Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας*

east-shadow-press-photo_11-copy-web--2

Στην αναμέτρησή του με τον χρόνο, ο τσέχος χορογράφος Γίρι Κύλιαν, στρέφεται όλο και πιο επίμονα σε ζητήματα τα οποία φαίνεται να συνδέονται άμεσα με το κωμικοτραγικό στοιχείο της ζωής, το μυστήριο της ίδιας της ύπαρξης. Πρόκειται στην ουσία για ερωτήματα τα οποία δεν μπορούν να απαντηθούν, ή σωστότερα, η πρόθεση του δημιουργού είναι να τα θέσει με τρόπο που να αρμόζει στην αναπάντητη φύση τους ώστε να παρασύρουν το κοινό σ’ εκείνη τη μετέωρη αμφιβολία, αναπόσπαστη από το είναι και συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή.

Σ’ αυτή την επίγεια περιπλάνηση προς την αναζήτηση νοήματος, ο Κύλιαν στρέφεται σε θεατρικούς συγγραφείς που συνοψίζουν το παραπάνω παράδοξο. Στην περίπτωση του East Shadow (Φεστιβάλ Αθηνών 2014), πηγή έμπνευσης στάθηκε ο Σάμουελ Μπέκετ. Ο χορογράφος, σε συνέντευξή του, αναφέρεται σ’ εκείνη την ιδιότυπη έλξη προς τον ιρλανδό συγγραφέα, ομολογώντας: «Περιέργως είναι ο αγαπημένος μου, γιατί δεν τον καταλαβαίνω». Πράγματι, η σύνδεση είναι οργανική και αρκετά ουσιαστική: ο Κύλιαν, στα πρότυπα του μπεκετικού σύμπαντος, καταφέρνει να συνθέσει επί σκηνής έναν κόσμο όπου το παρόν είναι πάντοτε φυγή και προσμονή θανάτου ή μια ανερμήνευτη αναμονή ενός τραγικού γεγονότος, όπως η φονική καταστροφή που έπληξε τη Φουκοσίμα το 2011 (το έργο ήταν άλλωστε ανάθεση της τριενάλε Aichi με αφορμή αυτό ακριβώς το γεγονός). 

Στη σκηνή βλέπουμε το εσωτερικό ενός σπιτιού και το είδωλό του, μια συμβολική παράθεση πραγματικού και φασματικού, όπου στη μία περίπτωση έχουμε ζωντανά τους χορευτές και δίπλα ακριβώς την κινηματογραφική τους εκδοχή ή, δοσμένο πιο ποιητικά, την εξιστόρηση της καθημερινής ζωής ενός ζευγαριού μέσα από εικόνες. Αυτή η θέαση/κατάτμηση του χωροχρόνου δεν προσθέτει απλώς μια προβολή που αντιπαρατίθεται στη σκηνική δράση, ούτε υποσκελίζει τη φυσική παρουσία των χορευτών για να μας μαγέψει με το εφέ της εικόνας. Πραγματικό και εικονικό βρίσκονται σε διάλογο: η προβολή λειτουργεί ως βιογραφικό ντοκουμέντο της κοινής πορείας του ζευγαριού, ή θα μπορούσε να πει κανείς ότι λειτουργεί σαν ονειροπόληση των στιγμών που έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το σπίτι, ως εικόνα που αναδιπλασιάζεται, αποκαλύπτει τη διττή σημασία του: αφενός ως χώρος που στεγάζει και αγκαλιάζει τις αναμνήσεις μας και αφετέρου ως χωρική συνθήκη που διαχωρίζει το «έξω» από το «μέσα». 

Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Η ανάγκη που δημιουργείται στον άνθρωπο να διατηρήσει ανέπαφες τις αναμνήσεις του από τη ζωή, ως το ελάχιστο διαθέσιμο ίχνος που μαρτυρά την πορεία του στα εγκόσμια, απαντάται και στην ανάγκη του να προστατέψει τον ιδιωτικό του χώρο, να προφυλάξει το «μέσα» από το «έξω», σαν το «μέσα» να περικλείει όλη την ουσία της ύπαρξης. Είναι εμφανής η αντιπαραβολή που επιχειρείται με τον εξωτερικό κόσμο, τον κίνδυνο που ελλοχεύει «έξω» και το φόβο μιας επερχόμενης απειλής. Για τους περισσότερους ανθρώπους, αυτός ο άγνωστος φόβος, ο ξένος, έρχεται πάντα από «έξω», από αλλού (φέρνοντας στο νου το «επέκεινα» και τις μεταφυσικές προεκτάσεις του). Δεν είναι φτιαγμένος από τις παλιές, ανέμελες αναμνήσεις, δεν πρόκειται απλώς για το φόβο της φθοράς και της διαπίστωσης ότι «ζούμε ξεπληρώνοντας το θάνατο». Είναι ένας φόβος πανανθρώπινος, χωρίς παρελθόν και με άγνωστη φυσιολογία (το τσουνάμι, η πυρηνική καταστροφή, η περιβαλλοντική μόλυνση, ο πόλεμος, η πιθανότητα ενός παγκόσμιου ιού). Εμπρός του πάντα θα αιφνιδιαζόμαστε –όπως και στο θάνατο–, παρά την όποια προσπάθεια να τον καταστήσουμε προβλέψιμο, να ζήσουμε αμέριμνοι υποτιμώντας τον. Αν σκεφτεί κανείς τις διαστάσεις του, τον τρόπο που υφέρπει στην καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου, θα αντιληφθεί πώς διαμιάς η αντίληψη αυτού του κινδύνου μπορεί να καταστρατηγήσει το ίδιο το είναι.

Η πραγματικότητα καθίσταται ολοένα και πιο πνιγηρή, σκοτεινή, αδιεξοδική. Από που να διαφύγει κανείς, πού να προσφύγει; Ακόμη και η συντροφικότητα μοιάζει ανίκανη να ανταπεξέλθει στο βάρος μιας τέτοιας «αποστολής». Πράγματι, μετά από λίγο, το σπίτι ως χώρος φαντάζει ένα «φρικτό απέξω – από μέσα». Ο Κύλιαν μας προετοιμάζει για την καταστροφή από την αρχή του έργου. Ο σκηνικός διάκοσμος είναι έτσι διαμορφωμένος, εγκαταλελειμένος σ’ ένα ημίφως που μαρτυρά το επερχόμενο τέλος, τη δυσκολία να κρατηθεί στο φως το παρόν πριν καταλήξει μια σκιώδης ανάμνηση. Το βλέμμα χάσκει διερωτώμενο μπρος στο σκοτάδι, αφυπνίζεται προσωρινά μπρος στο ελάχιστο δείγμα κίνησης, στην ελάσσονα χειρονομία. Με πόση τέχνη ο δημιουργός θίγει το θέμα της απόλυτης σιωπής που εγκαθιδρύεται ως απροσπέλαστος χώρος μεταξύ του ζευγαριού. Είναι το αδιαπέραστο παρελθόν που μας χωρίζει από το παρόν, είναι εκείνο το τραπέζι που συνοψίζει την καθημερινότητα αλλά και στην απόσταση που υπάρχει μεταξύ των δύο, μια απόσταση που δεν δύναται να καλυφθεί παρά τα χρόνια, τη θέληση, την προσπάθεια. Η απόσταση που ορίζει το τραπέζι είναι η σχέση τους: είναι ο βιωμένος χώρος που υπερβαίνει τον γεωμετρικό.

Μια καθαρά ψυχολογική ερμηνεία θα υποβίβαζε τη γλώσσα του χορογράφου στην αναπαράσταση της πραγματικότητας ενός ζευγαριού που είναι κλεισμένο στη μοναξιά του. Όμως στη φαντασία του θεατή εδραιώνεται μια ουσιαστική παραλληλία ανάμεσα στο σπίτι και στην ανθρώπινη κατάσταση, τέτοια ώστε η ανάγκη προστασίας και αντίστασης του σπιτιού απέναντι στη φυσική καταστροφή να μετατρέπεται σε αξία βαθιά ανθρώπινη, σε συστατικό της ίδιας της ζωής. Τελικά, ο θεατής δεχόμενος αυτή τη μεταφορά, διαπιστώνει ότι το δράμα της υλικής φθοράς συγγενεύει τόσο πολύ με τη σωματική και ψυχική φθορά, με την αδυνατότητα να αναπλάσσει κανείς ό,τι έχει χαθεί μέσα στη «νύχτα του χρόνου». Ο Ρίλκε στα τετράδιά του μιλά γι’ αυτή τη συγχώνευση της ύπαρξης μέσα στο χαμένο σπίτι, για τη «νοσταλγία των τόπων που ποτέ δεν αγαπήθηκαν αρκετά στη διαβατική ώρα». Έτσι και οι χαρακτήρες μοιάζουν να περιδιαβαίνουν στις παρυφές της ύπαρξης, κινούνται στο μεταίχμιο της προσωπικής ιστορίας και του τραυματικού τέλους που επέρχεται με την καταστροφή, είναι, όπως λέει και ο Γκαστόν Μπασλάρ, «πάντα κάτοικοι του κόσμου, παρά τον κόσμο».

* Δανείζομαι τον τίτλο από την ομώνυμη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, εκδ. Κέδρος.
 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ