έννοιες και την εικονοποιία του;

Όπως η παράσταση λαμβάνει υπόψη της τη γνώμη των απαίδευτων χορευτικά θεατών για να καταρρίψει τα όποια στερεότυπα, έτσι θα πρέπει ταυτόχρονα να μην αγνοεί αυτήν των περισσότερο ειδικών και των προσδοκιών που αυτοί τρέφουν απέναντι σε οποιαδήποτε ανανεωτική ματιά. Ο Τζόναθαν Ντόλλιμορ παρατηρεί: «Τίποτα δεν μπορεί να είναι εγγενώς ή ουσιωδώς ανατρεπτικό, γιατί η ανατρεπτικότητα δεν μπορεί, πριν επέλθει το γεγονός της ανατροπής, να είναι τίποτε περισσότερο από μια δυνατότητα». Το ουσιαστικό ερώτημα σε έργα που θίγουν το ζήτημα της έμφυλης ταυτότητας δεν είναι πλέον αν ένας άνδρας «μπορεί» να βιώσει την εξιδανίκευση του έρωτα στο πρόσωπο ενός άλλου άνδρα αλλά αν, δεδομένης της πολιτικό-κοινωνικής κατάστασης, «πρέπει» να διεκδικεί άφοβα την ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε μορφή έρωτα (έτερο, αμφί και όμο). Διαφορετικά, το ερώτημα τίθεται παραπλανητικά και στην περίπτωση αυτή, ίσως θα έπρεπε να σταθούμε ακόμη πιο ανατρεπτικά απέναντι στη σεξιστική λογική που είναι εγγεγραμμένη στη δομή του κλασικού έργου.

 


info: Η Λίμνη των κύκνων σε χορογραφία της Ντάντα Μαζίλο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, 7 έως 9 Ιουνίου 2014.


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ