Αφέντης και δούλος: μια ενδοσκοπική ματιά στον άπληστο βίο του ανθρώπου

manphoto03-small

Με αφετηρία το διήγημα «Αφέντης και δούλος» του μεγάλου ρώσου συγγραφέα Λεβ Νικολάγιεβιτς Τολστόι, η Αμάλια Μπένετ στο έργο της Master and Man εμπνέεται και ανασυνθέτει μια δική της εκδοχή της ιστορίας. Η δική της «γραφή» ωστόσο δεν επιδιώκει να αναπαραστήσει μέσω της κίνησης τα τεκταινόμενα της αφήγησης• χρησιμοποιεί το αλληγορικό στοιχείο του διηγήματος για να αναδείξει τη (σωματική και ψυχική) πάλη του ανθρώπου απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό (νοούμενη σημειολογικά ως αυτοκυριαρχία), αλλά και της έντονης επιθυμίας του να κρατηθεί ζωντανός σε πείσμα των ακραίων (καιρικών και κοινωνικών) συνθηκών.

Παρότι η σκηνική δράση ακολουθεί σχηματικά τη γραμμική εξιστόρηση του περιεχομένου του διηγήματος, δεν εγκλωβίζεται σ’ αυτό. Η σκηνή, απογυμνωμένη από συμβατικά θεατρικά και διακοσμητικά στοιχεία, αναπλάθει ένα χώρο μετα-αποκαλυπτικό και παραπέμπει συμβολικά σε ένα τόπο μη προσδιορισμένο χωρικά ή χρονικά. Το μόνο στοιχείο που κατακλύζει το χώρο είναι ο ήχος του ανέμου, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ενός αφιλόξενου περιβάλλοντος, την αίσθηση του κατατρεγμού της ζωής από τις δυνάμεις της φύσης. Μέσα σ’ αυτόν τον υπόλευκο και αποδομημένο σκηνικά χώρο, τρεις ερμηνευτές αναδύονται ως οι κεντρικοί «χαρακτήρες» του έργου: μοιάζουν να έχουν μόλις ξυπνήσει από χειμερία νάρκη, στα σώματά τους αναγνωρίζει κανείς τα σημάδια μιας κοπιαστικής βιοπάλης. Υπάρχει σ’ αυτό το στιγμιότυπο και μια μεταφυσική αναφορά –ανάλογη του ποιητικού λυρισμού του Μπέλα Ταρ- όπου οι χαρακτήρες, εξοικονομώντας τις απαραίτητες δυνάμεις για την επιβίωσή τους συρρικνώνονται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ ζωτικής ορμής και παραίτησης. Είναι σα να υπάρχουν σχεδόν καταναγκαστικά –παρόλο που ο καταναγκασμός στην περίπτωση αυτή καθίσταται η ύσταση ένδειξη ζωής. Παραδομένοι σ’ αυτή τη θανατηφόρα και γαλήνια συνάμα πάλη (ο άνθρωπος ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό και ενάντια στις δυνάμεις της φύσης) οι ερμηνευτές διασχίζουν τη σκηνή δημιούργωντας συμπλέγματα πλαστικής ομορφιάς: σφιχταγκαλιάζονται, σπρώχνονται, αντιστέκτονται στη δίνη του ανέμου σαν μια ανθρώπινη γροθιά που ορθώνεται ως αντίσταση στο μένος της φύσης. Τη σκηνή αυτή πλαισιώνουν οι φωνές τριών τραγουδιστών, με ύφος που συνδυάζει το αισθηματικό λυρισμό των lamenti ή την κατάνυξη μιας ψαλμωδίας.

Την αργόσυρτη, αλλά και υποβλητική εισαγωγή –η οποία προετοιμάζει τον θεατή σε  συναισθηματική κατάβαση απροσδιόριστου βάθους– διαδέχεται η είσοδος μιας ομάδας αρτοποιών που μοιάζει να υπονομεύει ό,τι αίσθηση έχουμε αποκομίσει μέχρι τώρα από την παράσταση. Αυτό το δευτερεύον θεατρικό στιγμιότυπο, αν και σύντομο, είναι ατυχές στη σύλληψή του: οι σκόπιμα παρωδιακές γκριμάτσες των νεαρών ηθοποιών-σπουδαστών, αποδίδουν μονάχα αυτό που δεν μπορεί να κρύψει η απειρία τους. Η διακωμώδηση ενός τόσο ισχυρού συμβολικά θέματος –ακόμη και πέρα από θρησκευτικές ή θρησκόληπτες συμβολοποιήσεις– θα τύχαινε καλύτερης αντιμετώπισης από ερμηνείες που δεν στοχεύουν στο προφανές, αλλά μετατρέπουν το καθημερινό τελετουργικό της ζύμωσης σε όχημα ικανό να αναπαραστήσει ή να συνοψίσει τις αντιθέσεις της ίδιας της ζωής: την απόλαυση πλάι στην «απληστία» της πείνας, το μοίρασμα πλάι στην ισοπεδωτική αίσθηση της επιβίωσης, την κοινότητα πλάι στην ατομικότητα που επιδιώκει να αναδειχθεί εν μέσω όλων των υπολοίπων. Ακόμη και σαν αντιπερισπασμός, αυτό το στιγμιότυπο, στις παρυφές του σκηνικού θεάματος –δηλώνοντας ευθαρσώς το κωμικό έναντι του ποιητικού– δεν παρασύρει τους τρεις βασικούς χαρακτήρες σε μια δράση της οποίας την προέκταση θα αντιληφθούμε στη συνέχεια επί σκηνής. Οι ερμηνευτές δεν αφομοιώνουν κάτι από την παρενθετική αυτή φράση –μοιάζουν να εξέρχονται από αυτή ανεπηρέαστοι και να εισέρχονται πάλι σ’ αυτό από το οποίο είχαν αρχικά ξεστρατίσει. 

Η επαναφορά στο σκηνικό χώρο γίνεται ακαριαία. Ξεκινά και πάλι η περιδίνηση των ερμηνευτών, οι οποίοι προσπαθούν να ανακτήσουν τη χαμένη διαδρομή. Η σωματική επαφή γίνεται περισσότερο βίαιη αλλά και χειριστική, ενώ δεν λείπουν στιγμές που τα πάντα υποτάσσονται σε μια καρτερική σιωπή, μικρές παύσεις ανασυγκρότησης που προμηνύουν τη διστακτικότητα και το θάρρος για τη συνέχεια. Αυτή η εναλλαγή του τοπίου –ο φυσικός κόσμος αποτελεί μιαν εύστοχη μεταφορά του μεταβλητού ψυχισμού των ηρώων–, το πέρασμα από το παγερό «έξω» στο δυσεύρευτο και ανακουφιστικό «μέσα», υποκινεί τους χαρακτήρες στην φαινομενικά ατέρμονη διαδρομή τους. Οι ευλογοφανείς αναφορές στο διήγημα –η σκηνή με την άμαξα και το άλογο– δεν στερούνται δύναμης και εμβέλειας.

Ωστόσο, είναι η εικόνα με τη μεμβράνη και τον χορευτή (σε αντιστοιχία με την εικόνα του ανθρώπου που παλεύει με τον άνεμο) που συγκλονίζει και παρασύρει τον θεατή σε ένα διαφορετικό πεδίο συνειρμών. Η μεμβράνη λειτουργεί διττά, ως αμνιακός σάκος αλλά και θανατηφόρο παιχνίδι ασφυκτικού εναγκαλισμού με τον άνθρωπο. Υπάρχει μια επικινδυνότητα, κάτι αφελές και συνάμα συγκινητικό σ’ αυτό το «ντουέτο» του χορευτή με το άψυχο αντικείμενο –συμπυκνώνει την ίδια τη διπολικότητα της ζωής που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην εμμονική αντίσταση και την αβέβαιη παραίτηση. Το σώμα στο ενδιάμεσο αυτών των ταλαντώσεων παραδίδεται τελικά εξουθενωμένο, αλλά και συμφιλιωμένο με τη φθορά (του). Πτώσεις, στροβιλισμοί, σαρωτικά κυλίσματα στο πάτωμα και επαναφορές, δείχνουν πόσο παραδομένος είναι ο άνθρωπος σ’ αυτόν τον ανεξήγητο, αλλά και ατελεύτητο αγώνα να ισορροπήσει ανάμεσα σε ό,τι τροφοδοτεί τη ζωή και παράλληλα επιφέρει το θάνατο.

Ένα μέρος αυτής της ορμής του χορευτή –για να παραστήσουμε και τον θρησκευτικό διδακτισμό του Τολστόι– στρέφεται ενάντια στον εξωτερικό κόσμο και εμφανίζεται ως ορμή επιθετικότητας και καταστροφής. Ο άνθρωπος, επιμένοντας στην επιβεβαίωση της παντοδυναμίας του, επιθυμεί να κατακτήσει τον κόσμο. Σ’ αυτή την ορμή ο συγγραφέας θα αντιπαραθέσει τη σημασία της θρησκείας ως το τελευταίο καταφύγιο της ανθρωπότητας. Βέβαια, ακόμη και ο ίδιος δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει για τον εαυτό του τη «μυστικιστική ευτυχία» που φαίνεται να υπόσχεται η θρησκεία και πέρα από τις ηθικοχριστιανικές προτροπές, αντιλαμβάνεται ότι μιαν αναντίρρητη δύναμη του κακού συνυπάρχει με την παντοδυναμία και την υπέρτατη καλοσύνη.

Το τελαυταίο μέρος της παράστασης συμπυκνώνει αυτήν ακριβώς την παραδοξότητα: τα σώματα των ερμηνευτών προσπαθούν να συγχωνευτούν σε ένα, παρουσιάζοντας εμφατικά την παραμορφωμένη, εκτρωματική φύση του ανθρώπου. Ο «δούλος» ως φύση παρασιτική, γραπώνεται στο σώμα του αφέντη-ξενιστή: είναι μια σχέση εξάρτησης, αλλά και μια σχέση ζωτικής σημασίας. Η χορογράφος όμως δεν μας αφήνει με αυτήν την πικρή παραδοχή. Λίγο πριν κλείσουν τα φώτα και ενώ το σώμα του χορευτή που έχει μείνει στη σκηνή μοιάζει να επιστρέφει στη νωχελική, αρχική συνθήκη του έργου, μια πνοή αισιοδοξίας, χωρίς ίχνος διδακτισμού, αχνοφαίνεται κάτω από τη βαρειά ενδυμασία του: είναι η καρδιά που αναβοσβήνει, ίσως η τελευταία ψηφίδα πολιτισμού που διασώζεται αναλοίωτη. Σ’ αυτήν στρέφονται οι άνθρωποι όταν όλα γύρω τους καταρρέουν, εκεί εναποθέτουν την ύστατη ελπίδα. Είναι η υπόσχεση μιας καινούργιας αρχής.

 


info: Το Master and Man σε χορογραφία της Αμάλια Μπένετ θα παρουσιάζεται στο θέατρο Πόρτα ως τις 16/2/2015. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ