Ιαπωνικός εξωτισμός και σωματική εκφραστικότητα

wisteria-maiden-5---web--3

Το Wisteria Maiden του Αντώνη Φωνιαδάκη –που παρουσιάστηκε πρόσφατα στο ΜΜΑ- επιχειρεί να αναδείξει τις εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στο σύγχρονο κινητικό ιδίωμα του χορογράφου και το ιαπωνικό θέατρο Καμπούκι. Χρησιμοποιώντας πρακτικές γνώριμες στις παραδοσιακές παραστατικές φόρμες – όπως η μάσκα ή τα περίτεχνα κοστούμια – στήνει ένα σκηνικό σύμπαν στο οποίο οι καταιγιστικές δράσεις διαποτίζονται με τελετουργικά μοτίβα, τα σαρωτικά ομαδικά σχήματα διαδέχονται σόλο με διάθεση εσωτερικότητας και σκοτεινής εκφραστικότητας. Αυτές οι εναλλασσόμενες πτυχές του έργου, μυούν τον θεατή σ’ ένα μετα-αφηγηματικό πλαίσιο όπου τα πρόσωπα, αποφορτισμένα από στερεοτυπικούς έμφυλους ρόλους, δοκιμάζουν και δοκιμάζονται σε ένα εύρος εκφραστικών μέσων. 

Η γραφή του Αντώνη Φωνιαδάκη εστιάζει στην κίνηση και στην επιτελεστική δεξιότητα των χορευτών. Η πυκνότητά της είναι τέτοια που συχνά – αν και όχι σκόπιμα – οι δράσεις αποκτούν μια σχετική αυτοτέλεια, ώστε ο θεατής αποκτά την εντύπωση της παράθεσης εικόνων/φράσεων αντί της ενιαίας και αδιάσπαστης σύνθεσής τους – γεγονός που θα ήταν πιο συνεπές με την αναφορά στην τελετουργική διάσταση του ιαπωνικού θεάτρου. Σαφώς δεν αναζητά κανείς την πιστότητα με το θέμα από το οποίο αντλεί έμπνευση ο χορογράφος• η πρόσληψη μέσα από μια σύγχρονη οπτική είναι το ζητούμενο, αλλά ο μετασχηματισμός της πρωταρχικής φόρμας και ο εμβολιασμός της με εκσυγχονισμένους κώδικες δεν συνεπάγεται αναγκαστικά τον εμπλουτισμό της. Αυτή η επιτακτική ορμή για εξωτερική ανανέωση, (αυτο)πραγματώνεται με τρόπο ανώδυνο, αφηφώντας ένα σύνολο στοιχείων που χαρακτηρίζουν εν γένει την ιαπωνική αισθητική. Εμφανές δείγμα αυτής της «ασυνέπειας» αποτελεί η παραγνώριση της θεμελιώδους διαφοράς ανάμεσα στα δυτικά και τα ιαπωνικά κοστούμια: τα τελευταία, επειδή είναι δυσδιάστατα, προσαρμόζονται στο σώμα του ερμηνευτή χωρίς να το «περιγράφουν», προτείνουν μια ανάγνωση πέρα από την υλικότητα των σωμάτων και των αντικειμένων.

Αντίστοιχα, η σωματικότητα στο λεξιλόγιο του Φωνιαδάκη δεν ανταποκρίνεται στη σωματική «πειθαρχία» του ιαπωνικού θεάτρου, όπου η κίνηση διατηρώντας στο μάξιμουμ τη συγκινησιακή της έκφραση, περιορίζει στο μηδέν την εξωτερική, μυική της ένταση. Στο συγκεκριμένο έργο, τα έκρυθμα ξεσπάσματα κίνησης εκτελεσμένα άρτια από τους χορευτές, λειτουργούν σαν διαπεραστικές ριπές ενέργειας, άλλοτε αποπροσανατολίζοντας κι άλλοτε παρασύροντας το βλέμμα του θεατή σε μια δράση που κλιμακώνεται ακαριαία. Αυτή η «ανυπόμονη» εξέλιξη δεν επιτρέπει ούτε να εισέλθουμε στη διαφορετική ατμόσφαιρα κάθε υπο-ενότητας, ούτε να εστιάσουμε στην εκάστοτε εικόνα που δημιουργούν οι ερμηνευτές επί σκηνής. Εξαίρεση ίσως αποτελούν δύο σόλο που θα μπορούσαν να αυτονομηθούν από το υπόλοιπο έργο, ακριβώς επειδή σέβονται το χρόνο μύησης στο σκηνικό δρώμενο, αναδεικνύοντας τόσο την ιδιαιτερότητα της προτεινόμενης χορευτικής φόρμας, όσο και την εσωτερική αίσθηση στην ερμηνεία.

Σε γενικές γραμμές, τα τόσο συμπυκνωμένα σε διάρκεια χορευτικά αποσπάσματα κατακερματίζουν δραματουργικά τον ιστό που υποβαστάζει το σύνολο• σε ορισμένες δε περιπτώσεις, φωτίζουν πτυχές οι οποίες αξιώνουν περαιτέρω εμβάθυνση και ανάλυση. Για παράδειγμα, ο ερωτισμός ή η σαγήνη που ασκεί ο υπαινιγμός γύρω από την έμφυλη επιτέλεση, η αμφισημία στην ανάγνωση δεν έχει την ίδια επίδραση όταν η σάρκα εκτίθεται στο βλέμμα του θεατή. Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθεί μια «απτική» εντύπωση με ερωτικό πρόσημο αλλά, απουσία του σαρκικού στοιχείου, να μυηθεί ο θεατής σε ένα άκρως ερωτικό τελετουργικό. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, ο ερωτισμός σε έναν τέτοιο πολιτισμό, όπως ο ιαπωνικός, επιστρατεύει μια σειρά από στρατηγικές που συγκαλύπτουν αυτό που θέλουν να αποκαλύψουν.

Συνοψίζοντας, θα έλεγε κανείς πώς αυτό που διαφεύγει της συγκεκριμένης χορογραφικής απόπειρας δεν είναι τόσο μια σαφής πρόθεση στη διαχείριση του κινητικού υλικού – ο εν λόγω δημιουργός διαθέτει ξεκάθαρα ένα ύφος που λίγοι Έλληνες ομότεχνοί του καταφέρνουν να αρθρώσουν τόσο επιδέξια – αλλά μια βαθύτερη κατανόηση του ιδεώδους που χαρακτηρίζει την ιαπωνική αισθητική. Πρόκειται στην ουσία για μια διαλεκτική αισθητική, προσανατολισμένη στην εξισορρόπηση των συστατικών στοιχείων του έργου, έτσι ώστε η σύζευξή τους να μη συνιστά απλώς μια παράθεση σκηνικών πράξεων. Πράγματι, μια σύγχρονη θέαση στην ιδιάζουσα φύση και φιλοσοφία αυτού του πολιτισμού, αν δεν λάβει υπόψη της τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την ποικιλομορφία και την αισθητική του (π.χ. το πώς η αυστηρή ευγένεια συνυπάρχει με μια εκλεπτυσμένη ελαφρότητα) δεν είναι δυνατό να συλλάβει το μεγαλείο της εκφραστικής δύναμης, τη συγκινησιακά καίρια εικονιστική και τελεστική διάσταση που διαποτίζουν την ιαπωνική τέχνη. Προϋποθέτει με άλλα λόγια την κατανόηση της θεμελιώδους αμφισημίας της μορφής και της πρωταρχικής έντασης που γεννιέται ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο, ώστε όσο πιο περίτεχνα εκφράζεται η πρώτη, τόσο πιο αυθεντικά να προσεγγίζεται το δεύτερο.

 


info: Το Wisteria Maiden σε χορογραφία Αντώνη Φωνιαδάκη παρουσιάστηκε 22-25 Απριλίου 2015, στο Μεγάρο Μουσικής Αθηνών. Διαβάστε περισστότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ