Και το σόου συνεχίζεται...

03_julia-talking_michael-bause-web

Στην πιο πρόσφατη δημιουργία του σε συνεργασία με το Hora Disabled Theatre, ο Ζερόμ Μπελ*, το enfant terrible της γαλλικής χορευτικής σκηνής, καταπιάνεται με το δύσκολο θέμα της διανοητικής αναπηρίας και των διακρίσεων που η ίδια η «κοινωνία του θεάματος» εφαρμόζει τυφλά, εντός και εκτός σκηνικών ορίων. Όπως και σε προγενέστερες δημιουργίες του, ο συγκεκριμένος χορογράφος επιδιώκει την αναίρεση των καθιερωμένων θεατρικών συμβάσεων, οι οποίες καθοδηγούν και περιορίζουν την πρόσληψη της διαφορετικότητας, ενώ μας φέρνει αντιμέτωπους για άλλη μια φορά, με τα δικά μας στερεότυπα και τις τακτικές αποκλεισμού, την αδυναμία μας «να βλέπουμε μόνον αυτό που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε».

Ακόμη και υπό αυτό το πρίσμα, η παράσταση δεν γίνεται με σκοπιμότητα να «μάθουμε όσα δεν γνωρίζουμε» γι’ αυτή την ειδική περίπτωση ανθρώπων. Όταν χαρακτηρίζουμε τους ερμηνευτές «ηθοποιούς με νοητική στέρηση», δεν υπονοούμε ήδη ότι ο άλλος, ο διαφορετικός, μας αφορά βάσει μιας πολύ συγκεκριμένης αποκάλυψης (για τι πράγμα είναι «ικανός») και επομένως είναι εξαρχής και αμετάβλητα τοποθετημένος στο εσωτερικό μιας δεδομένης κατανόησης; Από την άλλη όμως, το να σχετιστεί κανείς με το διαφορετικό, δεν σημαίνει να το καταλάβει ως ανεξάρτητο από την αντίληψη που το ανακαλύπτει και το συλλαμβάνει; Πώς μπορούμε να φτάσουμε σ’ αυτή την «καθαρή», απαλλαγμένη από προκατασκευασμένα νοήματα αντίληψη;

Το θέμα λοιπόν, δεν εξαντλείται στο να δείξουμε μόνο «ποιος» είναι ο άλλος, αλλά να εισέλθουμε στα έγκατα της θεατρικής σύμβασης. Πρόκειται για μια διαδικασία, η οποία δεν θα έπρεπε να είναι υποταγμένη στην (περιορισμένη) αντίληψη που έχουμε για τη σκηνική παρουσία των ερμηνευτών με νοητική στέρηση –να είναι επομένως δέσμια μιας σκοποφιλικής διάθεσης, ή να είναι προσαρμοσμένη στη λογική ενός «επιστημονικού πειράματος» προκειμένου να ερεθίσουμε, στα όρια του επιτρεπτού, το κοινό. Αντιθέτως, η θεατρική σύμβαση θα έπρεπε να τίθεται ως προϋπόθεση μιας συνειδητοποίησης, ώστε μέσω αυτής να ερευνούμε περαιτέρω γιατί το ίδιο το σκηνικό γεγονός δεν μας βοηθά να αναιρέσουμε ό,τι έχουμε ήδη κατασκευάσει ως δεδομένο για τον άλλο, πριν καν εισέλθουμε στο χώρο του θεάτρου. Αναζητώντας απαντήσεις, σχετικές με την ταυτότητα των υποκειμένων (ποιος είναι επί σκηνής; μέσα από ποιο πρίσμα τον εισπράττω;), οφείλουμε πριν απ’ όλα να αναρωτηθούμε για το εξής: Ποιος θέτει σε κοινή θέα αυτούς τους ανθρώπους και με ποια κίνητρα;

Ο χορογράφος είναι υποψιασμένος απέναντι στην ολισθηρότητα του παραπάνω ερωτήματος και συνθέτει έτσι τη δομή του έργου, ώστε αυτό που εισπράττουμε τελικά, αυτό στο οποίο γινόμαστε θεατές και στο οποίο καλούμαστε να μετέχουμε, είναι η κατανάλωση των δικών μας αμετακίνητων αντιλήψεων. Η προτεινόμενη διχοτόμηση της αναπηρίας και του θεάτρου γίνεται το κλειδί ανάγνωσης της παράστασης: πράγματι, ενώ το θέμα που δίνεται απροκάλυπτα και προκλητικά στην αρχή της είναι η εικόνα του άλλου, ως ηθοποιού αλλά και ως καθημερινού ανθρώπου που μιλά ανοιχτά για το πρόβλημά του, αυτό που φανερώνεται στη συνέχεια είναι η δική μας δυσανεξία απέναντι στο διαφορετικό. Εκεί ξεδιπλώνεται το δικό μας σύστημα νόησης, δείχνουμε τι εν τέλει κατανοούμε από αυτό που βλέπουμε. Η επίκληση στο συναίσθημα είναι σκόπιμη –όχι γιατί οι περιπτώσεις των ανθρώπων αυτών δεν είναι από μόνες τους συγκινητικές, αλλά γιατί έχουμε εξαρχής αποκλείσει τη δυνατότητα να υπάρξουν χωρίς τη διαμεσολάβηση του «θεάματος». Ο άλλος γίνεται αντιληπτός και ορατός μέσα από ένα αρνητικό πρίσμα θέασης: τον επικροτώ επειδή καταφέρνει, επιδεικνύει, μπορεί με έναν τρόπο να με συγκινεί. Η παραπάνω «συναλλαγή» πραγματοποιείται με αμφισβητήσιμους ηθικούς όρους. Ποιος επέβαλε αυτή την άρνηση που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα συνάντησής μου με τον άλλο; Γιατί η παρουσία του άλλου προσλαμβάνεται με όρους δεξιότητας και ποιο έλλειμμα με καθιστά ανίκανο να εκφράσω οποιαδήποτε γνώμη περί του αισθητικά ωραίου;

Σαφώς, όσοι είδαν την παράσταση είναι σε θέση να κρίνουν ότι δεν τέθηκε ζήτημα αισθητικής αξιολόγησης των χορευτικών αυτοσχεδιασμών και ότι η αντίδραση του κοινού λειτούργησε (μόνο) ενθαρρυντικά στο εκάστοτε εγχείρημα-σόλο. Όμως τότε γιατί σε κάποιες περιπτώσεις το κοινό δεν χειροκροτούσε ή αντιδρούσε αμήχανα στην παρουσίαση των χορογραφιών; Μπορεί η αίσθηση του ωραίου να λογοκρίνει την αίσθηση του ανθρώπινου; Μας έχουν παράδοξα συνηθίσει να πιστεύουμε ότι ο χορός (και η τέχνη γενικά) εκδηλώνεται και εντάσσεται στο πεδίο του καθημερινού μέσα από ανταγωνισμούς και μάχες, είναι με άλλα λόγια ένας αγώνας επικράτησης του καλύτερου. Και όμως αυτή η μαχητική και «βίαιη» διάσταση της τέχνης είναι πράγματι ικανή να εδραιώσει μιαν άλλη, ανθρωπινότερη τάξη; Ποιες συνθήκες δεξίωσης πρέπει να υπάρξουν προκειμένου να ειρηνεύσουν οι σχέσεις μας με κάθε ευάλωτη ύπαρξη και να απελευθερώσουμε το βλέμμα από τις τετριμμένες, πλην όμως παγιωμένες και χοντροκομμένες αντιλήψεις μας; Γιατί ο χαρακτηρισμός «ευάλωτος» που μόλις χρησιμοποιήθηκε δεν μπορεί να αποτελέσει το κύριο κριτήριο της κατανόησης του άλλου, δίχως να υποπέσουμε σε παρερμηνείες λόγω συναισθηματισμού;

Ο Ζερόμ Μπελ αποφαίνεται σχετικά μ’ αυτό: «[...] θα προτιμούσα να τους δείξω με λάθος τρόπο παρά να μην τους δείξω καθόλου». Αυτή η φράση θα μπορούσε και να αποδοθεί ως εξής: θα προτιμούσα να τους κατανοήσω με λάθος τρόπο παρά να μην τους εκθέσω καθόλου. Ο Λεβινάς υποστηρίζει σχετικά με αυτό: «είμαστε υπεύθυνοι πέρα από τις προθέσεις μας. Το βλέμμα που κατευθύνει την πράξη δεν μπορεί να αποφύγει την πράξη που γίνεται από αβλεψία». Ο προβληματισμός (μου) λοιπόν, είναι αν πράγματι ο χορογράφος «καλεί» τους ανθρώπους αυτούς επί σκηνής ή απλώς επικαλείται την αναπηρία τους για να προσφέρει ένα καταναλώσιμο αλλά ασυνήθιστο θέμα/θέαμα στο κοινό. Αυτή η «μερικότητα» της αντίληψης, μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι οι ερμηνευτές χωρίς να αποπροσωποιούνται ολοκληρωτικά –βρίσκονται άλλωστε επωνύμως επί σκηνής– παραμένουν δέσμιοι μπροστά στην εξουσία του βλέμματος του θεατή (ο κάθε θεατής μπορεί να γελά ανωνύμως μαζί τους, να τους επικροτεί για τις επιδόσεις τους, να ταυτίζεται ή να απωθείται από το όλο θέαμα).

Η ιδιότυπη «κατοχή» που ασκούμε στον άλλο δια του βλέμματος είναι ένας τρόπος, εν μέρει, να τον αρνούμαστε, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει. Οι δυνατότητες να υπάρχει καθορίζονται από τις «αρνήσεις» που του επιβάλλονται. Άρα, ο τρόπος να «δούμε» τον άλλο πραγματικά, εξαρτάται από το πώς διαχειριζόμαστε την ανικανότητά μας να ξεχωρίσουμε αυτό που δεν μπορούμε να δούμε. «Η όραση είναι βέβαια το όριο της εξουσίας που μπορώ να έχω πάνω στο αντικείμενο, αλλά είναι ήδη η ίδια απόλαυση». Όπερ σημαίνει, η απρόσκοπτη φανέρωση «αυτού που είναι» οι άνθρωποι με διανοητικές αναπηρίες, δεν μπορεί να συμβεί επί σκηνής με όρους πραγματικούς, γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση το άμεσο δεδομένο συλλαμβάνεται «εικονικά» και «μαζικά», δηλαδή δίνεται βάσει αυτού που «θέλει» το κοινό να είναι. Όλα μπορούν να φαίνονται αρκετά ανθρώπινα και συγκινητικά, άλλα τι συμβαίνει όταν εμμένει κανείς στη σύλληψη ενός όντος που στην καθημερινότητά του είναι αόρατο και μόνο χάρη στον «σκηνικό ορίζοντα» αποκτά σημασία και καθίσταται ορατό;

Επιστρέφοντας στον Λεβινάς, και στην ευθύνη που μας καλεί να πάρουμε απέναντι στον άλλο, θα έλεγα πώς η σημασία των προσώπων αυτών πρέπει να εντοπιστεί εκτός των ορίων που θέτει η σκηνική σύμβαση. Ελλείψει αυτής της ηθικής σχέσης μας με τον άλλον, είμαστε καταδικασμένοι να τον επινοούμε στο βαθμό που μπορούμε να τον συλλάβουμε, αρνούμενοι διαστάσεις και πτυχές του οι οποίες ποτέ δεν μας «φανερώθηκαν». Στην πραγματικότητα όμως, «το ανθρώπινο δεν προσφέρεται παρά μόνο σε μια σχέση που δεν είναι εξουσία». Σε κάθε άλλη περίπτωση, το σόου απλώς συνεχίζεται.

 


info: * Το κείμενο του Τάσου Κουκουτά γράφτηκε με αφορμή τη νέα δημιουργία του Ζερόμ Μπελ σε συνεργασία με το Hora Disabled Theatre, που παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 12-13 Δεκεμβρίου 2014.


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ