Αρκαδία, η γη των καμένων προσδοκιών

1926846_10152944715117841_870995055622871884_n

Στην τελευταία του δημιουργία, με τίτλο «Αρκαδία» (Φεστιβάλ Αθηνών 2014), ο Κωνσταντίνος Ρήγος επιστρέφει στα γνώριμα γι’ αυτόν εκφραστικά μέσα: το χοροθέατρο, την επαναδιαπραγμάτευση κλασικών εννοιών μέσα από μια σύγχρονη αισθητική, τον ευρηματικό σκηνικό διάκοσμο αλλά κυρίως το κινητικό λεξιλόγιο των χορευτών του. Η «Αρκαδία» συνιστά για τον Ρήγο μια παράφραση του αρκαδικού ιδεώδους, είναι στην ουσία ένα έργο που δεν επιχειρεί να παραστήσει έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες με το όνομα και την ποιητική εικόνα της (ουτοπικής) Αρκαδίας. Αφορμή για το έργο στάθηκε ένα πραγματικό γεγονός –οι πυρκαγιές στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου πριν από μερικά χρόνια– και όχι η βουκολική ποίηση του Βιργίλιου ή τα ουμανιστικά κηρύγματα της Αναγέννησης. Παρόλα αυτά, η παράσταση διαπραγματεύεται την ουτοπική διάσταση της Αρκαδίας ως σημαντική συνιστώσα του πολιτισμού μας, η οποία παραμένει ακόμη και σήμερα ένα desideratum, μια καθολική πρόκληση στην έκπτωση των αξιών και στο αδιέξοδο της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος ο χορογράφος, το έργο αυτό είναι ένα ρέκβιεμ για τη φύση, τη διαταραγμένη πλέον σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον και τη μονόδρομη πορεία προς τη «απανθράκωση» της ίδιας της ζωής.

Στην «Αρκαδία» του Κ. Ρήγου, η παραπάνω αποφατική προσέγγιση αποκτά έναν διπλό συμβολισμό: από τη μια καλούμαστε να δούμε τη φύση και την ανάκτηση της σχέσης μας με το περιβάλλον ως το ύψιστο ιδανικό –σαν να έχει χαθεί αμετάκλητα η πίστη στο ίδιο το ανθρώπινο είδος– και από την άλλη να διαπραγματευτούμε τη φαντασιωτική φυγή στην ουτοπία, ιδεώδες που «μαστίζει» τις ανθρώπινες σχέσεις από τις απαρχές της σύστασης των κοινωνιών, σαν η αναστολή της διεκδίκησης ή το μη-πραγματοποιήσιμο της φυσικής αρμονικής συνύπαρξης, να αποτελεί ένδειξη μια κοινωνίας που εγκλωβίστηκε πρόωρα και οριστικά στην παιδικότητα.

Το έργο ξεκινά με μια σκηνή που παραπέμπει σε κοσμογονία: από μια δέσμη φωτός αναδύεται ένας έκπτωτος άγγελος, ένας αγγελιοφόρος από το μέλλον που προσπαθεί και πάλι, με τα αποστεωμένα φτερά του, να ξανοιχτεί στο ταξίδι του χρόνου. Είναι μια εικόνα έντονα ποιητική, ανεξήγητα συγκινητική, ίσως γιατί προοιωνίζεται ένα μέλλον νοσηρό, αναγγέλει μ’ έναν τρόπο την αναπόφευκτη καταδίκη της ανθρωπότητας. Στο κάλεσμα αυτό συσπειρώνεται μια ομάδα ανθρώπων που θα επιχειρήσει μια νέα αρχή: θα δοκιμάσει και θα δοκιμαστεί, θα επιβιώσει αντιμετωπίζοντας θεομηνίες, θα απολαύσει σε τόπους ειδυλλιακούς τη γαλήνια συνύπαρξη, τους καρπούς μιας καθόλα δύσκολης και ανερμάτιστης προσπάθειας να ισορροπήσει το Είναι ανάμεσα στο εγώ και το συν-ανήκειν. Ωστόσο, διαπιστώνουμε ότι η φύση του ανθρώπου παραμένει στην ουσία της άλλη: είμαστε κατά βάθος όντα που πεθαίνουν μοναχικά μέσα σε μια ακατανόητη περιπέτεια, αιώνιοι νοσταλγοί μιας χαμένης αλληλουχίας. Υπακούουμε με οδύνη στην παράπανω απαρέγκλιτη συνθήκη, η οποία μας ταυτίζει με μια συμπτωματική ατομικότητα και μας φέρνει αντιμέτωπους με τη φθαρτή μας υπόσταση.

Αυτή η υπαρκτική συνθήκη μπορεί να εκμαιεύσει από τον άνθρωπο τον καλύτερο ή τον χειρότερό του εαυτό. Στην προκειμένη, ο χορογράφος υπεκφεύγει απέναντι στο δίλημμα βασίζοντας στον απρόβλεπτο χαρακτήρα της φύσης όλη την πλοκή του έργου. Ακόμη όμως και αυτή η αναμονή του τυχαίου, δεν φέρνει άλλο από βίαιες εναλλαγές της δράσης, απότομα πισωγυρίσματα σε μια ευφρόσυνη νηνεμία –ή αδιαφορία- που διακόπτεται για να επανέλθει το μοτίβο της τιμωρητικής φύσης. Όλες οι παραπάνω μεταπτώσεις αποδίδονται από τους χορευτές περιγραφικά χωρίς να κορυφώνουν ποτέ τη δράση: έρμαια των υποτιθέμενων συγκινήσεων που επιφέρει η ταχεία ανατροπή της μοίρας, χορεύουν κατατρεγμένοι από  την επόμενη δυστυχία. Ο θρησκευτικός υπαινιγμός και η περιφορά της στολισμένης με κεριά χορεύτριας ή η αναζήτηση προστασίας κάτω από τον ιστό-φόρεμα μιας μάνας αράχνης, αν και μοτίβα με ισχυρούς συμβολισμούς δεν αποκτούν τη δέουσα βαρύτητα ώστε να αισθανθούμε ότι μεταφέρουν μια ελάχιστη μεταφυσική πνοή στο έργο. Μόνο η περιστασιακή εμφάνιση κάποιων αλλόκοτων ζωόμορφων πλασμάτων κάνει αδιόρατα αντιληπτό τον κίνδυνο που καραδοκεί, δίνοντας στις σκηνές την απαραίτητη οικονομία, αλλά και έναν μυστηριακό χαρακτήρα. Δυστυχώς παρότι ο θεατής ψάχνει τη σύνδεσή του με τον αναπαριστώμενο κόσμο, διαπιστώνει ότι ο κόσμος αυτός, ακόμα και στην όποια κενότητά του (συναισθηματική ή ερμηνευτική), παραμένει ένα κακέκτυπο της πραγματικότητας.

Η προτεινόμενη αλληγορία, εντοπίζοντας την αποσύνθεση του κόσμου σε φυσικά αίτια, αδυνατεί να χτίσει πειστικά το ψυχολογικό τοπίο στο οποίο μεταβαίνουν οι χορευτές προκειμένου να ερμηνεύσουν την απώλεια της σχέσης με ό,τι τους περιβάλλει. Σαν να είναι όλα ανώδυνα ή εικονογραφημένα με τέτοιο τρόπο ώστε η δραματική διάσταση να εκφυλίζεται σε μια φιλάρεσκη «εξομολόγηση», το ταξίδι στον εσωτερικό εαυτό υποκύπτει τελικά στα σημάδια μιας κόπωσης σωματικής, απογυμνωμένης ψυχικά και ερμηνευτικά. Τελικά έχει δίκιο ο ποιητής Π. Οικονόμου όταν λέει: «Οι άνθρωποι μοιάζουν τόσο πολύ με αυτό που τους τρώει». Αυτό που παρεισφρέει ως ιός στη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, δεν είναι παρά η μετάλλαξη του πρώτου, η απανθρωποίηση και η απογύμνωσή του από την ελάχιστη, αλλά αναγκαία ευαισθησία προκειμένου να κατανοήσει τη δυσμενή θέση του στον κόσμο και τη σταδιακή απομάκρυνσή του από τη φύση.

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ