Ντυμένοι-Γυμνοί: μια αρχετυπική σχέση πολλαπλών αναγνώσεων

dressed-undressed-web-4--2

Η παράσταση Ντυμένοι-Γυμνοί (2009, πρώτη παρουσίαση) σηματοδότησε την επανεκκίνηση του χοροθεάτρου ΟΚΤΑΝΑ, την επιστροφή του Κωνταντίνου Ρήγου στην καθαρά χορευτική φόρμα και την ανάγκη του να καταθέσει ένα έργο αρκετά προσωπικό, αλλά ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες και αναγνώσεις. Ήδη από τον τίτλο τα σημαίνοντα και συμπαραδηλούμενα στήνουν χορό. Δεν πρόκειται απλώς για την παράθεση δύο αντιθετικών μεταξύ τους εικόνων –το ντυμένο δίπλα στο γυμνό. Η σχέση ανάμεσα στους δύο ερμηνευτές (Γιάννης Νικολαΐδης και Τάσος Καραχάλιος) διατηρεί στο μέγιστο βαθμό την αμφισημία της, το ακαθόριστο της μεταξύ τους επαφής: αυτά τα περίεργα πρόσωπα, τοποθετημένα σε ένα περιβάλλον που δεν φέρει τίποτε γνώριμο ή αναγνωρίσιμο, δεν είναι ούτε φίλοι ούτε ερωτικοί σύντροφοι, ούτε αδέλφια ούτε παιδιά. Ο τρόπος που παρεισφρέει ο ένας στον άλλο, αφομοιώνοντας στοιχεία από τις παραπάνω σχέσεις (αδελφική, ερωτική, κοινωνική), δημιουργεί ένα κράμα εννοιολογικών συνθέσεων, το οποίο μας προτρέπει να δούμε το δρώμενο «από την αρχή», χωρίς προκαταλήψεις γύρω από την ερωτικοποίηση του γυμνού ή την πιθανή ομοφυλοφιλική διάσταση στην έντονη σωματική διάδραση των δύο ερμηνευτών.

Το έργο ξεκινά με τους δύο ερμηνευτές σε απόσταση, ο ένας σε εμβρυακή στάση και ο άλλος οκλαδόν, χωρίς τίποτε να προμηνύει ή να περιγράφει τον τρόπο σύνδεσης μεταξύ τους. Τα ρούχα τους είναι σαν εκείνα ενός εφήβου• διατηρούν τη ψευδαίσθηση της διαφορετικότητας ενώ παραμένουν προβλέψιμα και καθημερινά. Αυτή η σχεδόν κοινή αμφίεση διαφοροποιεί σε κάποιο βαθμό τον έναν από τον άλλο, ενώ συνεχίζει να αποκρύπτει αυτό που τους διακρίνει. Το πρώτο μέρος χαρακτηρίζεται από μια πένθιμη ησυχία• οι κινήσεις των δυο χορευτών συνηχούν με τρόπο παράδοξο. Πράγματι, η μεταξύ τους σχέση δίνει την εντύπωση ενός διαλόγου που συμβαίνει ακούσια – οι στάσεις και οι χειρονομίες τους άλλοτε επαναλαμβάνονται χωρίς να συγκλίνουν, άλλοτε πάλι είναι απόλυτα συμπληρωματικές, εφαρμόζουν η μία στην άλλη σαν δυο σχήματα που αναζητούσαν από καιρό το έτερό τους ήμισυ. Εξ ου και όταν συμβαίνει αυτή η «συγκόλληση», τα δυο σώματα εντείνουν τη μυική τους δύναμη, εναγκαλίζονται σχεδόν βίαια, σα να πρόκειται να αλληλοσπαραχθούν ή σα να επιθυμούν να ξορκίσουν τη «συμφορά του να είναι δύο». Ωστόσο, και πάλι η σύζευξη τους μοιάζει ανέφικτη, παραμένει μια ανευόδωτη επιθυμία, η οποία –ακριβώς επειδή δεν εκπληρώνεται– ανανεώνει το δεσμό τους, επαναφέρει το ίδιο μοτίβο σαν αίτημα δυο υποκειμένων που ψάχνουν να βρουν την απουσία που ενορχηστρώνει τη μεταξύ τους σχέση. Πρόκειται στην ουσία για μια ανεστραμμένη πορεία προς μια καταγωγική συνθήκη, όπου ο άλλος, σαν «πρωτόπλαστος», αναζητά την πρόσβαση σ’ έναν «χαμένο παράδεισο» ή αυτό που διετάραξε τη σύνδεση του με τον κόσμο.

Η μητρική φιγούρα «ενσαρκώνεται» συμβολικά στο δεύτερο μέρος του έργου, όπου ο ένας εκ των δύο χορευτών καταβροχθίζει τον άλλο, σαν να τον επαναφέρει πίσω στην ασφάλεια της μήτρας. Αυτή η ανορθόδοξη κυοφορία, η άρνηση του πραγματικού και η καταστροφή του άλλου, επιχειρεί να αποκαταστήσει την ενότητα ενός αρχετυπικού κόσμου, ο οποίος διαρρηγνύεται με την «έξοδό» μας από τη μήτρα. Έτσι, κάθε γέννα θα συμβολίζει την έκπτωση από έναν παράδεισο, τη νοσταλγική επιθυμία μιας τέλειας εικόνας (η μητρική imago;) στην οποία ριζώνει η ίδια η ύπαρξη. Δεν είναι τυχαίο ότι το στιγμιότυπο με τον χορευτή που βαδίζει γυμνός διερευνώντας τον χώρο, συνοδεύεται από την εικόνα-βίντεο ενός παραδείσιου τόπου. Αυτή η σχηματική διασταύρωση του συμβολικού με το φαντασιακό, επιβεβαιώνει το γεγονός πως ποτέ δεν πρόκειται να αποδεχτούμε το οδυνηρό αίσθημα εκείνης της αποχώρησης (είτε από τη μήτρα, είτε από το συμβολικό της ανάλογο, τον παράδεισο). Μέσα σ’ αυτή την αντίφαση, ο άνθρωπος θα αναζητά μάταια στο πρόσωπο του άλλου την αδιάσπαστη ενότητα του κόσμου.

Σκόπιμα λοιπόν, ο χορογράφος επέλεξε –πέρα από το γυμνό– μια περισσότερο ωμή και σωματική γλώσσα για το δεύτερο αυτό σκέλος. Πράγματι τα σώματα συσπώνται, κινούνται έκρυθμα, πλαταγίζουν καθώς πέφτουν στο πάτωμα, εκτινάσσονται στον αέρα ή εκτελούν, παροδικά μόνο, κινήσεις πιο αρμονικές πριν επιδοθούν πάλι φρενιασμένα σε μια ιλιγγιώδη εξάντληση. Κάποια στιγμή καταλαγιάζουν, συναντιούνται ή συγκολλούνται κατασκευάζοντας ένα ζωόμορφο πλάσμα. Η πραγματικότητα έχει πλέον υποβληθεί σε ένα «κομμάτιασμα», το οποίο προσβάλλει και το σώμα, την αντίληψή μας προς αυτό και τον κόσμο που το περιβάλλει. Πάνω σ’ αυτή την κατακερματισμένη δομή είναι θεμελιωμένα τα ερείπια του ανθρώπινου κόσμου. Άλλοτε απογυμνωμένη, άλλοτε επενδεδυμένη με πλείστους συμβολισμούς, η πραγματικότητα δεν θα ανακτήσει ποτέ πια την ακεραιότητά της. Στη χαμένη αυτή Εδέμ, οι χορευτές κινούνται σαν δυο αδελφικές ψυχές, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, εγείροντας ερωτήματα γύρω από το «ανοίκειο» του ομοίου, του διπλού, του παραπλήσιου.

 


info: Το έργο Ντυμένοι-Γυμνοί σε χορογραφία Κωνσταντίνου Ρήγου παρουσιάστηκε 20-28 Απριλίου 2015, στο Θέατρο Σημείο. Διαβάστε περισστότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ