Η ανατροπή εν τη ενώσει

_w2a7258--dominik-mentzos-web--2

Το Eifo Efi* –η πιο πρόσφατη δημιουργία από το ανατρεπτικό, χορευτικό δίδυμο Μανταφούνης-Μαζλιά– βρίσκεται στο μεταίχμιο φιλοσοφικού στοχασμού και κινητικού πειράματος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι διερευνά τα όρια της ερμηνείας της κίνησης, την περατότητα της αντιληπτικής ικανότητας του θεατή, το πρόβλημα της ταυτόχρονης λειτουργίας της κίνησης και του λόγου (εν κινήσει) αλλά και των (πολλαπλών) υβριδικών μορφών που μπορούν να παραχθούν από τη σύζευξη των δύο τελευταίων. Δεν είναι χορός, έτσι όπως είναι ευρύτερα γνωστός στο μέσο θεατή, αλλά ούτε και θεατρική performance, αν σκεφτεί κανείς ότι πληροί τους όρους ενός κατασκευασμένου θεάματος (ξεκάθαρος διαχωρισμός σκηνής/πλατείας, παραστασιακή σύμβαση, προκαθορισμένη διάρκεια). Παρόλα αυτά, στη συγκεκριμένη παράσταση ο λόγος και η κίνηση αλληλεπιδρούν δυναμικά, παλεύουν, συγχωνεύονται και καθορίζουν εν τέλει την ουσία όλου του έργου: παραδρομές της γλώσσας και παραδρομές της κίνησης.

Από την αρχή της παράστασης, οι δυο ερμηνευτές μιλούν ακατάπαυστα, αναπαράγουν ένα λόγο που είναι αδύνατον να τον παρακολουθήσει κανείς νοηματικά. Το παραλήρημα αυτό εκλαμβάνεται περισσότερο ως ηχητικό ερέθισμα, ένα σύμπλεγα ομιλιών και φωνημάτων που στερείται κάθε (γλωσσικής) σημειακής επαναληπτικότητας. Ο καθένας μοιάζει να μιλά και να κινείται από τη δική του μεμονωμένη θέση –άσχετα αν οι πορείες τους στο χώρο διασταυρώνονται ή τα λεγόμενά τους συγχρονίζονται δημιουργώντας μια «φυσική» συνήχηση, σα να βρισκόμαστε σ’ ένα πολύβουο χώρο όπου η γλώσσα –ως άκουσμα– και η κίνηση δημιουργούν τυχαίες ενδιαφέρουσες συνάψεις, οι οποίες μας καλούν, στο βαθμό που ενδιαφερόμαστε γι’ αυτό το φαινόμενο, να αφεθούμε στη μοναδικότητα της στιγμής.

Οι «διαλογικές σχέσεις» που δημιουργούνται μεταξύ των ερμηνευτών έχουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα: δεν μπορούν να περιοριστούν ούτε σε καθαρά λογικές, ούτε σε καθαρά γλωσσολογικές εκδοχές της ομιλίας. Πράγματι, δεν μας ενδιαφέρει η εξέλιξη της «ιστορίας που αφηγούνται», ούτε το ύφος των όσων ειπώνονται. Οι δύο τους μετέχουν στην προφορική απόδοση ενός κειμένου, αλλά δεν εισέρχονται σε μια πραγματική γλωσσική επικοινωνία, ο μεταξύ τους διάλογος συνοψίζει το παράδοξο μιας συγχρονίας όπου τα δύο αντιπαρατιθέμενα εκφωνήματα παραμένουν ξένα μεταξύ τους, δεν αναγνωρίζουν τίποτε το ένα στο άλλο, επειδή όμως θίγουν, φαινομενικά τουλάχιστον, το ίδιο θέμα (π.χ. τη μελέτη της κίνησης ως ένα δυνητικό κείμενο ή το αντίστροφο), εισέρχονται αναπόφευκτα σε διαλογικές σχέσεις μεταξύ τους.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι «ένα εκφώνημα δεν είναι ποτέ μόνο αντανάκλαση ή έκφραση κάποιου πράγματος που ήδη υπάρχει έξω από αυτό, δεδομένο και ολοκληρωμένο» (σύμφωνα και με τα λεγόμενα του Μιχαήλ Μπαχτίν). Αντίστοιχα, η κίνηση μας καλεί να εντοπίσουμε και να εισπράξουμε το σκηνικό συμβάν πέρα από τις προκαθορισμένες σχέσεις των δύο σωμάτων που κινούνται στο χώρο – δηλαδή να προσπαθήσουμε να βρούμε στη δράση στιγμές στις οποίες δεν αναγνωρίζουμε απλώς το φαινόμενο «χορός». Οι κινητικές φράσεις λειτουργούν όπως και ο λόγος• οι δύο ερμηνευτές συνυπάρχουν σ’ αυτές σχεδόν χωρίς να αντιλαμβάνονται ο ένας την παρουσία του άλλου. Ακόμη και όταν τα σώματα συμπλέκονται, δημιουργούν αμήχανες παύσεις, εγκλωβίζονται σε περίεργα σχήματα σαν το ζητούμενο να ήταν ο «αφανισμός» του κάθε χορευτή και η επαναδιαπραγμάτευση της παρουσίας του μέσα από την έννοια της δυάδας. Όντως μερικές φορές δημιουργείται η εντύπωση μιας ετερότητας κατά την οποία ο κάθε ερμηνευτής δεν διακρίνεται από τον άλλο τυπικά, δηλαδή η συνύπαρξη τους δεν ανάγεται στη λογική ή στην αριθμητική διαφορά. Το αντίθετο μάλλον: προσπαθούν να υπερβούν αυτή τη διαχωριστική σχέση που προκύπτει από το απλό γεγονός ότι ο καθένας τους είναι διαφορετικός και να συλλάβουν πώς παραμένοντας απόλυτα έτεροι μπορούν να διαφυλάξουν τη δυαδικότητα στη μεταξύ τους σχέση. Είναι μια πολύ λεπτή ισορροπία, αλλά το μυστικό της βρίσκεται ίσως στην αποδοχή αυτής της δυσκολίας, στο γεγονός ότι οι μεταξύ τους ενώσεις δεν παράγουν πάντα σχήματα εύληπτα και αποδεκτά στο μάτι του κοινού θεατή.

Τα ερωτήματα που γεννιούνται αναφορικά με τη στερεότυπη σχέση χορευτή/θεατή, οδηγούν και εμας τους ίδιους όχι απλώς στην «ερμηνεία» αλλά και στην «κατανόηση» αυτής της παράδοξης, παράτολμης συνεύρεσης. Μετέχουμε σ’ ένα «διάλογο» ο οποίος δεν φαίνεται να έχει νοηματικό τέλος – αλλά μπορεί να διακοπεί από τον ένα ή τον άλλο ερμηνευτή χωρίς αυτό να επιφέρει τον κατακερματισμό του νοήματος. Το ενδιαφέρον μας μετατοπίζεται διαρκώς από τις εντυπώσεις που δημιουργεί η γλώσσα ως ηχητικό ερέθισμα στις κινητικές φράσεις χωρίς να επαναπαύεται σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο πρόσληψης του θεάματος. Οι ασθήσεις μας τίθενται σε εγρήγορση – όπως και οι αισθήσεις των ερμηνευτών -  προκειμένου να αντιληφθούμε ότι είμαστε εν τέλει το τρίτο πρόσωπο σ’ αυτή την ιδιότυπη διαλογική σχέση. Γινόμαστε το φόντο από όπου αντλούν τις παρατηρήσεις τους και μας υπενθυμίζουν ότι η σχέση με το κοινό δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη σχέση των ιδίων με το θέμα της παράστασης. Πρόκειται για μια ζωντανή τριαδικότητα η οποία με έναν τρόπο επαληθεύει τη ρήση του Μιχαήλ Μπαχτίν: «η λέξη είναι ένα δράμα στο οποίο μετέχουν τρία πρόσωπα (δεν είναι ντουέτο, αλλά τρίο)».

Κάθε ζωντανή παρατήρηση, από οποιαδήποτε θέση – είτε αυτή του ερμηνευτή είτε αυτή του θεατή – διατηρεί αναλοίωτη την αξία και τη σημασία της. Ακόμη και αν μειονεκτούμε ως προς το παραπάνω, με την ομολογία ότι πρόκειται για μια «δύσκολη» στην πρόσληψή της παράσταση, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στο χορό ο νους παραμένει αστείρευτος στη σύλληψη των εννοιών και εξαιτίας αυτού, ανοιχτός σε πειραματισμούς και στην εξερεύνηση νέων πεδίων. Είμαστε ευγνώμονες για την τόλμη και την επίμονη δουλειά των δύο δημιουργών, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια θέτουν με αμείωτο ζήλο το ερώτημα: «τι συμβαίνει όταν οι χορευτές παρατηρούν ερμηνεύοντας και οι θεατές ερμηνεύουν παρατηρώντας»;

 


info: * Το Eifo-Efi σε σύλληψη, χορογραφία και ερμηνεία Γιάννη Μανταφούνη και Fabrice Mazliah παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στις  1 & 2 Ιουλίου 2014



 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ