Λοξές ματιές σε μια αθέατη πραγματικότητα

dv8_by-ben-hopper-3-web-small--2

Στην τριακονταετή σχεδόν παρουσία της ομάδας DV8 Physical Theatre, ο χορογράφος Lloyd Newson κατάφερε να δημιουργήσει έργα τα οποία ήρθαν σε ρήξη με το κατεστημένο της εποχής και επαναπρότειναν τη «στράτευση» του χορού σε μείζονα θέματα της επικαιρότητας, όπως οι κάθε είδους μειονότητες, η εθνοτική ταυτότητα, το αλλοτροιωμένο από τον καπιταλισμό υποκείμενο. Ο ίδιος ο Νιούσον, ευαισθητοποιημένος πολιτικά, ανέπτυξε στην πορεία –μέσα από ενδελεχή έρευνα και τεκμηρίωση– ένα είδος χορού-ντοκουμέντο, στο οποίο λόγος και κίνηση συστρατεύονται προκείμενου να αποδώσουν με το «ρεαλιστικότερο» τρόπο τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες μελών από ευαίσθητες κοινωνικά ομάδες. Οι παραστάσεις του λοιπόν, συχνά προβοκατόρικες αλλά και με ευρεία απήχηση στο κοινό, παρακινούν το διάλογο σε θέματα τα οποία, ως επί το πλείστον, (παρα)μένουν ασυζήτητα στη δημόσια σφαίρα. 

Η πιο πρόσφατη δημιουργία της ομάδας με τίτλο John*, βασίστηκε στις προσωπικές μαρτυρίες 50 ανδρών γύρω από τη μοναξιά, τη συντροφικότητα, τον σαρκικό πόθο και την ανάγκη του άλλου. Η παράσταση ακολουθεί την πορεία του Τζων, από την τραυματική παιδική ηλικία, με την ενδοοικογενειακή βία και τη σεξουαλική κακοποίηση να διαμορφώνουν τον ευαίσθητο ψυχισμό του παιδιού, στη λαίλαπα των εξαρτήσεων, την ταπείνωση και τη ψυχική απογύμνωση που υφίσταται ο «ήρωας» καθώς εγκλωβίζεται στο λαβύρινθο της τοξικοεξάρτησης και οδηγείται μέσα από διάφορες παραβάσεις στη φυλακή. Τα περιστατικά που παρατίθενται από τη ζωή του –ή τις ζωές εκείνων από τις οποίες αποσπάστηκαν– έχουν συρραφεί με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση μιας ενιαίας, προσωπικής αφήγησης. Ο Τζων ωστόσο είναι πολλαπλός, στο βαθμό που η ταυτότητά του συνοψίζει με συγκινητικό τρόπο όλες τις παθογένειες της σύγχρονης κοινωνίας και αποτελεί ένα είδωλο όλων εκείνων που η κοινωνία επιθυμεί, μέσα από την άσκηση της βιοπολιτικής, να καταστήσει αόρατα.

Εύστοχα λοιπόν ο χορογράφος στήνει όλη την παράσταση μέσα σ’ ένα περιστρεφόμενο σκηνικό όπου οι χαρακτήρες συνεχώς εισέρχονται και εξέρχονται στα διάφορα στιγμιότυπα της αφήγησης, χωρίς να αντιλαμβάνονται τον εγκλεισμό τους. Αυτή η αδυνατότητα διαφυγής, ο «φαύλος κύκλος» με τη μορφή λαβύρινθου, επιτρέπει γρήγορες εναλλαγές στη δράση, με τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό, αλλά και δημιουργεί ένα αίσθημα αποστασιοποίησης στους θεατές. Οι ιστορίες παρατίθενται χωρίς ψυχικό κόστος, τα ντοκουμέντα δεν εκδραματίζονται ώστε να υπάρξει πύκνωση και ενδεχομένως κορύφωση στη δράση. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα σερφάρισμα στην κάθε μεμονωμένη ιστορία, ώστε να μην μεταφέρεται στο θεατή η δραματική εντύπωση του αναπαριστώμενου, να αποζητά τη συνέχεια ενδίδοντας σε μια καθαρά σκοποφιλική, οφθαλμολάγνα διάθεση. Τα καρέ σεξουαλικής βίας διαδέχονται την άχαρη εξιστόρηση των σχέσεων του Τζων, όπου άδεια φορέματα παρελαύνουν στη σκηνή παραπέμποντας στη σεξουαλικοποίηση του γυναικείου φύλου, για να δούμε ακολούθως την ωμότητα των εξαρτήσεων και καταχρήσεων, το θάνατο της μητέρας και την εξίσου «ατυχή» οικογενειακή ζωή της αδερφής του. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, μοιάζει να υποστηρίζει ο χορογράφος, και σίγουρα έτσι είναι, εφόσον δεν υπάρχει συναισθηματική εκφόρτιση. Παρότι λοιπόν τα πρόσωπα της ιστορίας μιλάνε, αδυνατούν να προτάξουν αυτό που τους καθηλώνει στη σιωπή: το πένθος, την επίκληση της ανάμνησης μέσα στην απουσία. Και για τους θεατές, δημιουργείται το εξής οξύμωρο: παραμένουν θεατές μιας αθέατης πραγματικότητας.

Μέσα από τις περιφερειακές αυτές αφηγήσεις καταγράφεται η «αλήθεια» μιας κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία όμως περιορίζεται σε μια καθαρά εργαλειακού τύπου λειτουργία: οι μαρτυρίες δεν μαρτυρούν, δεν μας λένε «τίποτα» για τον τρόπο που το «φυσικό» περιβάλλον του Τζων, οικογενειακό και ευρύτερα κοινωνικό, διαμόρφωσε όχι τόσο τον Τζων-υποκείμενο, αλλά τη δική μας, «ουδέτερη» αντίληψη γι’ αυτόν. Η φράση «αυτό είναι μόνο μια παράσταση» μάς επιτρέπει να αναπαράγουμε συνειδητά ή ασυνείδητα προπαραδοχές σχετικές με την ταυτότητα του άλλου και την κοινωνική του θέση, να προχωρήσουμε σε «αυτονόητα» συμπεράσματα και να επαναλάβουμε απερίσκεπτα ιεραρχίες και ταξινομήσεις που συμβάλλουν στην ισχυροποίηση της θέσης μας και στον αποκλεισμό του άλλου, ως αποκλίνοντα από το κανονικό. Εδώ ωστόσο έγκειται το πρόβλημα: η αναπαράσταση της πραγματικότητας μέσα από έναν «ωμό ρεαλισμό» και η υπερσημασιοδότηση της σεξουαλικότητας, ακόμη και αν αυτή συμπίπτει με τις τεχνικές του σώματος που ακολουθεί μια μερίδα ανθρώπων, δεν αναδεικνύει τη μοναδικότητα της εκάστοτε περίπτωσης, αλλά καταδικάζει το υποκείμενο σε μια «γενικότητα» που το καθιστά διαχειρίσιμο, ευάλωτο και τρωτό απέναντι σε περιορισμένης εμβέλειας συσχετισμούς. Γιατι ο μικρόκοσμος των γκέυ –και μάλιστα μια υποομάδα αυτής της κοινότητας– αντιπαραβάλλεται στο μικρόκοσμο των στιγματισμένων; Πρόκειται για σύμπτωση (ατυχή) ή για σκόπιμη αντιπαραβολή κατά την οποία η σεξουαλική «ιδιαιτερότητα» παρουσιάζεται ως σύμπτωμα ενός τραυματικού παρελθόντος;

Ακόμη και αν αποδεχτούμε λοιπόν ότι πρόκειται «απλώς για μια παράσταση» και άρα, υπό μία έννοια, είναι αδύνατη η παρουσίαση σύνολης της πραγματικότητας, το βλέμμα του θεατή εξακολουθεί να αναζητά τη φανέρωση εκείνης της αποκεκρυμμένης διάστασης που οξύνει την πρόσληψη και τον τοποθετεί σε μια θέση ευθύνης. Η «αισθητικοποίηση του καθημερινού» –ειδικότερα σε περιπτώσεις που θίγονται σημαντικά ζητήματα κοινωνικής φύσης– δεν μας δίνει την «αλήθεια» γύρω από τα ζητήματα αυτά, αλλά κάτι «μη-μυθοπλαστικό». Έτσι, ενώ το αυτοβιογραφικό στοιχείο έχει ως σκοπό να καταστήσει ορατές τις διεργασίες που συστήνουν το κοινωνικό πεδίο, στα μάτια του θεατή εξακολουθούν να μη γίνονται αντιληπτές οι όποιες αλλοιωτικές επιδράσεις της ερμηνείας του κοινωνικού. Σ’ αυτό το τυφλό σημείο δυστυχώς στέκεται και ο χορογράφος, δίνοντας μια παρερμηνεία του «αληθινού», χωρίς να αντιλαμβάνεται πώς το να «καταλάβει» κανείς την ιδιαιτερότητα των αφηγούμενων περιπτώσεων δεν σημαίνει απλώς να τις «δείξει» αλλά να τις «χειριστεί» με τέτοιο τρόπο που υπερβαίνει το χειραγώγιμο, να τις τοποθετήσει πέρα από την ένδεια της σωματικής ανάγκης και την ακόρεστη επιθυμία του βλέμματος του θεατή, δίνοντας προτεραίοτητα σε μια ηθική σχέση με τον άλλο, που δεν τον ισοπεδώνει και δεν τον υποτάσσει στην αυθαιρεσία της κάθε ερμηνείας.

 


info: * Το John σε σύλληψη και σκηνοθεσία Lloyd Newson με τους DV8 Physical Theatre, παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών 12 - 15 Οκτωβρίου 2014


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ