Ασυμμετρία και μοναδικότητα: ένας αναστοχασμός πάνω στις πολλαπλές εκφάνσεις του εαυτού

transforming-me-1

Υπάρχει ένα ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον από τη χορευτική κοινότητα για τη φόρμα του σόλο. Ίσως είναι και αυτό δείγμα των συμπιεσμένων οικονομικών πόρων, των «τραυματικών» εμπειριών της κρίσης και της πιο ώριμης πια πολιτικής ταυτότητας των χορογράφων και χορευτών. Η προσωπική παρουσία του δημιουργού, ο οποίος εμφανίζεται πλέον στη σκηνή «αληθινός» όσο ποτέ, επιζητά τη φανέρωσή του πίσω από τη σύμβαση της ιδιωματικής γλώσσας της κίνησης. Σε τέτοιου είδους απόπειρες είναι εμφανής, όσο και δηλωτική, η αυτοβιογραφική κατάθεση του χορογράφου-ερμηνευτή, η οποία δεν αποσκοπεί καθαρά στον δεξιοτεχνικό εντυπωσιασμό, αλλά στη διαχείριση μιας ευέλικτης και προσιτής φόρμας, σα να πρόκειται για ένα δρώμενο που «κατασκευάζεται» τη στιγμή της παρουσίασής του.

Το δίγλωσσο σόλο της Μέντη Μέγα, Transforming me, ξεκινά από αυτήν ακριβώς την παραδοχή, ότι το πρόσωπο που βρίσκεται ενώπιον του κοινού είναι ορατό και παρατηρήσιμο όπως και στον πραγματικό, εκτός σκηνής κόσμο. Η χορογράφος και ερμηνεύτρια στρέφει το βλέμμα προς εμάς τους θεατές, απαριθμώντας μια σειρά από τυχαία μικροσυμβάντα –τα οποία, αρχικά, ουδόλως πιστεύουμε πώς επηρεάζουν τη σκηνική δράση: Η είσοδος του κοινού στο χώρο, οι συνομιλίες και λοιπές ακούσιες αντιδράσεις που προκύπτουν από την «ασφάλεια» της σύμβασης, ότι εμείς οι θεατές δεν γινόμαστε «ποτέ» αντικείμενο παρατήρησης για όσους βρίσκονται στη σκηνή. Είναι όμως έτσι;

Καταρρίπτοντας εξαρχής την παραπάνω σύμβαση, η χορογράφος μάς τοποθετεί αυτομάτως σε μια θέση εγρήγορσης, ανάλογη με εκείνη που βιώνει η ίδια: παρατηρούμε, αλλά και μας παρατηρούν. Η παράσταση έχει ξεκινήσει λοιπόν, πολύ πριν εμείς αντιληφθούμε τη φαινομενική έναρξή της. Εστιάζοντας εκ νέου την προσοχή μας στη σκηνή, διαπιστώνουμε πώς η ερμηνεύτρια δεν είναι παρά το «φωτισμένο σημείο» μιας κινούμενης ζώνης,  η οποία από την πρώτη κιόλας στιγμή μεταβάλλεται ακατάπαυστα. Σύμφωνα με αυτή τη «λογική», η προσοχή μας συγκρατεί από το δρώμενο ορισμένες μόνο στιγμές, τις οποίες η μνήμη ανασυνθέτει σύμφωνα με έναν προσωπικό και τυχαίο αλγόριθμο. Η παρέμβαση της χορογράφου δια του λόγου μάς καλεί να εμπλακούμε πιο συνειδητά στο ρόλο της παρατήρησης. Έτσι, οι λέξεις που καταγράφονται στα λευκά, χάρτινα, κρεμασμένα πανέλα, δεν είναι απλώς σημεία από τα οποία διέρχεται φευγαλέα η κίνηση• ίσα-ίσα, αποτελούν φορείς εννοιών που αντηχούν πέρα από τα όρια σκηνής, συναρθρώνονται με την επικαιρότητα ορίζοντας ένα διευρυμένο πεδίο ερμηνειών. Η «σκηνική» μνήμη λειτουργεί επειδή το παρελθόν, ιστορικό όσο και προσωπικό, συνεχίζεται αδιάκοπα, εντός και εκτός θεάτρου.

Από αυτή λοιπόν τη θέση επιλέγει να μας μιλήσει η χορογράφος.  Ωστόσο οι λέξεις, «οι οποίες φαίνεται να εκπληρώνουν αυτό που ισχυρίζονται ότι συμβαίνει», υπόκεινται και πάλι στην προσωπική, και εν πολλοίς εξατομικευμένη «ανάγνωση» των θεατών. Η ψευδαίσθηση της συλλογικής εμπειρίας, εντός των τειχών του θεάτρου, παραμένει μια ισχυρή πλάνη, ώστε η ίδια η ατομικότητα –τόσο του θεατή, όσο και αυτή του ερμηνευτή– αποτελεί εν τέλει το στοιχείο εκείνο που διασφαλίζει τη θεατρική εμπειρία. Δεν υπάρχει ένα «τραύμα» ή μια «αλλαγή» (δύο από τις λέξεις που καταγράφονται στα λευκά πανέλα), αλλά άπειρες διαβαθμίσεις των παραπάνω, οι οποίες αναζητούν ένα διάλογο με την κίνηση, ή έστω ο θεατής, αφυπνισμένος από το νόημα των λέξεων, ψάχνει να βρει το σκηνικό αποτύπωμά τους. Η «μεταμόρφωση», την οποία επικαλείται η χορογράφος, σημαίνει επινόηση, άνοιγμα σε «κάθε τι που αλλάζει». Όμως η «μεταμόρφωση», η οποία καθοδηγείται σ’ έναν συνειδητό βαθμό από τη χορογράφο δεν ακυρώνει τη μεταμόρφωση των στοιχείων που συμβαίνουν ερήμην της –σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που υπάρχει ο κίνδυνος, καταργώντας τη σύμβαση του «παθητικού» δέκτη-θεατή, να εισέλθουν στο παιχνίδι δεδομένα που ανατρέπουν τη δράση, πέρα από τον έλεγχο της ερμηνεύτριας. Έτσι, η λέξη «σιωπή» που προτείνει το κοινό για τον επαναπροσδιορισμό της δράσης, δεν γίνεται ποτέ μια μεταβλητή η οποία επιδρά εμφανώς στην εξέλιξη του κομματιού.

Τα γλωσσικά ευρήματα-παίγνια που χρησιμοποιεί –για παράδειγμα η μετάβαση από τη λέξη “hope” στο καθημερινό επιφώνημα «ρε»– λειτουργούν ως θραύσματα τα οποία συνοψίζουν την ιστορική και προσωπική διάσταση στα πράγματα: η ελπίδα σε αντιδιαστολή με τον εκλαϊκευμένο τρόπο προσφώνησης, το όραμα έναντι της απτής, πεζής καθημερινότητας. Η λέξη «αλλαγή» πλάι στη χρονολογία «1980», δημιουργεί επίσης τους εύλογους συνειρμούς για τη διάψευση των προσδοκιών μια γενιάς που εγκλωβίστηκε στην ατελεύτητη αναμονή της «αλλαγής». Παρόλα αυτά, πρόκειται για συνάψεις που προϋποθέτουν μια κοινή αφετηρία με τους θεατές, κοινά βιώματα μέσα από τα οποία μπορεί κανείς να διακρίνει τη διαδρομή από το ατομικό στο συλλογικό. Το αυθόρμητο όμως παζλ των λέξεων δεν ακολουθεί τα μοτίβα της κίνησης. Αν η επανάληψη στην τελευταία θέτει το ερώτημα της ανασύνθεσης και της μεταμόρφωσης της κίνησης, άρα και του ίδιου του σωματικού εαυτού, ποια διαδρομή προτείνεται μέσα από την επανάληψη των λέξεων; Ποια η λειτουργία τους (ηχητική, οπτική, σημασιακή) και σε τι ωφελεί η καταγραφή τους; Συμβαίνει πράγματι μια δια-κειμενική συνάντηση λόγου και κίνησης; Ή πρόκειται για δύο στοιχεία που απλώς παρατάσσονται χωρίς να αλληλοεπηρεάζονται εμφανώς και ουσιωδώς;

Η χορογράφος ενώ ξεκινά με την πρόθεση να απεγκλωβιστεί από τη ρητορική της φόρμας έναντι του περιεχομένου και να ανοιχτεί σ’ ένα ελεύθερο πεδίο συνειρμών, δεν καταφέρνει ωστόσο να κρατήσει την ισορροπία στο διάλογο των δύο στοιχείων: το εννοιολογικό υπερτερεί, όχι σκόπιμα, αλλά γιατί οι λέξεις αδυνατούν να απαλλαχτούν από την ηχώ που δημιουργεί η εκφορά, ή η καταγραφή τους. Η κίνηση, από τη φύση της φευγαλέα και ευμετάβλητη, διαφεύγει των όποιων σημασιολογικών ερμηνειών και ο νους σκοντάφτει συνέχεια στις προτεινόμενες συνάψεις. Ο διπολισμός «εδώ/εκεί», ο οποίος παραπέμπει σε προγενέστερη δουλειά της χορογράφου, ενσαρκώνεται αυτούσιος: από τη μία ο λόγος, από την άλλη η κίνηση. Υπό μία έννοια, ο λόγος «αντιτίθεται» στην κίνηση, υπονομεύει το ρυθμό της και εμποδίζει την πρωτοβουλία η κίνηση να καταστεί αυτούσιος ρόλος. Όπως λέει και ο Λεβινάς, «η ομιλία είναι ρήξη και έναρξη, ρήξη του ρυθμού που μαγεύει και θέλγει τους συνομιλητές –πρόζα». Πώς ξεφεύγουμε τελικά από το δίπολο αυτό (υπερθεματισμός στο λόγο και αφαίρεση στο χορό) και με ποιον τρόπο η κίνηση πλαισιώνει το λόγο, δίχως να αποτελεί υπόμνηση αυτού και περιγραφική συνδήλωση;

 


info: Το σόλο της Μέντη Μέγα Transforming me, παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του MIRfestival 2014, στις 30/11 & 1/12 2014. Διαβάστε περισσότερα εδώ.


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ