Priority: αίφνης ο άνθρωπος

priority_2015-15-thumb-extra_large--2

Η επιθυμία ενός δημιουργού να αυτοβιογραφηθεί, αναζητώντας το κατάλληλο μέσο σε μια πληθώρα αφηγηματικών τύπων, δεν είναι άλλο από ένα πείραμα πάνω στον ίδιο του τον εαυτό, η αναζήτηση μιας γραφής που θα μπορούσε να είναι ο βίος του. Πράγματι, η ζωή κάθε ανθρώπου από ορισμένη σκοπιά, τουλάχιστον όταν έχει διανυθεί το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής και στο χωνευτήρι του χρόνου έχουν πλέον κατασταλάξει οι εμπειρίες  και αρχειοθετηθεί οι αναμνήσεις, τότε σ’ αυτή τη φθίνουσα, αλλά και γενναιόδωρη υποχώρηση, η ζωή γίνεται βίος. Τότε επίσης, η ποιητική δεν αποτελεί απλώς ένα σχέδιο οργάνωσης της έκφρασης, δεν αναλώνεται απλώς σε θέματα επιλογής ενός ύφους έναντι κάποιου άλλου• τουναντίον, σε τέτοιες περιπτώσεις ο βίος έρχεται να συνοψίσει και να εκφράσει το μείζον της ποιητικής του κάθε δημιουργού, περιλαμβάνοντας ως σημαίνον στοιχείο της και τη στάση του ίδιου απέναντι στην τέχνη (του). Κομβικής σημασίας στιγμή, καθώς, είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου «η ζωή υπερβαίνει τα όρια που τη χωρίζουν από την τέχνη, το ίδιο και η τέχνη ως προς τη ζωή.»

Το έργο Priority –το τελευταίο δείγμα δουλειάς εντός των συνόρων από τον χορογράφο Αντώνη Φωνιαδάκη– αποτελεί μια δοκιμή αυτοβιογραφικού τύπου, μια απόπειρα καταγραφής της ίδιας του της ζωής, από την παιδική αθωότητα και τα πρώτα ίχνη της σχέσης του με τον χορό, στην ενηλικίωση (σωματική και καλλιτεχνική), έως την πρώτη ωριμότητα (η οποία ξεκάθαρα καταδεικνύει την εγγύτητά της στην παιδική ηλικία, συμπυκνώνοντας εκείνο το αμείωτο αίτημα για ζωή). Οι εντυπώσεις-παραστάσεις που έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη του δημιουργού –μουσικά χιτ της εποχής του, τηλεοπτικά στιγμιότυπα ή άλλες πιο σκοτεινές και συμβολικά νοηματοδοτημένες περιοχές– είναι κομμάτια ενός πάζλ που συλλαμβάνουν αποσπασματικά τη ζωή, επιβεβαιώνοντας ότι η εικόνα δεν πρόκειται να είναι ποτέ πλήρης. Δεν είναι άλλωστε αυτό το ζητούμενο. Σ’ αυτή τη διαδικασία δεν είναι η λεπτομερής καταγραφή που μετρά, αλλά το συναισθηματικό-ψυχικό ίχνος που ενυπάρχει σ’ αυτή, από το οποίο μπορεί κανείς να ανασυνθέσει με μοναδικό τρόπο την απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα: «Αν η μισή αλήθεια βρίσκεται στο σώμα, τι συμβαίνει με την άλλη μισή;»

Μια ρήση που αποδίδεται στον Λακάν, συνοψίζει το παραπάνω παράδοξο: «ο άνθρωπος είναι κάτι πολύ περισσότερο από το σώμα του, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να γνωρίσει τίποτα παραπάνω για το είναι του». Στη «γραφή» που επιθυμεί να συμπεριλάβει τη ζωή εντοπίζει κανείς μια μεθοδολογική δυσκολία. Η ζωή υπήρξε και η γραφή που αναλαμβάνει να την αποδώσει σκηνικά, πρέπει να βρει εκείνο τον «διφορούμενο χαρακτήρα», ώστε αυτό που αναπαρίσταται, να μην ανήκει ούτε τελείως στην τέχνη (συμβολικό), ούτε τελείως στη ζωή (ρεαλιστικό). Υπάρχει λοιπόν μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο βίωμα που εκφράζει η κίνηση και στο βίωμα που η κίνηση δημιουργεί. Μεταστρέφοντας το ερώτημα προς μια άλλη νοηματική κατεύθυνση θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε: γιατί ο δημιουργός επιστρατεύει μια σειρά από τεχνάσματα προκειμένου να αφηγηθεί στον ίδιο του τον εαυτό την ιστορία του;

Φαίνεται πώς η διαδικασία σύνθεσης είναι ένας τρόπος ο καλλιτέχνης να μάθει για τη ζωή του –όχι όπως σε μια ξεκάθαρη αυτογνωσιακή πορεία, αλλά απομυθοποιώντας συστηματικά τις αναπαραστάσεις που συγκροτούν το «δημόσιο εαυτό», αποζητώντας έτσι την «πραγματική έκθεση». Ο Φωνιαδάκης αυτοβιογραφείται τοποθετώντας στο κέντρο αυτής της διαδικασίας τον ρόλο του χορευτή/χορογράφου, ψάχνοντας για τα βιώματα που η κίνηση μπορεί να εκφράσει. Κινητικά λεξιλόγια διαφορετικών καταβολών, ποικιλία τεχνικών μέσων και οικεία ηχοτοπία συνθέτουν έναν ιδιαίτερο κόσμο, αλλά όχι απολύτως «δικό του». Εδώ δεν τίθεται θέμα κυριότητας επί των δανείων, αλλά ζήτημα ποιητικής, δηλαδή «οργανικής» σχέσης της αισθητικής του χορογράφου με τις καλλιτεχνικές επιλογές του: παράδειγμα, ο παροξυσμικός εξπρεσιονισμός του Φωνιαδάκη σε σχέση με την κίνηση η οποία ασφυκτιά μέσα στον εαυτό της. Πράγματι, το ζήτημα σε μια τέτοια κατάθεση δεν είναι η προσπάθεια ταύτισης με τον ήδη πραγματωμένο εαυτό, η επίδειξη των εκφραστικών μέσων που έχουν κατακτηθεί –αλλιώς, επιστρέφοντας στα προλεγόμενα, δεν μπορούμε να μιλάμε για βίο. Σαφώς δεν πρέπει να αρνούμαστε ή να υποβαθμίζουμε τη σημασία των παρελθόντων βιωμάτων, αλλά να αναρωτιόμαστε «πόσο μπροστά μας βρίσκονται όλα όσα έχουν προηγηθεί», δηλαδή να εστιάσουμε στο (νέο) βίωμα που η κίνηση μπορεί να δημιουργήσει.

Πιθανολογώ, πώς αυτό το νέο στοιχείο, αναφέρεται ακριβώς σ’ ένα χαρακτηριστικό του Φωνιαδάκη ακόμη ανεξερεύνητο, μακριά από το εγκεκριμένο «σώμα» του (νοούμενο τόσο ως σκηνική παρουσία αλλά και ως corpus ιδιωμάτων που έχει ο ίδιος αφομοιώσει στο έργο του). Γιατί το περίγραμμα της γραφής κάθε δημιουργού δεν ορίζεται από μια μόνο αισθητική περιοχή ή από το άθροισμα των περιοχών τις οποίες διασχίζει στην πορεία, αλλά από την «αγωνία του ασίγαστου κι άλλο τόσο απονενοημένου διηγητικού «εγώ», να μάθει ποιος εν τέλει είναι στην αδήριτη καθημερινή πράξη» (Γκόγκολ). Αυτό σημαίνει ότι η πολλαπλότητα των προσώπων που επιλέγει να δείξει ο χορογράφος στη σκηνή, είτε αναπαρίστανται εξιδανικευμένα μέσα από το βλέμμα ενός παιδιού, είτε ξεσκεπάζουν τη συγκίνηση μέσα από το ώριμο σώμα ενός ερμηνευτή, δεν στοιχειοθετούν το ίδιο το υποκείμενο στην παρούσα φάση του.

Ακόμη και όταν ο ίδιος παρουσιάζεται γυμνός στη σκηνή, επιστρέφοντας φαινομενικά σε μια πιο πρωτόγονη, ζωώδη και ηδονική κατάσταση του εαυτού, δεν φαίνεται να αξιοποιεί τον ατελείωτο αντικατοπτρισμό που συνεπάγεται η αυτογνωσία μέσα από το «με βλέπω να με βλέπουν». Ή μάλλον, αν έχει γίνει ήδη αντιληπτός αυτός ο μηχανισμός, άρα και η ανασυγκρότηση του υποκειμένου στην ερωτική του διάσταση, τότε συνειδητά το σώμα εκτίθεται σε μια γυμνότητα που εξαγοράζει το βλέμμα του θεατή, υποκύπτοντας σε μια ναρκισσιστική κατάχρηση. Αίφνης διαπιστώνει κανείς ότι στη σκηνή δεν βρίσκεται παρά ο ίδιος ο άνθρωπος, «ενδεδυμένος» με όλες τις αδυναμίες του. Η «αλήθεια» βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό: στη μη δυνατότητα της χρησιμοποίησης της, ή για να το πούμε αλλιώς, στο ότι πάντα η σκηνική παρουσία θα αναμετράται με κάτι που δεν είναι (πια) εκεί. Είτε παραπλανήθηκε/αποπλανήθηκε από το αχόρταγο βλέμμα του θεατή, είτε βούλιαξε αχρησιμοποίητη στο νεο-μηδενισμό της μεταμοντέρνας όρασης, ως είδωλο που αποζητά να αντικαταστήσει την πραγματικότητα.

 


info: To έργο Priority του Αντώνη Φωνιαδάκη παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών, 27 ως 29 Ιουλίου 2015. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ