"Margin release", αποδεσμεύοντας τα όρια της σκηνικής γραφής

margin_release_4_2015-web--2

Η Λενιώ Κακλέα είναι από τις περιπτώσεις δημιουργών που αντιμετωπίζουν το χορό ως εργαστήρι ιδεών από το οποίο μπορούν να προκύψουν όχι μόνο ξεχωριστά κινητικά ιδιώματα, αλλά και σωματικές πρακτικές που «συνομιλούν» με γνωστικά πεδία, όπως η φιλοσοφία και η ψυχανάλυση. Στην τελευταία της δουλειά, με τίτλο margin release, επιχειρεί να χαρτογραφήσει τις ασυνείδητες διαδικασίες που οριοθετούν ή συμπληρώνουν τα επί σκηνής τεκταινόμενα. Υπό αυτή την οπτική, ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς μια δράση, αλλά συμπεριλαμβάνεται σε ένα σύνθετο νοηματικά δρώμενο, σε μια αδιάκοπη διαδικασία μετασχηματισμού (αισθητικών και νοητικών) δεδομένων.

Η κίνηση ως αφηρημένη «γλώσσα» υποδηλώνει μια αδιάκοπη τροποποίηση, μετάλλαξη και μια συνεχή επανεπένδυση των ιχνών που προκύπτουν από την επικοινωνία των χορευτών μεταξύ τους. Αυτό που εισπράττει εν τέλει ο θεατής είναι ένα διπλό είδωλο, ένα σημαινόμενο που έχει επενδυθεί νοηματικά δύο φορές (από τους χορευτές και από τον ίδιο το θεατή). Στην έναρξη του κομματιού, τα πρώτα ίχνη που αφήνουν οι χορευτές στις λευκές κόλες χαρτιού, τα σχήματα-μέλη που σχεδιάζουν δεν μπορούν να ερμηνευθούν μέσω αυτού που αναπαριστούν, αλλά μπορούν να εκληφθούν ως σημεία που οριοθετούν τη μεταξύ τους επικοινωνία: ένα πέος, ένα καπέλο, μια γλώσσα, ένας ομφάλιος λώρος –όλα αυτά συνεισφέρουν σε μια πολλαπλότητα ερμηνειών, ένα λαβύρινθο μηνυμάτων/νοημάτων, από τα οποία ο θεατής μπορεί να διέλθει περισυλλέγοντας θραύσματα ή εντυπώσεις.

Πράγματι, οι χορευτές μοιάζει να έχουν επιστρέψει σε ένα προ-γλωσσικό στάδιο απ’ όπου προσπαθούν να καταστήσουν σαφές αυτό που «αδυνατούν» να επικοινωνήσουν. Τα στόματά τους παραμένουν κλειστά, σφαλισμένα, εντείνοντας το παράδοξο στη μεταξύ τους επικοινωνία. Τα προλεκτικά φωνήματα που εκπέμπει ο καθένας τους, παρότι δεν έχουν ξεκάθαρο «αντικείμενο», δεν καταδεικνύουν με τρόπο σαφή το περιεχόμενο της επικοινωνίας, αλλά αρθρώνονται και επιστρέφουν ως εξωτερικά ερεθίσματα τα οποία «αναζητούν μια ανταπόκριση». Αυτός που παρατηρεί απ’ έξω –τόσο ο συγχορευτής όσο και ο θεατής– αναζητά τις πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σ’ αυτό που «ακούγεται» και σ’ αυτό που εντυπώνεται ως «οπτική ομιλία», δηλαδή το σύνολο των χειρονομιών και κινήσεων που αναλαμβάνουν να μεταφέρουν το ψυχικό φορτίο των μη προφερόμενων λέξεων. Έστω και αν θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μια γλώσσα «κοινή» μεταξύ των δύο ερμηνευτών, μέσω της οποίας συμφωνούν και καταφέρνουν να επικοινωνήσουν, η καθήλωση σ’ ένα λόγο που δεν μπορεί να «αναπαραστήσει» νοήματα, να «ζητήσει» πράγματα, φέρνει το σώμα σ’ ένα αδιέξοδο. Η γλώσσα του σώματος αποσιωπεί περισσότερα από όσα προσπαθεί να αποσαφηνίσει.

Εμβαθύνοντας λοιπόν στη διαδικασία της παρατήρησης, οι χορευτές ψάχνουν έξω από τον ίδιο τους τον εαυτό –αναζητώντας ένα αντικείμενο που θα καταστήσει «σαφές» αυτό που διαμείβεται μεταξύ τους– κάτι ανάλογο με το ίδιο τους το σώμα. Κάπως έτσι το εκμαγείο-αιδοίο που μεταφέρουν στην σκηνή γίνεται το εξωτερικό αντικείμενο μέσα από το οποίο ο χορευτής θέλει να κοιτάξει τον εαυτό του. Το αιδοίο, ως σύμβολο πια, αποκομμένο από το σώμα στο οποίο ανήκει, αποκτά μια διττή σημασία: ενεργοποιεί εκείνον που «κοιτάζεται» μέσα από αυτό, αλλά λειτουργεί και ως υποκατάστατο αυτού που αναπαριστά, αφού μεσολαβεί ανάμεσα στην εικόνα και στο σώμα της χορεύτριας. Το όλο παιχνίδι παίζεται στο κατά πόσο το αντικείμενο δέχεται να «χρησιμοποιηθεί». Είναι, με άλλα λόγια, η «μήτρα» της μεταξύ τους επικοινωνίας, από την οποία ο καθένας αποσπά ένα κομμάτι. Στην επανασύνδεσή τους όμως, τα κομμάτια αυτά δεν πρόκειται να επαναφέρουν το όλον, θα αφήνουν πάντα ένα κενό, το οποίο θα πρέπει να διαχειριστούν στη συνέχεια οι ερμηνευτές μέσα από τις λειτουργίες της κίνησης, της εκφραστικής τους δεινότητας.

Ακριβώς αυτή η αμφίσημη λειτουργία του «ενδιάμεσου χώρου», μέσα από συμβολοποιήσεις που εκφράζονται σωματικά, αφήνει κάπως μετέωρο τον θεατή. Παρότι η δράση εξελίσσεται σε ένα πιο καθαρό κινησιολογικό μοτίβο, η προηγουμένως υπερεπένδυσή του με στοιχεία εννοιολογικά δεν οδηγεί σε μια αποδέσμευση των ορίων (margin release) αλλά σε ένα περίκλειστο αυστηρά οριοθετημένο «χώρο». Μια τέτοια προσέγγιση αναδεικνύει το αναλυτικό πλαίσιο στο οποίο συντελείται η γραφή της Κακλέα, αλλά δεν λειτουργεί επαρκώς μυητικά για όσους βρίσκονται «εκτός πλαισίου». Δεν είναι σαφές αν μια τέτοια αδυναμία σύνδεσης απαιτεί την περαιτέρω ενεργοποίηση του θεατή, ώστε να συντελεστεί η υπέρβαση της οριοθετημένης σχέσης κοινού-ερμηνευτών, ή αν η παράσταση επιθυμεί να λειτουργήσει ως μια ανοιχτή δομή, μια μήτρα ικανή να αφομοιώνει και να μεταβολίζει ακόμη και τις πιο διαφοροποιημένες αντιδράσεις, σαν ένα παιχνίδι συνειρμικής γραφής. Εντούτοις, αναρωτιέται κανείς αν η συγκεκριμένη σύμβαση, με την απομονωμένη συνοχή της, αντικαθιστά ή μάλλον εκπληρώνει το πρακτικό σκέλος της επικοινωνίας με τον θεατή. Τελικά, έχει σημασία ή όχι να γίνεται αντιληπτό αυτό που διαμείβεται επί σκηνής;

 


info: To ντουέτο margin release της Λενιώς Κακλέα με παρτενέρ τον Κερέμ Γκελεμπέκ παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών, 25 και 26 Ιουνίου 2015. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ