Arc for Dance Festival: δημιουργικές πνοές ανεξάρτητων δημιουργών

arc-for-dance-2015-thumb-extra_large--2

Για 7η συνεχόμενη χρονιά το φεστιβάλ χορού Arc for Dance Festival έδωσε το παρόν, διεκδικώντας πλέον μια σταθερή παρουσία στις χορευτικές διοργανώσεις αυτής της πόλης. Φέτος, με ταυτότητα πιο ξεκάθαρα διεθνή, φιλοξένησε καλλιτέχνες όχι μόνο από την Ευρώπη, αλλά και τη Λατινική Αμερική –πλάι στους γνωρίμους Έλληνες δημιουργούς. Στο πνεύμα της διοργάνωσης διακρίνει κανείς τέσσερις βασικούς άξονες: 1) την αποκέντρωση της καλλιτεχνικής παραγωγής δίνοντας βήμα σε ανεξάρτητους δημιουργούς. 2) Την απεμπλοκή από τη δυσκινησία του κρατικού μηχανισμού –επισημαίνοντας ότι διαφορετικές προοπτικές συνεργασίας με ευρωπαϊκούς φορείς είναι, όχι μόνο εφικτές αλλά και αναγκαίες–, καθώς και 3) τον ενθαρρυντικό προσανατολισμό προς τους σπουδαστές χορού ώστε να εμπλακούν δημιουργικά και να καταθέσουν διάφορες «απόπειρες γραφής», ακόμη και αν τα δείγματα αυτά είναι πρωτόλεια ή μαρτυρούν στην πλειοψηφία τους αναφομοίωτες επιρροές και τάσεις (βλ. συγκεκομμένη κίνηση, επαναληπτικότητα κινητικών μοτίβων). 4) Τέλος, τη σταδιακή βελτίωση του ίδιου του θεσμού, ο οποίος με δοκιμές και σφάλματα, κατάφερε να δημιουργήσει ένα ετερογενές κοινό, δεκτικό στην πολιτική του φεστιβάλ, αλλά κυρίως ανοιχτό στους επίκαιρους πειραματισμούς της τέχνης του χορού.

Τα δείγματα που ξεχώρισαν –χωρίς ωστόσο να υιοθετούμε τη λογική του αποκλεισμού ως προς τις υπόλοιπες, ελάσσονες «φωνές»– είναι κυρίως έργα με σαφή ή πειραματική τοποθέτηση ως προς τις πολλαπλές μεταμορφώσεις του σώματος στη σκηνή, την αναζήτηση μιας δεξιοτεχνικής κίνησης που αυτοπροσδιορίζεται και δεν περιορίζεται απλώς σε ζητήματα φόρμας ή στυλιζαρίσματος, στα οποία αναλώθηκε η κινησιολογική έρευνα τα τελευταία χρόνια.

Η Kasper Daugaard Pulsen, στο έργο Forestillinger, διερευνά τον τρόπο που τα κοστούμια των ερμηνευτριών διαμορφώνουν την αισθητική της κίνησης. Τα επαναλαμβανόμενα κινητικά μοτίβα επενδύονται με διαφορετικούς ρόλους που προκύπτουν αυτόματα από την αλλαγή κοστουμιών. Το σώμα προβάλλεται ως ένα ανοιχτό πεδίο πολλαπλών μετασχηματισμών, ένας καμβάς στον οποίο εγγράφονται σημασίες ή προσδίδονται χαρακτηριστικά, καταρρίπτοντας τη ψευδαίσθηση ενός αμετάβλητου εαυτού, ή μάλλον τονίζοντας πώς το σώμα –πέρα από τη βιολογική του υπόσταση– παραμένει εν πολλοίς μια πολιτισμική κατασκευή. Το αποτέλεσμα είναι άκρως χιουμοριστικό αλλά και αποκαλυπτικό, καθώς μέσα από την ευρηματική χρήση των κοστουμιών αποκαλύπτονται οι μηχανισμοί πρόσληψης και σημασιοδότησης της κίνησης.

Ο Eduardo Fukushima, επικεντρώνεται σε μια ιδιαίτερη σωματική συνθήκη, κατά την οποία η εξάντληση εκλαμβάνεται ως γονιμοποιός δύναμη. Ο χορευτής κινείται σε έναν «ενδιάμεσο χώρο», σε μια διάσταση όπου ο χρόνος δε λειτουργεί προσθετικά αποδυναμώνοντας την κίνηση, αλλά δημιουργεί μια αδιάσπαστη ακολουθία στην οποία το σώμα αναιρεί την υλικότητά του. Η επανάληψη της κίνησης στο διηνεκές –σα μαραθώνιος στον οποίο δοκιμάζεται η ανθρώπινη αντοχή αλλά και εξυμνείται η υπεράνθρωπη προσπάθεια– συμβολίζει την πάλη της ζωής επί των φυσικών δυνάμεων και της φθοράς. Ο χορευτής, παρά την ορατή κόπωση, δεν παραιτείται –τη χρησιμοποιεί μάλιστα για να εισάγει το σώμα του σε μια διάσταση εκστατική, παράφορη, σαν σε πτώση η οποία τελείται οριζόντια. Αυτή η βιταλιστική αντίληψη της δύναμης του σώματος, μάς μεταφέρει μια βαθύτερη μεταφυσική ανησυχία, σχετική με την ίδια την ύπαρξη, όπου το ζωτικό στοιχείο αναμετράται με τον απαράβατο νόμο της φθοράς, του αφανισμού.

Ο Χάρης Κούσιος, συγκαταλέγεται στη νέα γενιά Ελλήνων χορογράφων. Εκλεκτικός ως προς την εικαστική διάσταση των έργων του, αναζητά πάντα μια θεματολογία ικανή να συγκεράσει τη μινιμαλιστική κίνηση με την αφαιρετική αισθητική του. Το Man-œuvres πραγματεύεται την έννοια των αρχέτυπων, μεταφέροντας τον θεατή σε ένα άχρονο περιβάλλον, όπου το παρελθόν συνδιαλέγεται με το μέλλον. Πέντε ερμηνευτές, υπό την καθοδήγηση μιας αργόσυρτης αλλά υποβλητικής μουσικής, κινούνται μέσα από συμπαγή χορευτικά σύνολα, ή επιδίδονται σε εξατομικευμένες μικροχορογραφίες πριν επανέλθουν στο αρχικό, ομαδικό σχήμα. Αυτή η απόπειρα να αποδοθεί σκηνικά μια τελετουργία, απαιτεί έναν ειδικό χρόνο μύησης και μια σωματική κατάσταση που δεν συνδέεται μόνο με την αυστηρότητα του χορογραφικού ύφους ή την εσωστρεφή ποιότητα στην κίνηση. Γενικώς, αυτό που εισπράττουμε ως θεατές, είναι περισσότερο η αίσθηση μιας εξωτερικής συνθήκης την οποία αδυνατούν να προσεγγίσουν με ακρίβεια οι χορευτές και λιγότερο μια σχέση που αναδύεται από τα σώματά τους, εξωτερικεύοντας την όποια διαδικασία ενδώσμωσης. Για να τελεστεί το «μυστήριο», πρέπει πρώτα να μυηθούν οι εκ-τελεστές σ’ αυτό που κάνουν.

Το δίδυμο Tereza Ondrova και Peter Savel επικεντρώνεται στην αμφισημία του «είμαι» και «έχω» ένα σώμα. Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του έργου, Boys Who Like to Play With Dolls, το φύλο δεν προσεγγίζεται ως μια στατική περιγραφή αυτού που κάποιος ή κάποια είναι. Πρόκεται για μια «μυθοπλασία» -όπως υποστηρίζει και η Τζούντιθ Μπάτλερ- μέσω της οποίας το σώμα μας σημασιοδοτείται ποικιλοτρόπως, υιοθετούμε πρακτικές τις οποίες θεωρούμε «φυσικές» και εγγεγραμμένες στον αρχετυπικό διαχωρισμό αρσενικό/θηλυκό. Τα σώματα των χορευτών είναι «σημαδεμένα», επιφάνειες διάστικτες από μοτίβα και σχέδια, σαν δυο ξεχωριστοί καμβάδες πάνω στους οποίους προβάλλεται μια αναστοχαστική αίσθηση των ρόλων «άνδρας» και «γυναίκα» (συνειρμός που επιστρέφει όταν ακούμε τον στίχο του τραγουδιού “put your graffiti on me”). Οι δυο ερμηνευτές παρελαύνουν στο χώρο σωματοποιώντας καταστάσεις που κινούνται από το μπλαζέ και ασέξουαλ ύφος των μοντέλων, στο σεξουαλικοποιημένο κούνημα των γοφών –βλ. twerking και booty bouncing– ή την υπερβολικά ποζάτη κίνηση των χεριών, κατά το voguing. Ωστόσο, η παράσταση δεν περιορίζεται στη σχηματική αναπαράσταση των κινηματικών ιδιωμάτων που απαντώνται στην κουλτούρα των κλαμπ: μέσα από την πολλαπλότητα των ρόλων και ταυτοτήτων τους, οι δυο ερμηνευτές υπενθυμίζουν ότι μπορούν να είναι τόσο διαφορετικοί στη σκηνή, όσο ο καθένας από εμάς που βρίσκεται «κρυμμένος» στο κοινό.

Ο Clément Dazin, αποτελεί ένα ξεχωριστό και σπάνιο είδος καλλιτέχνη. Χρησιμοποιώντας ένα ιδιαίτερο κράμα σύγχρονου χορού και ταχυδακτυλουργικών, καταφέρνει να ξεπεράσει τον εύκολο εντυπωσιασμό που προκύπτει από την υψηλή δεξιοτεχνία και τον βαθμό δυσκολίας των κόλπων που εκτελεί. Υπάρχουν στιγμές μάλιστα που υποκύπτει στο «φυσικό νόμο» της αποτυχίας, αφήνει να εννοηθεί ότι κάθε προσπάθεια, όσο καλά και αν είναι προστατευμένη από την πιθανότητα του λάθους, είναι εν μέρει «καταδικασμένη» στη σισύφεια λογική της επανεκκίνησης, της επαναδοκιμής. Ο παραπάνω απαράβατος κανόνας μοιάζει τόσο ξένος μπρος σε μια τέχνη που διαφυλάσσει την ομορφιά της στην τελειότητα, στην ακριβεία. Η ερμηνεία του Dazin ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στην ουσία της ύπαρξης και την ελαφρότητα του παιχνιδιού, και μας αποκαλύπτει, παρά τα φαινόμενα, ότι η τέχνη και ζωή αλληλοπεριέχονται.

Ο Χρήστος Παπαδόπουλος, με αφορμή τα «Τα κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ» επιχειρεί μια σπουδή πάνω στο χρόνο και την κίνηση. Έξι ερμηνευτές στη σκηνή, σ’ ένα φανταστικό διάλογο με τα πρόσωπα της αφήγησης, μετουσιώνουν στο ελάχιστο ίχνος τις μεταξύ τους σχέσεις, ακολουθούν διαδρομές στο χώρο, αποσπώνται από την ομάδα και αναδιατάσσονται ως σύνολο σ’ έναν άχρονο, συμβολικά απογυμνωμένο τόπο. Η ατελεύτητη ταλάντωση στην οποία είναι παραδομένα τα σώματά τους, συμπυκνώνει τόσο τις μεταξύ τους δράσεις, όσο και την αίσθηση που αποπνέει ο χώρος. Πράγματι, η σκηνή μέσα από το πρίσμα της αδιάκοπης κίνησης, φαίνεται να αποκτά έναν χειροπιαστό όγκο, μια πρωτόγνωρη πυκνότητα. Ωστόσο, η σύντμηση της παράστασης σε 40 λεπτά θέτει έναν περίπλοκο στόχο: την προσήλωση στο επερχόμενο με αποτέλεσμα να χάνεται η αίσθηση της «άχρονης περιπλάνησης», του λαβύρινθου των διαδρομών στους οποίους προσπαθούν να διασταυρωθούν τα έξι πρόσωπα. Ίσως πάλι, αυτή η αίσθηση να προκύπτει από τον απογυμνωτικό φωτισμό ή από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο έργο λειτουργεί καλύτερα σε υπερυψωμένη σκηνή. Πολλές φορές, αυτές οι μικρές λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά.

 


info: το 7ο Arc for Dance Festival πραγματοποιήθηκε 7 - 10 Μαίου 2015, στο Σύγχρονο Θέατρο. Διαβάστε περισσότερα


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ