Το (κινητικό) πείραμα και το παράδοξο

tracing-_-iriskaryan_elisavetmoraki_small

Στο Tracing, την πιο πρόσφατη δημιουργία της ομάδας ΖΗΤΑ, η χορογράφος Ίρις Καραγιάν επιχειρεί με τον τρόπο της ένα είδος εσωτερικής αναγωγής της κίνησης, διασχίζοντας εγκάρσια την ουσία του χορογραφικού έργου με σκοπό να φτάσει στη βασική του δομή: δίχως αμφιβολία, δεν πρόκειται για μια ψυχολογική ή απλώς εννοιολογική προσέγγιση, αλλά για μια ακτινογραφική, κατά κάποιον τρόπο, διείσδυση, η οποία μαρτυρά συγγένειες ανάμεσα στον τρόπο σύνθεσης του έργου και τον δομισμό.

Η παράσταση ξεκινά με τους τρεις χορευτές σε περίεργα συμπλέγματα, στιγμιότυπα μιας ομαδικής πάλης ή έντονα σωματικών δράσεων οι οποίες συνοδεύονται από φράσεις εμποτισμένες με φιλοσοφικό, υπαρξιακό περιεχόμενο (io non posso vivere contemporaneamente nel mio corpo e nella mia mente – «δεν μπορώ να υπάρχω ταυτόχρονα ως σκέψη και ως σώμα», αντιτείνοντας το παραπάνω στον καρτεσιανό ρασιοναλισμό, στην πρωτοκαθεδρία της σκέψης έναντι του σώματος κ.ο.κ.). Όμως οι χορευτές δε μιλούν τη γλώσσα προκειμένου να αρθρώσουν νοήματα ή για να αναδημιουργήσουν εσωτερικά μια συνθήκη που θα τους υπαγορεύσει τη μεταγενέστερη ψυχολογική ερμηνεία των όσων ειπώθηκαν. Επιχειρείται με άλλα λόγια ένα σχίσμα μεταξύ σωματικής δράσης και έλλογης αντίληψης, σαν να μας προτείνει η χορογράφος να παρακολουθήσουμε το έργο όχι απλά στη συνολική εξέλιξή του, αλλά σαν ένα σύστημα που επιβιώνει αλλάζοντας συνεχώς, ή μάλλον σαν ένα θραύσμα που ανασυντίθεται ανάλογα με τα ευρήματα που θα παραθέσουμε πλάι του. Υπό αυτή την οπτική, ένα κινητικό μοτίβο μπορεί να διατηρηθεί αλλάζοντας τη λειτουργία του ή αντίθετα να εκλείψει παραχωρώντας τη θέση του σε κάποιο άλλο, δίχως να αλλάζει η σημασία ή να χάνει σε πυκνότητα το έργο.

Αυτή η επιστημονική, δομιστική προσέγγιση στην κίνηση μάς οδηγεί στη ψευδή διαπίστωση, ότι οι δράσεις στο χώρο έχουν από μόνες τους μια πολύ ιδιαίτερη «σαφήνεια» (ή σκοπιμότητα) και ότι δεν χρειάζεται να αναζητάμε στην κίνηση κάτι περισσότερο απ’ ό,τι βλέπουμε σ’ αυτήν. Η μοναδική δυσκολία σ’ αυτή την εφαρμογή συνίσταται στο να «οδηγήσουμε» τις ακατάτακτες, χωρικά και συνειρμικά, δράσεις προς κάτι νοηματικά προσπελάσιμο, να αισθανθούμε ότι αποτελούν μέρος ενός όλου – πράγμα το οποίο μας αποκαλύπτεται μόνο στη συνέχεια, ερήμην των προθέσεών μας. Οι κινήσεις των χορευτών κουβαλούν αυτή την εγγενή απροσδιοριστία, υποδεικνύουν ανά πάσα στιγμή, όπως μια πυξίδα που μετακινείται, την ορισμένη θέση του σώματος σε σχέση με τη δεδομένη στιγμή. Αυτονόητο; Όχι απαραίτητα, αν σκεφτεί κανείς ότι οι τρεις ερμηνευτές που κινούνται ασταμάτητα στο χώρο δεν φαίνεται να λειτουργούν αθροιστικά ως προς μια εκτυλισσόμενη, γραμμική εξέλιξη του σκηνικού συμβάντος, αλλά βιώνουν την παροντική στιγμή της κάθε κίνησης σαν να μην έχουν συνείδηση αυτού που ακολουθεί ή προηγήθηκε. Έτσι, το σώμα βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς εκκρεμότητας: αφού δεν συμπληρώνει ό,τι προηγήθηκε, δεν μπορεί –θεωρητικά πάντα- να οδηγηθεί συνειδητά σε αυτό που έπεται.

Η δυσκολία αυτού του εγχειρήματος έγκειται στο γεγονός ότι η κίνηση και οι μεταβολές της θεωρούνται σαν να ήταν πράγματα αυτάρκη, απομονωμένα από τον υπόλοιπο σκηνικό χώρο. Παρότι οι χορευτές δρουν και κινούνται σε αρκετά κοντινή απόσταση μεταξύ τους, μένουν εν τέλει βυθισμένοι σε μια φαινομενική αφασία, αποκομμένοι από τις πιθανές συνάψεις που δημιουργούνται κατά την εκτέλεση των κινητικών μοτίβων. Ακόμη και το στοιχείο της επάναληψης δεν δημιουργεί την αίσθηση ενός γνώριμου υλικού στο οποίο δυνητικά «διαβάζουμε» τι προηγείται και τι ακολουθεί. Αυτή η «ζώνη απροσδιοριστίας» στην οποία εισέρχεται ο θεατής, δοκιμάζει την αντιληπτική ικανότητά του, καταρρίπτοντας τις όποιες a priori εκτιμήσεις και τους πιθανώς εύκολους συσχετισμούς. Αν όμως η αντίληψη του θεατή αναζητά συσχετισμούς στο χώρο προκειμένου να οικειοποιηθεί την παρατηρούμενη δράση, δεν θα έπρεπε, κατά την ακριβή αναλογία, και η δράση να δημιουργεί συσχετισμούς στο χρόνο ώστε να διακρίνουμε, έστω και ανεπαίσθητα την εξέλιξή του;

Είναι δυνατό να συλλάβουμε το σώμα ως κάτι ζωντανό και αποκομμένο από την επαφή του με τα υπόλοιπα εξωτερικά «αντικείμενα»; Γενικότερα, μήπως ο μύθος ενός απομονωμένου σκηνικά χορευτή δεν συνεπάγεται ένα είδος παραλογισμού αφού το ίδιο το σώμα δανείζεται ορισμένες από τις ιδιότητές του σε σχέση με όλα τ’ άλλα –υπαρκτά ή μη- αντικείμενα που βρίσκονται εντός του χώρου – ή εντός του αντιληπτικού πεδίου που ορίζεται ως χώρος; Διερωτώμενοι με άλλα λόγια, αν η κίνηση είναι μια ενδιάθετη κατάσταση ή μια αντίδραση του σώματος σε εξωτερικά ερεθίσματα, μήπως διατυπώνουμε το «πρόβλημα» με όρους ανεπίλυτους, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι είναι κατανοητοί; Είναι σα να καταδικάζουμε την κίνηση σ’ ένα δυϊσμό, ένα διαχωρισμό ανάμεσα σε εξωτερικότητα και εσωτερικότητα, θέτοντας το σώμα άλλοτε ως απόλυτη αξία, από την οποία εκπορεύουν τα πάντα, και άλλοτε ως αντικείμενο των μεταβολών που το ίδιο δέχεται.

Σ’ αυτή την ατέρμονη, οντολογικής φύσεως, αναζήτηση, η χορογράφος δοκιμάζει τα όρια της κίνησης τοποθετώντας την σε μια σκηνή όπου απουσιάζει το κέντρο και όλα τα νοήματα επεκτείνονται αδιακρίτως προς όλες τις κατευθύνσεις. Η Καραγιάν ξεκινώντας από τη δομή του έργου επιχειρεί να ερευνήσει τις συγγένειες της γλώσσας με τη γραφή του σώματος στο χώρο, τη δυνατότητα παρέκκλισης από τις προϋπάρχουσες δομές, και την επινόηση ενός ουτοπικού «περιβάλλοντος» όπου η έκφραση διατηρεί αναλλοίωτη την προσωρινότητά της. Όσο τα προτεινόμενα κινητικά μοτίβα παρεμβάλλονται και πολλαπλασιάζονται, ένα πλήθος κινητηρίων οδών ανοίγονται στο θεατή, τέτοιο που ο τελευταίος χάνεται σε αναρίθμητες πληροφορίες σχετικές με το σκηνικό γίγνεσθαι. Αίσθηση ακόμη πιο φανερή, όταν οι χορευτές καθοδηγούμενοι από τη δίνη της κίνησης δημιουργούν μια σπείρα στο χώρο και λειτουργούν ως ομάδα. Είναι ίσως και η μοναδική στιγμή κατά την οποία ο θεατής δύναται να μεταβεί με ευκολία από τη μονάδα στην ολότητα, να σκιαγραφήσει ευκρινώς όλες τις πιθανές αντιδράσεις που κυοφορεί η κίνηση, να διαπιστώσει τον τρόπο που αυτή κατανέμεται, διασκορπίζεται και αναδομείται μέσα από τον χορογραφικό ιστό.

Τελικά, τι απομένει από την κίνηση, όταν μένει έγκλειστη στο παρόν, αδυνατώντας να μετασχηματίσει το λαμβανόμενο ερέθισμα σε μια αντίδραση που δεν συμβαίνει απλώς επί σκηνής, αλλά οφείλει να προσφέρεται και ως περαιτέρω δράση στον εξωτερικό δέκτη; Μήπως είχαμε για καιρό θεωρήσει το χορό ως ένα κώδικα χωρίς μήνυμα ώστε μας είναι πλέον δύσκολο να τον επανεξετάσουμε σαν ένα μήνυμα χωρίς (συγκεκριμένο) κώδικα; Εύλογα ερωτήματα που αποζητούν ερευνητική διάθεση -σαν αυτή της Ίριδας Καραγιάν- και σαφείς χορογραφικές τοποθετήσεις, ώστε να ανοιχτεί ο χορός σε ένα γόνιμο πεδίο φιλοσοφικών αναζητήσεων.

 


info: To Tracing, έργο της ομάδας χορού ΖΗΤΑ, σε χορογραφία Ίριδας Καραγιάν παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2014


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ