Ο δημιουργός ως ιστορικός και ο ιστορικός ως δημιουργός

clouds-mraky-fotoctibor-bachraty--004-web

Στην καταγωγική της σχέση με τη μνήμη, η τέχνη διείδε τη σπουδαιότητα του αρχείου, τη δυνατότητα του σώματος, μέσα από τελέσεις, να επαναφέρει στο παρόν μνήμες και να αποκαλύπτει τη σχέση του με τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας.

Κατά τους Μαρξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο, «η Ευρώπη έχει δύο ιστορίες: η μία πολύ γνωστή και γραπτή, η άλλη υπόγεια». Προφανώς η δεύτερη αφορά την ανεπίσημη, αποσιωπημένη πλευρά της ιστορίας, τη μη καταγεγραμμένη, εκείνη που συνδέεται με την τύχη των καταπιεσμένων και όσων δεν κατάφεραν να αρθρώσουν ένα λόγο απέναντι στην αναζήτηση της «αλήθειας». Το σώμα, επίσης, σπάνια αποτέλεσε πηγή της «αλήθειας», έμεινε και αυτό για χρόνια στα αζήτητα των ανεπίσημων ιστορικών πηγών. Ωστόσο, αποτέλεσε και αποτελεί ένα ικανό μέσο για την πρόσληψη και νοηματοδότηση της ιστορίας. Με άλλα λόγια, το σώμα, κατ’ αναλογία με τις δυνατότητες του αρχειακού υλικού, αποτελεί ένα πεδίο εγγραφής και ερμηνείας της ιστορίας, το σώμα διατηρεί από τη μνήμη έναν αναλλοίωτο πυρήνα ιδιαιτερότητας. Η ιστορία, λοιπόν, όταν ερευνά τη συλλογική μνήμη, θα έπρεπε επίσης να αναζητά τη συγκρότησή της στις συλλογικές απωθήσεις, σ’ εκείνη τη λησμονημένη πλευρά των γεγονότων, όπως καταγράφηκαν ασυναίσθητα σε σωματικές πρακτικές ή δευτερεύουσες πηγές, σε μικρά θραύσματα με ανεκτίμητη ιστορική σημασία.

Η κολλεκτίβα Handa Fote Research & Development προσπαθεί μέσα από την παραπάνω προσέγγιση, με «ταπεινά» υλικά και τη χρήση της τεχνολογίας, να ρίξει φως σε ανθρώπινες, προσωπικές ιστορίες. Αρχειακό υλικό (όπως αναμνηστικές φωτογραφίες, αποσπάσματα από την αλληλογραφία κοντινών προσώπων, μια παραδοσιακή συνταγή, κτλ) συνθέτουν το παράξενο παζλ της μνήμης. Παρά τη φαινομενική αθωότητα του εγχειρήματος, η ομάδα επιχειρεί να συνδιαλλαγεί με την πρόσφατη ιστορία της Τσεχοσλοβακίας, να ασκήσει κριτική πάνω στην κατασκευή της επίσημης εκδοχής των γεγονότων και να φωτίσει τη συσχέτισή της με την κυρίαρχη, τότε, κομουνιστική ιδεολογία (ή μάλλον, τις καθηλώσεις της και τα εκτρώματα που παρήγαγε). Κάθε μεταχείριση του αρχειακού υλικού, στοιχειοθετημένου και ταξινομημένου με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση μιας γραμμικής, εξελισσόμενης αφήγησης, επιτρέπει να αναδυθούν τα όποια κενά στην επίσημη καταγραφή της ιστορίας, ή ερωτηματικά σχετικά με την πολιτική και εθνική ταυτότητα των Τσέχων.

Η παράσταση παρουσιάζει εύληπτα ότι ο κόσμος δεν μπορεί να «είναι» με έναν μοναδικά συνεκτικό τρόπο. Η ιστορία δεν «λέει» μόνο ένα πράγμα, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι το παρελθόν υπάρχει κάπου, ανεξάρτητα από τις ερμηνείες του και τις ανάγκες εκείνων που ζουν στο παρόν (το παρόν, άλλωστε, είναι η μόνη χρονική συνθήκη μέσα από την οποία μπορούμε να μιλάμε τόσο για το μέλλον, όσο και για το παρελθόν). Η ιστορία ως επιτέλεση, ως διαρκή προσδοκία, δεν ολοκληρώνεται στην επίτευξη μοναχά μιας πρόθεσης –εξ ου και η ομάδα επιχειρεί να δώσει έμφαση στην πολυφωνική διάσταση της αφήγησης, στις πολλές και συχνά αντιφατικές πτυχές της ιστορίας. Μέσα σ’ αυτό τον κατακερματισμό των νοημάτων/ερμηνειών, διατυπώνεται η εξής απορία: Αν κάποιος μπορεί να βρεθεί στην ιδιότυπη θέση του «αφηγητή», μεταφέροντας μια σειρά από προσωπικά αφηγήματα στη δημόσια σφαίρα, τι μπορεί να παρατηρήσει από τη θέση αυτή; Ποια είναι η θέση του σε σχέση με αυτά που «δείχνει»;

Η παράθεση των ιστοριών στην παράσταση δεν χαρακτηρίζεται από υφολογική ουδετερότητα• το προσωπικό, σχεδόν εξομολογητικό στυλ της αφηγήτριας στοχεύει ξεκάθαρα στη συγκίνηση του θεατή. Ο τρόπος που παρατίθενται τα επεισόδια, η πλαισίωσή τους από τη μουσική, το μοντάζ των εικόνων, η αισθητική μιας σχεδόν «χειροποίητης» παράστασης, συντείνουν στην παραπάνω άποψη. Η ίδια περφόρμερ όμως, άλλοτε ως εικόνα που παγώνει στην οθόνη, άλλοτε ως κινούμενο στοιχείο, συνδιαλέγεται με το υλικό με έναν τρόπο καθαρά «εγκεφαλικό»: ενώ πρόκειται για ένα είδος περιπλάνησης στους αχανείς διαδρόμους της μνήμης, η σωματική της παρουσία είναι τόσο ουδετεροποιημένη, που δεν εισπράττουμε τίποτα βιωματικό, χωνευμένο στη μνήμη του σώματός της. Χορεύει, μιμείται, χειρονομεί, οι κινήσεις της όμως δεν φέρουν μέσα τους κάτι από το βάρος της ιστορίας, τις παρεκτροπές ή τις παραλείψεις της. Η ίδια ως υποκείμενο, ως μετέχον «εγώ» σ’ αυτή την αφήγηση, κατά ένα παράδοξο τρόπο, «απουσιάζει»: παρότι είναι παρούσα στη σκηνή, λειτουργεί περισσότερο ως μια «ζωντανή απουσία», ένα στοιχείο που αφομοιώνεται διαρκώς στις προβολές, μεταβαίνει από τη μία δράση στην άλλη χωρίς να μας δίνει ακριβώς το σημείο από το οποίο παρατηρεί τα γεγονότα. Όσο υποτονίζεται η δική της παρουσία, τόσο ευκολότερα ενδίδουμε σ’ αυτή την παραφορά του βλέπειν, τη μεθόδευση των συγκινήσεων που ακολουθούν το αδιάκοπο πέρασμα των εικόνων. Ο λόγος είναι ίσως το μοναδικό στοιχείο που μας επαναφέρει στην ιστορική βαρύτητα των αφηγούμενων γεγονότων. Πράγματι, το άτομο «εγκαλείται» ως υποκείμενο μέσα από την ομιλητική πράξη –δεν υπάρχει τρόπος να ταυτιστεί με το παρελθόν αν δεν βρει τρόπο να συνδεθεί με το παρόν της εκφοράς του.

Η αφηγήτρια επιφορτίζεται έτσι με ένα «καθήκον»: αν ο στόχος της παράστασης αυτής είναι να καταστήσει σαφείς τους κατά τα άλλα ακατανόητους πολιτικούς μετασχηματισμούς και τις προσαρμογές της ταυτότητας σε περίπλοκα ιδεολογικά σχήματα, τότε πώς η γλώσσα (σκηνική αλλά και αφηγηματική) μπορεί να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την ιστορία κατονομάζοντας τις ίδιες τις δομές των καταστάσεων, ώστε η επαναφήγηση των γεγονότων να αποτελέσει τη μήτρα για μια νέα συλλογική συνείδηση; Ποια είναι εν τέλει η στάση της απέναντι στα λάθη των προηγούμενων γενεών; Κριτική ή απολογητική; Πώς διαμεσολαβείται η γνώση της ιστορίας στον θεατή, ώστε αυτά που μας συνδέουν με το παρελθόν να μην είναι ό,τι απλώς θυμόμαστε από αυτό, αλλά ό,τι αναγνωρίζουμε ως κοινό ανάμεσα σε μας και στους άλλους;

Στις παραστάσεις που πραγματεύονται ιστορικά ζητήματα, υπάρχει ένας ηθικός ενδοιασμός: ο τρόπος που αναπλάθεις τη σχέση με το παρελθόν ώστε να γίνει κοινό βίωμα, και ο τρόπος που μεσολαβεί η αισθητική για να καταστεί ένα τέτοιο εγχείρημα αποδεκτό –ακόμη και αν υποστηρίζει την «υπόγεια» πλευρά της ιστορίας που «πρέπει να ακουστεί»– είναι, πολύ συχνά, διφορούμενοι. Έτσι όμως λειτουργεί και η ίδια η ιστορία: άλλοτε το ύφος της είναι συγκρατημένο, λιτό, σταθερά αναλυτικό ώστε να μεγιστοποιήσει τη νοητική σαφήνεια των εξιστορούμενων γεγονότων, κι άλλοτε εσκεμμένα υποβλητικό, ώστε να εγείρει στον καθένα εκείνο το αίσθημα που επιτρέπει συγκεκριμένες μόνο ερμηνείες και αναλύσεις. Τελικά δε γνωρίζω προς τα πού κινήθηκε η παράσταση• μου άφησε όμως την πικρή εντύπωση μιας «σκηνικής ελαφρότητας» που αδυνατεί να συνδιαλλαγεί με το «βάρος της ιστορίας».

 


info: Η παράσταση Clouds της κολλεκτίβας Handa Fote Research & Development παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 21 & 22 Νοεμβρίου 2015. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ