"Torobaka": το υβρίδιο μιας έθνικ σύνθεσης...

torobaka_akram-khan--israel-galvan_by-jeanlouisfernandez-12-web-small

....και το χαμένο στοίχημα μιας πολυπόθητης συνάντησης.

Δύο ιερά τέρατα του χορού επί σκηνής: ο έθνικ-ποπ αστέρας Άκραμ Καν συναντά τον χαρισματικό ανανεωτή του φλαμένκο Ισραέλ Γκαλβάν σ’ ένα (υπερ)θέαμα που εκπλήρωσε στο μέγιστο βαθμό την αναμενώμενη εμπορική επιτυχία του, αλλά διέψευσε τους επιμέρους καλλιτεχνικούς του στόχους, ρίχνοντας βάρος σε επικοινωνιακά τρικ περί εμπλουτισμού της παραδοσιακής φόρμας, της πολιτισμικής ανταλλαγής, της συνάντησης με τον Άλλο.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: το κατάκ όσο και το φλαμένκο είναι παραδοσιακές μορφές χορού στην Ινδία και την Ισπανία αντίστοιχα, οι οποίες στο βάθος του χρόνου διασταυρώνονται και μοιράζονται κοινά στοιχεία σε σχέση με την εκφραστικότητα των κινήσεων, τη ρυθμολογία, τη σωματική δεξιότητα του εκτελεστή. Είναι πασιφανές ότι το φλαμένκο, ως επίγονος μιας μακράς ανατολίτικης παράδοσης και ιστορικών-πολιτισμικών ζυμώσεων, κληρονόμησε αρκετά στοιχεία από το ινδικό κατάκ. Πέρα από τις κινησιολογικές ομοιότητες, η συνοδεία της μουσικής και η «φωνητική καθοδήγηση» των ερμηνευτών μέσα από το τραγούδι είναι ίσως το σημαντικότερο κοινό χαρακτηριστικό αυτών των δύο ειδών χορού. Είναι δε τόσο καθοριστική η σχέση μουσικής-κίνησης, ώστε μπορούμε να πούμε ότι το σώμα του χορευτή μετατρέπεται με τη σειρά του σε μουσικό όργανο, το οποίο τροφοδοτεί την σκηνική πράξη με ηχητικά ερεθισμάτα, ρυθμικά χτυπήματα των ποδιών ή των χεριών που παρασύρουν τους θεατές σ’ ένα ανεπαίσθητο, αλλά ευχάριστο λίκνισμα.

Ως προς αυτό το σκέλος, οι δύο χορευτές –ο καθένας αδιαμφισβήτητα δεξιοτέχνης στο είδος του- χειρίζονται το διάλογο με τη μουσική με ξεχωριστό τρόπο. Ο Γκαλβάν ως άλλος ταυρομάχος, με ατίθασο μεσογειακό ταμπεραμέντο, κατακλύζει τη σκηνή –κυριολεκτικά και μεταφορικά- κερδίζοντας τη μάχη με τις εντυπώσεις. Στην αρένα που οριοθετεί τη δράση, ο Γκαλβάν φαίνεται να είναι ο επικρατέστερος παίκτης. Ο Καν από την άλλη, πιο συνεσταλμένος και αμήχανος σωματικά, αποκαλύπτει μέσα από τις ρωγμές του σημάδια κόπωσης στην έκφραση, αφού μοιάζει να μη στοχεύει ξεκάθαρα ούτε στην επαφή με τον ετέρο του, ούτε στην απεύθυνση προς το κοινό. Υπεκφεύγει, ελίσσεται αλλά δεν καταφέρνει να εντυπωσιάσει. Γιατί όμως δεν πείθει αυτός ο μετασχηματισμός της τελετουργικής πρακτικής σε δραματουργικό ιστό, ικανό να υποβαστάξει την παράσταση στο σύνολό της; Γιατί τα μέρη που συνθέτουν το όλον (μουσική, χορός, ερμηνευτές) δεν είναι σε θέση να παράξουν ένα αποτέλεσμα που να πολλαπλασιάζει τα διαθέσιμα εκφραστικά μέσα, να γονιμοποιεί τα υλικά με τρόπο ώστε  να προσφέρονται στο θεατή εμπλουτισμένα και παραλλαγμένα;

Η λογική του «μαζί» ή η αισθητική της πολλαπλότητας δεν συγκροτεί κατ’ ανάγκη μια συνυπαρκτική πραγματικότητα επί σκηνής• πρόκειται μάλλον για μια αυστηρώς οριοθετημένη χρήση του όρου «ανταλλαγή» -σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να μη διαταράσσεται στο ελάχιστο το επίπεδο της αναγνωρισμένης δεξιότητας του κάθε ερμηνευτή. Ο Καν και ο Γκαλβάν παραμένουν «ξένοι» ο ένας προς τον άλλο, ανόθευτοι και ανεπηρέαστοι από τον σκηνικό ετέρο τους. Εκεί όμως εντοπίζεται και η ψευδής σχέση τους με την παράδοση: «η δυναμική της ανάγεται κυρίως στη δυναμική της μεταδοτικότητάς της». Σ’ αυτή τη φαινομενική σύζευξη του κατάκ με το φλαμένκο δεν επιχειρείται η ουσιαστική συνεύρεση με τον Άλλο, η διάτρηση της παγιωμένης φόρμας ώστε να εμπλουτιστεί με διαφορετικά στοιχεία, να επιτύχει το δικό της εκσυγχρονισμό. Κατά πόσον όμως μια τόσο παραδοσιακά ορισμένη φόρμα (όπως το κατάκ ή το φλαμένκο) μπορεί να διεκδικήσει την ανανεωτική σχέση της με το παρόν;

Είναι βέβαιο ότι η συγκεκριμένη παράσταση δεν περιορίζεται σε μια φολκλορική αναπαράσταση του παραδοσιακού, δεν στοχεύει στην εθνική πραγμάτευση της εκάστοτε χορευτικής φόρμας αλλά στην κριτική αναθεώρησή τους. Έτσι, εύλογα συμπεραίνει κανείς ότι η πρόθεση των χορογράφων δεν ήταν να εστιάσουν σε αυτή καθαυτή την εμπειρία και πρακτική του φλαμένκο και του κατάκ -ως δυο ξεχωριστά φαινόμενα συγκεκριμένων λαϊκών μορφωμάτων- αλλά να επανεξετάσουν τη σχέση τους, να επινοήσουν ή να αναπαραστήσουν τον Άλλο ως «νεωτερικό», «καινοτόμο», «πρωτοπόρο» στο είδος του. Η αισθητικοποίηση του παραδοσιακού, η οποία χαρακτηρίζει κάθε νεωτερική, καινοτόμα πρωτοβουλία, επιθυμεί να αναδείξει την ιδιαιτερότητα του εκάστοτε πολιτισμικού μορφώματος, να το παρουσιάζει «έξω» από τον ιστορικό και βιωματικό του χώρο, να το μετουσιώνει σε ένα είδος μετα-μοντέρνου, ποπ φολκλόρ (ποπ όχι απλώς με την έννοια του δημοφιλούς –δηλαδή, popular- αλλά με τις αναγκαίες μεταμοντερνιστικές προσμίξεις και αλλοιώσεις, ώστε να ακροβατεί στα όρια του κιτς). Με άλλα λόγια, ο αποχαρακτηρισμός του φλαμένκο και του κατάκ προτείνει την ένταξή τους σε ένα υπερ-εθνικό, παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και την μεταμόρφωσή τους από ιδεολογικό προϊόν, σε τέχνημα ανοικτό στην υψηλή αισθητική κριτική.

Έτσι λοιπόν, οι παραδοσιακές εκφάνσεις του κατάκ και του φλαμένκο παύουν να αντιμετωπίζονται ως αναπαραστάσεις του εθνικού –με περισσότερη επιτυχία στον Καν, ο οποίος αποτελεί γνήσιο τέκνο της παγκοσμιοποιημένης λονδρέζικης κουλτούρας- ώστε αυτό που υπερισχύει τελικά, είναι το ίδιο το παραστασιακό προϊόν και όχι η συμβολική ερμηνεία του. Αυτή η διάθεση αποδέσμευσης από το «βάρος» της ταυτότητας, συνιστά από μόνη της μια απόπειρα ερμηνείας του παραδοσιακού-φολκλορικού στοιχείου και αποτελεί, για τον ίδιο λόγο, ένα ερμηνευτικό σχόλιο πάνω σε μια πολύπλευρη, διεθνική αφηγηματική λογική. Η προοπτική απελεύθερωσης του ερμηνευτή από το παρελθόν διαμορφώνει μια νέα διάθεση κατανόησης του ίδιου του αναπαριστώμενου γεγονότος: δεν παρακολουθούμε απλώς κατάκ ή φλαμένκο, ούτε πρόκειται για μια απλή παράθεση των δύο αυτών ιδιωμάτων, αλλά για ένα υβρίδιο το οποίο καταγωγικά θέλει να αποκλίνει από το αρχικό πεδίο πρόσληψής του, ή μάλλον, να συνδεθεί ριζικά και αμετάκλητα με μια πρωταρχική ανιστορική αλήθεια.

Η αληθοφανής επιτέλεση της παραδοσιακής μουσικής –η οποία και στη ματιά του υποφαινόμενου αποτέλεσε το μόνο «αληθινά» ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης- και η αισθητική, εκσυγχρονιστική αναθεώρηση του χορού συνθέτουν μια «έθνικ πολυφωνία», όπου το διαφορετικό προσλαμβάνεται και υλοποιείται μέσα από το πρίσμα του οικουμενικού, του παγκόσμιου. Η αισθητική αποθέωση της πολιτισμικής διαφορετικότητας δεν μαρτυρά μονάχα τις λειτουργίες μιας ηγεμονικής, παγκόσμιας κουλτούρας στο πλαίσιο της οποίας το παραδοσιακό εκλαμβάνεται ως «πολιτισμικός Άλλος», αλλά καταδεικνύει ταυτόχρονα τον αλλοτριωτικό, ισοπεδωτικό επεκτατισμό μέσω του οποίου η υπαρκτική ιδιαιτερότητα του κάθε καλλιτέχνη ομογενοποιείται, συνιστά κομμάτι μιας διαχειρίσιμης υπερ-εθνικής ταυτότητας.

Υπό αυτή την οπτική, η συνάντηση των δυο ερμηνευτών, η διασταύρωση της γραφής τους, σπάνια εκλαμβάνεται ως αρμονική και αλληλοδιαμορφωτική• αντ’ αυτού, προέχει μάλλον η αντιθετική και συγκρουσιακή δυναμική μεταξύ τους. Εξαιτίας αυτής της υποδεσπόζουσας διττής πραγματικότητας, οι χορευτές-χορογράφοι επιδίδονται αλόγιστα σε μια πάλη εντυπωσιασμού, μια διελκυστίνδα αισθητικής επικράτησης κατά την οποία η σύζευξη συμβαίνει μόνο σχηματικά, αποσπασματικά, ενώ οι στιγμές ουσιαστικής συνεύρεσης μοιάζουν εγκατελειμμένες στην τυχαιότητα, ως έλασσον στοιχείο μια φλύαρης επιδειξιομανίας. Ευτυχώς σ’ αυτό το διμερή μονόλογο διασώζονται ορισμένα σημεία, όπου η μουσική και το τραγούδι μάς προτείνουν να κλείσουμε τα μάτια και να αφεθούμε ανεπηρέαστοι στην εμπειρία της ακρόασης.

 


info: Η παράσταση Torobaka με τον Akram Khan και τον Israel Galvan παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 10 -15 Μαρτίου 2015. Διαβάστε περισσότερα εδώ



 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ