A Quite Voice: μια χαμηλόφωνη, ουσιαστική χορευτική συνεύρεση

ermira-goro_685x300-thumb-extra_large--2

Ο λόγος γύρω από το επίκαιρο «μεταναστευτικό πρόβλημα» και τη θέση του «ξένου» ανάμεσά μας –ως πολιτική και φυσική οντότητα– φωτίζει ποικίλες όψεις της πολιτισμικής συγκρότησης της σημερινής κοινωνίας, ενώ οι διαστάσεις του παραπάνω προβλήματος καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής καθημερινότητας αποπνέοντας και επιβάλλοντας –συχνά παρά τις ενστάσεις των «απλών» πολιτών– πολιτικές μεταχείρισης και στάσεις που μοιάζουν να εθελοτυφλούν απέναντι στα κρούσματα ρατσιστικής βίας. Άλλωστε, η σημερινή Ευρώπη, με τις ποικίλες εθνικιστικές και μετα-αποικιοκρατικές εκφάνσεις της, υιοθετεί μια «ουδέτερη» στάση απέναντι στις εθνοτικές μειονότητες, αδυνατώντας να προσεγγίσει τις όποιες ενδογενείς διακρίσεις που σχετίζονται με την ιστορία της και τις υπάρχουσες δομές της κοινωνίας.

Πέρα λοιπόν από τις όποιες αξιακές διαχωριστικές σημάνσεις, μεταξύ Ελλήνων πολιτών και αλλοδαπών, η χορογράφος Ερμίρα Γκόρο επιχειρεί, μέσα από την παράσταση A Quiet Voice, να καταγράψει τα πολιτισμικά αναγνωρίσιμα όρια του ατομικού και συλλογικού-κοινωνικού σώματος, να παρουσιάσει στο θεατή ένα καλειδοσκόπιο ταυτοτήτων όπου έννοιες όπως «οικείο» και «ξένο» καταρρίπτονται. Σ’ αυτό το ανορθόδοξο, πολυπληθές και τολμηρό σκηνικό εγχείρημα, η προσπάθεια να αναπαρασταθεί ο ξένος, να σκιαγραφηθεί η ταυτότητά του δίχως μπαναλισμούς και φολκλορικά κλισέ είναι αρκετά δύσκολη και ίσως όχι ακόμη κατασταλαγμένη (αναφέρομαι στην ειδική περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας που παρά την όποια ευαισθησία σε ζητήματα ενσωμάτωσης των μειονοτήτων στους κόλπους της, διαθέτει ταυτόχρονα μια απερίφραστη και αδικαιολόγητη δυσανεξία απέναντι στους ξένους και στην αποδοχή της διαφορετικότητας). Έτσι, ο Άλλος ορίζεται, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ως εκείνη η ανησυχητική ξενότητα που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον αποκλεισμό και την ολοκληρωτική αφομοίωση, γίνεται το υποκατάστατο μιας διπολικής, αντιθετικής εικόνας: ο «καλός» εργάτης ή ο «κακός» εγκληματίας.

Δυστυχώς οι απλουστευτικές γενικεύσεις είναι κοινός τόπος σε θεματικές όπως το μεταναστευτικό και η συλλογική ταυτότητα ενός έθνους (ειδικότερα όσον αφορά τους λευκούς ευρωπαίους που αντιλαμβάνονται ως ξένο οτιδήποτε προέρχεται «έξω από» τη δική του, αυστηρά οριοθετημένη, επικράτεια) και δύσκολα θα μπορούσαν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, ή έστω υπό εξέταση, με εργαλείο απλώς μια παράσταση. Δίκαια λοιπόν, η προσέγγισή της Ερμίρας Γκόρο στέκεται στον ανθρωπολογικό χαρακτήρα μιας πολυεθνικής σκηνικής συνεύρεσης – προσπαθεί, με άλλα λόγια, μέσα από τις προσωπικές μαρτυρίες των συμμετεχόντων και την κατάθεσή τους να κάνει ένα σχόλιο για την ανάγκη συνεύρεσης με τον Άλλο, μια συνάντηση την οποία σπάνια αποπειρόμαστε στην καθημερινή μας ζωή. Στην παράσταση βέβαια δεν απουσιάζουν σχηματικές περιγραφές και προβλέψιμες ενσαρκώσεις του πολυπολιτισμικού – κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι η εξέλιξη της δράσης αποτελεί συχνά μια γραμμική παράθεση στοιχείων ή ο επισχολιασμός τους μέσα από αντιθέσεις (π.χ. η εμφανής διαφορά ανάμεσα στις χορογραφημένες φράσεις και τα πιο ελεύθερα σύνολα). Παρόλα αυτά, η ιδέα αποπνέει μια τρυφερότητα που θα μπορούσε να «σηκώσει» το βάρος των όποιων σκηνοθετικών αδυναμιών. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η μεταιχμιακή παρουσία των ερμηνευτών στις παρυφές της σκηνής, ενώ «περιμένουν τη σειρά τους» για να συμμετάσχουν στο εκάστοτε δρώμενο (π.χ. το στιγμιότυπο με την κυρία που πλέκει). Μια εικόνα που παρέπεμπε άμεσα στην καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων, στην ατελεύτητη αναμονή που δεν προδιαγράφει ούτε μέλλον, ούτε παρόν, αλλά τους αναγκάζει να ζουν σε διαρκή εκκρεμότητα.

Η εξορία σ’ έναν αόριστο χρονικά και χωρικά τόπο ορίζει την «οριακή μορφή του ξένου», τη ριζική αυτή πολιτισμική ετερότητα που τοποθετείται στο μεταίχμιο ανθρώπου και πολίτη. Η χορογράφος θίγει καίρια ζητήματα σχετικά με την ταυτότητά του: το διωγμό, την τιμωρία, το ίδιο το υλικό φορτίο του ανθρώπινου σώματος που μεταφέρεται άλλοτε ως εμπορεύσιμο είδος στα σωθικά των πλοίων, άλλοτε σαν σε νεκρική πομπή, αφημένο στο τελευταίο χάδι των αγαπημένων. Επίσης, όχι τυχαία, οι ασταθείς ισορροπίες μεταξύ πλήθους και ατομικής/μοναχικής παρουσίας αντανακλούν τις κοινωνικές διαδικασίες ενσωμάτωσης: η διαφορετικότητα νοείται ως τέτοια μόνο σε αντιδιαστολή με τη μάζα, μάχεται με την ανάγκη τού να πλαισιώνεται από ένα ευρύτερο σύνολο, αλλά και να ξεχωρίζει. Μια ατελεύτητη διαδικασία «εξοικείωσης» μ’ αυτό που βρίσκεται «έξω» από μας, που περιφέρεται μοναχικά χωρίς να διατυπώνει ή χωρίς να μπορεί να διατυπώσει πάντα την ανάγκη τού να ανήκει κάπου. Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση, κάποιος ξεστρατίζει, αποκολλάται από το υπόλοιπο σύνολο προκειμένου να γευτεί την επαφή με τον «ξένο», να αγγίξει, να αισθανθεί. Το ζεύγος συντηρεί την ψευδαίσθηση της αυτονομίας του, επικεντρώνεται σ’ ένα δικό του «εμείς» που υπόκειται στις ίδιες αντιθέσεις μ’ αυτές που βιώνει η μεγαλύτερη σύνθεση. Οι λεπταίσθητες συγγένειες (του μοναχικού ανθρώπου με το μοναχικό πλήθος) αναπαριστούν με τον πιο εύλογο τρόπο την εμπειρία τού να διαφυλάττει κανείς την ατομικότητά του χωρίς να αποκλείεται από την ομάδα.

Υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζει και συνάμα επιβραβεύει την προσπάθεια της χορογράφου να συγκαλέσει επί σκηνής αυτό το ιδιαίτερο «συμπόσιο», τη γιορτινή συνεύρεση «ξένων» και γηγενών. Είναι μια πτυχή της παράστασης που δεν εξαντλείται στα περατά όρια του σκηνικού χώρου. Το ανήκειν, η ιδιότητα του πολίτη μεταφέρεται ως ζητούμενο και στη συνύπαρξη όσων έχουν προσέλθει στο θέατρο για να δουν την παράσταση. Όταν αντιλαμβάνεται κανείς την πολυπολιτισμική σύνθεση του κοινού, καταλαβαίνει τη σημαντικότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος: το ζητούμενο δεν βρίσκεται μονάχα στο σκηνικό προϊόν, αλλά και σ’ αυτό που επιτυγχάνει η τέχνη σε επίπεδο καθημερινό. Να γίνουμε κοινωνοί της τέχνης, να έρθουμε σε επαφή μ’ αυτό που, ακόμη και με όρους μη παραστατικούς, παραμένει άπιαστο: τη συλλογικότητα. Πριν κλείσουν τα φώτα για την έναρξη της παράστασης, αλλά και μετά το τέλος αυτής, συνειδητοποιούμε πόσο αβίαστα –φαινομενικά τουλάχιστον– μπορεί να επιτευχθεί μια τέτοια, επί μακρόν ποθητή, συνεύρεση. Υπό το χειροκρότημα των συνδαιτημόνων αλλά και τη ζεστασιά των χαμόγελων των συμμετεχόντων, συνευρισκόμαστε τελικά στο πιο μείζον, πολιτικό πεδίο της τέχνης: την αναγνώριση του άλλου, τη δυνατότητα να ξεφύγουμε από τον ασφυκτικό κλοιό που μας συμπιέζει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, την ανάσα, έστω και παροδική, έναντι μιας καθημερινότητας που μαστίζεται από ανισότητες και αδικίες εις βάρος των ευαίσθητων κοινωνικά ομάδων, των «ξένων».

 


info: Το έργο A Quiet Voice σε σύλληψη, σκηνοθεσία και χορογραφία της Ερμίρα Γκόρο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στις 7 & 8 Ιουλίου 2014


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ