Τα περιθώρια της γραφής

dsc01842-web

Aκροβατώντας στα όρια του πλασματικού και του πραγματικού


Στο πλαίσιο μιας θεώρησης που αντιμετωπίζει το χώρο ως «ζωντανή εικόνα της κοινωνικής δομής», θα τολμούσαμε άραγε να πούμε ότι το υπόγειο, ο κατεξοχήν μεθοριακός χώρος της σύχγρονης μεγαλούπολης, είναι το σημείο όπου τέμνονται το βιωματικό-υποκειμενικό με το κοινωνικό-αντικειμενικό; Μπορούμε μέσα από αυτή την αθέατη πλευρά της πόλης, συνώνυμη με μια ποικιλία εκφάνσεων και φαινομένων της καθημερινής ζωής, να αποκτήσουμε μια γνώση των συνθηκών που διαμορφώνουν το παρόν; Αποτελούν αυτές οι ψηφίδες πραγματικότητας τον ικανό-ιδεατό χώρο για να αναδυθεί μια «μικρή ατομική στιγμή», μια φωνή που φτάνει σε μας στο μαύρο σκοτάδι;

Η χορογράφος Μαρία Γοργία, στην παράσταση Στην άκρη του βατήρα, επιχείρησε μια καταβύθιση στο αίσθημα της απροσδιοριστίας και του αβέβαιου. Μέσα από μια διαδρομή που συνδύαζε το προσωπικό τραύμα με την τραυματισμένη κοινωνική υπόσταση, δοκίμασε να σκιαγραφήσει τον εύθραυστο ψυχισμό ενός σύγχρονου νευρωτικού υποκειμένου. Συνέθεσε έναν γυναικείο μονόλογο με σαφείς αναφορές στο θέατρο του παραλόγου, αλλά και στη σύγχρονη μεταδραματική γραφή, όπου το πραγματικό φλερτάρει με τη μυθοπλασία, βάζοντας τον θεατή άλλοτε σε ρόλο παρατηρητή και άλλοτε πάλι σε ρόλο παρατηρούμενου. Αυτή η ιδιότυπη ωριαία περφόρμανς μετέτρεψε το υπόγειο σε σύμβολο της σύγχρονης αστικής ζωής, όπου οι εσωτερικές αντιφάσεις παραμένουν αθέατες, υποκείμενες σε μια διάθεση καλλωπισμού και επικάλυψης αυτού που θα μπορούσε να διαταράξει περαιτέρω το ήδη ασταθές, απαθές καθημερινό βίωμα.

Σπάνια συναντά κανείς μια τόσο εύστοχη αναλογία στο συμβολισμό του χώρου και την προσωπική, μύχια κατάθεση της ερμηνεύτριας. Η Σάνια Στριμπάκου επιδόθηκε σε μια κατάθεση άνευ προηγουμένου, ξεγυμνώθηκε ψυχικά και σωματικά στη σκηνή, σαν ανήμερο θηρίο αντιστάθηκε στους περιορισμούς που επέβαλλε η παρούσα «σκηνική» σύμβαση και μετέτρεψε κάθε στοιχείο που πιθανά θα ενεργούσε εις βάρος της (εγγύτητα, αδυναμία διαφυγής από το ορατό πεδίο του θεατή) σε προτέρημα αυτής της περφόρμανς. Ακούραστη ψυχολογικά αφέθηκε σε έναν παραληρηματικό μονόλογο που συνδύαζε ετερόκλητα κείμενα (από Μπέκετ μέχρι θραύσματα από το προσωπικό ημερολόγιο της ίδιας ή της χορογράφου) μεταπλάθοντας το παράλογο σε μια σωματική γλώσσα ακραία, γκροτέσκα, ερωτική, βαθειά ανθρώπινη. Συνόψισε καίρια το υπαρξιακό αδιέξοδο της σύγχρονης εποχής, αντιπαλεύοντας με όλα τα στερεότυπα της γυναικείας, και όχι μόνο, ταυτότητας: από σεξουαλικοποιημένο αντικείμενο σε γυναίκα αρπακτικό, από ενσυνείδητο καταναλωτικό υποκείμενο σε απεγνωσμένο junky της καταναλωτικής κουλτούρας, από χειραφετημένο άτομο σε υποχείριο των επιθυμιών και φαντασιώσεών της. Το κυριότερο όμως είναι πώς μετέτρεψε τη συνθήκη του χώρου σε υπαρξιακή, κάνοντας όλους εμάς τους θεατές, να κατανοήσουμε το δράμα του φοβικού αυτοεγκλεισμού, τον τρόπο που η ύπαρξη φθίνει σταδιακά καταλήγοντας σε ένα συμπαγές, άκαμπτο κέλυφος από το οποίο είναι αδύνατο να διαφύγουμε. Αυτή η αλόγιστα παθιασμένη σκηνική κατάθεση μετέφερε αυτούσιο το ερώτημα το οποίο πραγματευόταν στους θεατές: Είμαστε οι φόβοι μας τελικά; Και αν ναι, πώς μπορούμε σε ένα περιβάλλον ανελευθεριών να βρούμε το δικό μας «σχήμα της ύπαρξης»;

Πέρα από την ανεξάντλητη ψυχική κατάθεση της ερμηνεύτριας αξίζει επίσης να σταθούμε στον μηχανισμό ταύτισης/αποστασιοποίησης του κοινού με τα πολλαπλά σκηνικά πρόσωπα. Ο γυμνός υπόγειος χώρος υφίσταται μια ποικιλία μεταμορφώσεων (πότε σπίτι, πότε γιαπωνέζικο λουτρό, πότε γραφείο ψυχαναλύτριας) τοποθετώντας τον θεατή σε μια οριακή, μεταιχμιακή θέση πρόσληψης. Τη μία προσλαμβάνει το σκηνικό δρώμενο από «έξω», ως προϊόν μιας μυθοπλασίας, αποδεχόμενος τη θεατρική σύμβαση, και την άλλη, αποδομώντας την παράπανω κυρίαρχη θέαση, «εισέρχεται» στη δράση ως ενεργό υποκείμενο: το σώμα της ερμηνεύτριας καθίσταται πεδίο συγκρούσεων και νοηματοδοτήσεων, διαρκών επαναδιαπραγματεύσεων αυτού που τελικά είναι το «αντικείμενο του βλέμματος». Η ασταθής ισορροπία στην αναζήτηση νοήματος ενεργοποιεί τον θεατή, του αναθέτει την ευθύνη να δει με τα ίδια του μάτια, αναιρώντας τον μέχρι τώρα ρόλο του παθητικού δέκτη. Γι’ αυτό και η θέση αυτή είναι άβολη, ή μάλλον καταργεί τη μονιμότητα μιας στατικής αδιάφορης τοποθέτησης και επαναφέρει στο προσκήνιο –κυριολεκτικά και μεταφορικά– την παροντικότητα της στιγμής, τη βαρύτητα του «εδώ και τώρα». Πράγματι, δεν είναι το εξιστορούμενο ή η ποικιλία των αφηγήσεων το ζητούμενο, αλλά ο τρόπος που ο αφηγηματικός ιστός επιτρέπει τη συνύπαρξη αντικρουόμενων σημείων θέασης, τη μετάβαση από το απροβλημάτιστο «απλά παρακολουθώ» στην ενεργό ανάγνωση των πραγμάτων –λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα της «σκηνής» μέσα στην πραγματικότητα του «κόσμου».
Έτσι, επιστρέφοντας στην «επιφάνεια της πραγματικότητας», στους δρόμους στα πέριξ της Ομόνοιας έρχεται κανείς αντιμέτωπος με το ίδιο θέμα: το φοβικό σύνδρομο μιας πόλης που δεν μπορεί να υιοθετήσει τον ξένο, τον άλλο, τον διαφορετικό, που παραμένει εγκλωβισμένη σε μια μυθοπλασία ή μιαν «αλήθεια» η οποία αρνείται να εντάξει στο οπτικό της πεδίο τα γύρω δεδομένα. Αναρωτιέμαι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, αν η τέχνη διατηρεί ακόμη μέσα της αυτή την εύθραυστη ουτοπία, αν έχει –στο βαθμό του εφικτού– διαφυλάξει κάποιο έλαχιστο, απαραβίαστο χώρο γι’ αυτή την αφανή διάσταση των πραγμάτων, ή όπως δηλώνει και ο Μωρίς Μπλανσό για εκείνη τη διαδικασία που «καθιερώνει τις μορφές αλλά ταυτόχρονα εισάγει στον κόσμο μια ριζική ετερότητα προς όλες τις μορφές».

Σ’ αυτή την παράδοξη συνύπαρξη –στην οποία καραδοκεί ο φόβος του να αποδίδουμε σε διαφορετικά πράγματα την ίδια ονομασία– δεν μπορώ να μην σκεφτώ ότι παραστάσεις σαν την παραπάνω βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία, αποτελούν ένα διαλεκτικό πεδίο σύνθεσης και αντίληψης των πραγμάτων, πέρα από τη λογική του προκατασκευασμένου, πολυ-διαφημιζόμενου προϊόντος που προσπαθεί να μας πείσει ως υπέρτατη μετουσίωση του αληθινού, του επίκαιρου, του διαχρονικού.


info: Η περφόρμανς Στην άκρη του βατήρα της Μαρίας Γοργία θα παρουσιάζεται στο χώρο «Μπαγκλαντές» ως τις 3 Μαΐου 2015. Διαβάστε περισσότερα για την παράσταση εδώ.


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ