Τα κύματα... χωρίς τη Βιρτζίνια

elvedon-hi-rez-2-web--3

Μια αναλυτική προσέγγιση στο  "Elvedon"

έργο του χορογράφου Χ. Παπαδόπουλου

(1η δημοσίευση 8/3/2015)

Έχουμε συνηθίσει, σε καιρούς επικοινωνιακής λαίλαπας, να διαβάζουμε για τις πηγές έμπνευσης των καλλιτεχνών, την τριβή τους με δύσκολα φιλοσοφικά ή επίκαιρα και αμφιλεγόμενα ερωτήματα –χωρίς, υποχρεωτικά, να βλέπουμε στη συνέχεια την επιτυχή σκηνική τους πραγμάτευση. Ωστόσο, η περίπτωση του Χρήστου Παπαδόπουλου, που καταπιάστηκε με «Τα κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ, διαφέρει: δεν είναι –όπως λανθασμένα αναπαράγεται στα μέσα επικοινωνίας- ένα έργο βασισμένο στο πρωτότυπο συγγραφικό πόνημα της μεγάλης συγγραφέως, δηλαδή δεν αναζητά κανείς σαφείς παραπομπές ή έστω υπόγειες διασταυρώσεις με τη ζωή των έξι προσώπων όπως προκύπτουν μέσα από την αφήγηση. Κάθε άλλο, χρησιμοποιώντας τα δομικά υλικά της συνειδησιακής γραφής της Γουλφ, κυρίως τη συνιστώσα του χρόνου, ο χορογράφος καταφέρνει να συντονίσει ένα κινητικό σχόλιο πάνω στο «βηματισμό» του κειμένου, να παράξει μια σύνθεση που διαφεύγει της γλαφυρής αναπαράστασης των αφηγούμενων καταστάσεων.

Πράγματι, η αναφορά στο πρωτότυπο είναι δυσδιάκριτη• ο γυμνός σκηνικός χώρος, η αδιάφορη ενδυματολογική προσέγγιση –αυτό που λέμε συχνά ρούχα πρόβας- και η ελάχιστη φωτιστική επιμέλεια επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι ο χορογράφος δεν αναζήτησε ούτε στιγμή να αναμετρηθεί με την αναπαραστατική «αλήθεια» του εγχειρήματος, να βρεθεί δηλαδή εγκλωβισμένος στην περιγραφή ή εξεικόνιση σχέσεων, συγκρούσεων ή στην ανάγκη σκιαγράφησης των χαρακτήρων του μυθιστορήματος. Δεν θα ήταν άστοχο να υποστηρίξουμε, ότι ο χορογράφος επιχείρησε μια αποδόμηση του πρωτότυπου, εισχωρώντας στο ίδιο το ίχνος της γραφής της Γουλφ. Έτσι, η κινητική του γραφή οικειοποιήθηκε κατά τρόπο παράδοξο εκείνη της συγγραφέως, αναστρέφοντάς την, ξεπερνώντας το λογοκεντρικό φορτίο το οποίο αναπόφευκτα μεταφέρει ο γραπτός λόγος. Είναι σα να θέλησε, μέσα από το αποτύπωμα της επίδρασης που του άσκησε το πρωτότυπο, να δημιουργήσει ένα σημαίνον (την κίνηση) χωρίς σημαινόμενο, ή μάλλον χωρίς εκείνη την επεξηγηματική διάθεση η οποία υποχρεώνει τον δημιουργό να μαρτυρά τις καταβολές της έμπνευσής του.

Αυτή η ιδιαίτερη γραφή παραπέμπει αναμφίβολα στον τρόπο που η συγγραφέας συλλαμβάνει την ουσία του χρόνου μέσα από το έργο της: είναι σα να επιθυμεί την επιστροφή σε μια πρωταρχική, απροσδιόριστη χρονική στιγμή. Πρόκειται, όμως, για μια επανάληψη που δεν αναλώνεται στην προσδοκία της επαναφοράς ενός προσώπου ή ενός περιστατικού στο παρόν –δεν έχει να κάνει με το αίσθημα της νοσταλγίας. Αντ’ αυτού δημιουργεί μια συνθήκη άχρονης περιπλάνησης, καθιστώντας ως κεντρικό της θέμα την ίδια την απουσία: σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε αυτή να εκπληρώνει κάθε δυνατότητα, ελπίδα ή υπόσχεση παρουσίας. Κατ’ αναλογία, οι χορευτές, μέσα από την ιδιαίτερη «εν κινήσει ακινησία» τους, μοιάζουν εγκλωβισμένοι σ’ ένα σκηνικό σύμπαν όπου οι τροχιές τους είναι έτσι προσχεδιασμένες, ώστε να μη διατρέχουν ποτέ τον «κίνδυνο της συνάντησης». Σαν ο αλγόριθμος της γραφής αυτής να μην επιτρέπει παρά μια ακίνδυνη γειτνίαση – ποτέ όμως μια παρακινδυνευμένη δράση που θα διετάρασσε την ισορροπία του όλου συστήματος.

Από την αρχή της παράστασης καθίσταται σαφής η διαδικασία μύησης στο δρώμενο. Οι ερμηνευτές, συντονισμένοι απόλυτα στο ρυθμό ενός μουσικού μοτίβου, επιδίδονται σε μικροκινήσεις ή ταλαντώσεις, με τις οποίες, επίμονα αλλά πολύ αργά, μεταφέρονται στο χώρο. Αυτές οι αδιόρατες μετατοπίσεις δημιουργούν μια φαινομενική στατικότητα στο χώρο, τη διάθεση μετακίνησης χωρίς προορισμό –ή μάλλον στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα του προορισμού είναι εκείνο που διαρκώς αναβάλλεται. Η αδιάκοπη προσμονή του επερχόμενου, επιτρέπει στο βλέμμα του θεατή να πλανηθεί όχι μόνο σε λεπτομέρειες της ίδιας της σωματικής κατάστασης των χορευτών (οι οποίοι εμφανώς υπακούνε άνισα στις αυστηρές μετρικές οδηγίες του μουσικού θέματος), αλλά και να επικεντρωθεί σε επιμέρους δομικά στοιχεία, όπως η αμετάβλητη συνθήκη του χώρου, η διαδοχική, ανεπαίσθητη μετάβαση από τη μία κίνηση στην άλλη, η διαστολή του χρόνου εν μέσω επανάληψης.

Η καθαρότητα της κίνησης αλλά και η εγγενής αμφισημία της στατικότητας (είναι καθήλωση ή επιμονή;) συνδιαμορφώνουν και μια άλλη, μείζονα χωρική συνθήκη: τα σώματα περιφρουρούν, προστατεύουν, οριοθετούν έναν απόλυτα ιδιωτικό χώρο. Συμβολοποιούν αυτό που στη γραφή της Γουλφ μπορεί να εκληφθεί ως απόλυτος ψυχολογισμός, εσωτερικότητα, εσωστρέφεια. Αυτή η συχνά αδιαπέραστη και συνάμα εύθραυστη γραφή συμπυκνώνει μέσα της ένα γίγνεσθαι εικόνων, αισθήσεων, επιθυμιών, πόθων και παρορμήσεων• είναι κατ’ουσίαν το αντίθετο από αυτό που δείχνει να είναι. Η αντίστροφη φαινομενικότητα δημιουργεί στο θεατή έναν εκνευρισμό, μια αγωνία καθώς συναισθάνεται τον αναβρασμό, τη σταδιακή κορύφωση της δράσης χωρίς όμως να βλέπει συγχρόνως το σκηνικό εκτόπισμά της. Είναι σα να αναβαίνουν οι σφυγμοί χωρίς να βαραίνουν οι ανάσες, μια μαύρη τρύπα ρουφά κάθε σήμα, κάθε υπόνοια παρέκκλισης από το περίκλειστο, «μοναχικό σύμπαν των υποκειμένων».

Ακόμη και η προβλέψιμη δίνη στην οποία οδηγούνται οι χορευτές στο τέλος της παράστασης, όσο ιλιγγιώδης ή χαοτική και αν είναι, δεν οδηγεί στη διάλυση του «χώρου» που έχει διαμορφωθεί μεταξύ τους, στην κατάρρευση των ισορροπιών. Παραμένει δέσμια, ή μάλλον κύρια συνιστώσα των δυνάμεων-σχέσεων που αλληλεπιδρούν και προσδιορίζουν αυτόν τον ιδιότυπο «κενό χώρο». Θυμίζει εκείνη τη ριζική μηδενιστική προσέγγιση του Νίτσε από τη «Θέληση για δύναμη», όπου διατυπώνει μ’ έναν απόλυτα αισθησιακό και ποιητικό τρόπο: «Αυτός εδώ ο κόσμος• ένα τέρας δύναμης, δίχως απαρχή, δίχως τέλος. Ένα στέρεο, μπρούτζινο μέγεθος δύναμης που δεν γίνεται μεγαλύτερο ή μικρότερο, που δεν επεκτείνεται αλλά μόνον αλλάζει. Περιβαλλόμενος από το μηδέν όπως από ένα σύνορο... όχι σε ένα χώρο που θα ήταν κενός εδώ ή εκεί, αλλά μάλλον ως δύναμη παντού, ως παιχνίδι δυνάμεων, ενός και συνάμα πολλών, ως δύναμη αυξανόμενη εδώ και την ίδια στιγμή μειούμενη εκεί. Μια θάλασσα δυνάμεων που κυλούν και χυμούν μαζί, αλλάζοντας αιωνίως...»

Πρόκειται όντως για μια «ρευστή στερεότητα», η οποία διαποτίζει την παράσταση από την αρχή μέχρι το τέλος. Δύσκολη ομολογουμένως συνθήκη, γιατί απαιτεί όχι μόνο εκτελεστική ακρίβεια από τους ερμηνευτές, τέτοια που να επιτρέπει μέσα από ελάχιστες ρωγμές να διαφαίνεται η προσωπικότητα του καθενός, αλλά και εκείνη την αίσθηση ομαδικότητας ώστε να εξασφαλίζεται πάντα η μετρημένη εντύπωση του αδιάσπαστου συνόλου. Εντύπωση όχι a priori βέβαιη, αφού στη μνήμη του θεατή μένουν εγχάρακτες, επιλεκτικά, δυο-τρεις παρουσίες. Ακόμη και έτσι, η παράσταση παραμένει μια ενδιαφέρουσα σπουδή, μια ρυθμική άσκηση πάνω στο έργο της Βιρτζίνια Γουλφ χωρίς να καταδιώκεται από το φάντασμα της συγγραφέως.

Υποσημείωση: Παρά την εύστοχη επιχειρηματική-καλλιτεχνική κίνηση του Θωμά Μοσχόπουλου, αυτή δηλαδή του να συμπεριλάβει στο θέατρο Πόρτα -- διστακτικά και μόνο για τις Δευτέρες κάποιων μηνών-- παραστάσεις χορού, εξακολουθώ, προσωπικά αλλά και αντικειμενικότροπα, να θεωρώ πώς η σκηνή του θεάτρου είναι ακατάλληλη για χορό (βλ. διαστάσεις σκηνής, ανισεπίπεδο πάτωμα, κτλ). Δυσάρεστο γεγονός, ειδικά όταν φιλοξενούνται αξιόλογες χορογραφικές δουλειές.

 


info: Το Elvedon σε χορογραφία Χρήστου Παπαδόπουλου παρουσιάζεται στο θέατρο Πόρτα, τις Δευτέρες 2, 9, 16, 23, 30 Μαρτίου 2015. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ