Η κοινοτοπία της μοναδικότητας

process-20150122_7287-web

Στο Process η Τσέχα χορεύτρια και χορογράφος Ντόρα Σουλζένκο Χοστόβα διατυπώνει την πρόθεσή της να καταρρίψει τα κλισέ μιας χορογραφίας, να έρθει αντιμέτωπη με όλα τα υπερ-χρησιμοποιημένα εργαλεία μιας πρόβας, αναζητώντας έτσι μια σκηνική γραφή η οποία απορρέει ως σχόλιο στην ενίοτε προβλέψιμη και προβληματική δημιουργική διαδικασία ενός έργου. Πράγματι, η χορογράφος επιχειρεί να μας μυήσει σταδιακά στους μηχανισμούς μιας παράστασης χορού, να μας αποκαλύψει τα αδιέξοδα των ερμηνευτών στην παραγωγή του κινητικού υλικού, αλλά και την παγίδα στην οποία υποπέφτει ο θεατής προσπαθώντας να αποδώσει νόημα σε οποιαδήποτε κίνηση. Αυτή η (προ)διάθεση να εγγράφεται η κίνηση σε μια, τρόπον τινά, αφήγηση ορίζει σχεδόν πάντα την πρόσβαση που έχει ο θεατής σε μια παράσταση, δηλαδή το αν «την καταλαβαίνει», αποκωδικοποιώντας την σε κάτι αναγνωρίσιμο και, εν τέλει, αναγνώσιμο.

Η μεταγραφή της κίνησης σε ένα άλλο σύστημα κωδικοποίησης και ερμηνείας φαίνεται να είναι αναπόφευκτη• σύνδεεται τόσο με τη φύση της συγκεκριμένης σκηνικής «γλώσσας» (βλ. η κίνηση δεν «μιλά»), όσο και με την ανάγκη του κοινού να κατανοήσει τη δράση και να εισχωρήσει στο κεφάλι του καλλιτέχνη-δημιουργού.  Αυτή η πλάνη βέβαια, προϋποθέτει μια ισοδυναμία ανάμεσα στο περιεχόμενο του βιώματος, όπως εκφράζεται στη σκηνή, και στην υποκειμενική εμπειρία εκείνου που το προσλαμβάνει. Η συγκεκριμένη οπτική είναι, δυστυχώς, αρκετά συμβιβαστική και παρωχημένη για τους καλλιτέχνες εκείνους που επιχειρούν ένα βήμα παραπέρα, όταν ειδικά απαιτούν από τους θεατές κάτι παραπάνω από την απλή, καταφατική ανταπόκριση προς την παράσταση. Αντίστοιχα, η χορογράφος συνθέτει έτσι το συγκεκριμένο έργο, ώστε να λειτουργεί σαν ένα «εγχειρίδιο χορού για αρχάριους», ένα πείραμα που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα ανοιχτό πεδίο δοκιμών και σχολιασμών για τις σύγχρονες ή απαρχαιωμένες πρακτικές της χορευτικής σκηνής.

Η γκάμα αναγνωρίσιμων κινητικών και στυλιστικών χειρισμών μπαίνει στο παιχνίδι αδιαφορώντας για τη διαφύλαξη της ενότητας, ακόμη και αν το «όλον» νοηθεί ως πείραμα, η χορογράφος μάς προτείνει ένα πείραμα που θέλει να έχει τις αξιώσεις μιας συμβατικής παράστασης και όχι το αντίστροφο. Τι σημαίνει αυτό; Οι κανόνες και οι τυποποιήσεις είναι αυτό που το έργο και η κίνηση αναζητούν προκειμένου να λειτουργήσει ο «σχολιασμός» τους. Ωστόσο, πολλά από τα επιμέρους «επεισόδια» της παράστασης, υπηρετώντας τους κώδικες της απαξιωμένης πλέον σκηνικής σύμβασης, καταλήγουν ως σχόλια προς την ίδια τη χορογράφο. Η δημιουργός, στο πλαίσιο μιας «αρνητικής ερμηνευτικής», μάς λέει τι δεν είναι το έργο, όχι όμως και τι είναι. Τα κλισέ τα οποία τίθενται υπό αμφισβήτηση, δεν αξιοποιούνται ως εν δυνάμει υλικό για κάτι «διαφορετικό», αλλά αναπαράγονται ή κοινοποιούνται στο κοινό επισημαίνοντας απλώς το θνησιγενή χαρακτήρα τους. Εν ολίγοις, παρότι η πρόθεση είναι να σχολιάσει την ερμηνευτική μανία του θεατή και την κλειστότητα του πεδίου πρόσληψης, η ίδια παραμένει εγκλωβισμένη σε κάτι αντίστοιχο• προβάλλοντας συνεχώς το ρόλο των στερεοτυπικών διαδικασιών που μεσολαβούν για την πρόσληψη της παράστασης υποβιβάζει την κιναισθητική αξία του δρώμενου.  Άλλωστε, αυτό που βλέπουμε, είναι ήδη ένα σχολίο για τον «τρόπο» που το βλέπουμε. Αποκορύφωμα αυτής της ισχνής διανοητικής επεξεργασίας είναι το στιγμιότυπο όπου οι χορευτές «ανακοινώνουν» τις δράσεις που έχουν μόλις ολοκληρώσει (“you go” – “I go”, “you stop” – “I stop”, “you fall” – “I fall”), λες και ο θεατής θα μπορούσε ποτέ να εισπράξει τόσο αποσπασματικά και μονότονα την κίνηση. Ή μήπως πρόκειται για ένα ακόμη σχόλιο προς την επεξεγηματική μανία των σύγχρονων καλλιτεχνών;

Αντίθετα προς αυτό που πιστεύει η χορογράφος, η κίνηση «συμβαίνει» από πολύ «νωρίς» –δεν ακολουθεί τον σχολιασμό, αλλά μια δική της πορεία εκτός της διανοητικής κατασκευής στην οποία η δημιουργός και ο θεατής ήθελαν να την εντάξουν. Η κίνηση «δεν περιμένει» το σχόλιο, σαν ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο στο οποίο θα φορεθεί έπειτα μια λεζάντα. Η ίδια κίνηση «εποπτεύει» την εξέλιξη της δράσης, σχολιάζει τις παύσεις, τις επαναλήψεις, τα κενά. Η κίνηση υπαινίσσεται κάτι που δεν αφήνεται να φανερωθεί, το μη-απεικονίσιμο μέσα από φόρμες και παραστάσεις. Η Χοστόβα επικαλείται την «πρωτοτυπία», την αυθεντικότητα μιας γραφής η οποία είναι ήδη παραδομένη σε κατηγοριοποιήσεις και ερμηνείες• ωστόσο, δεν βρίσκει τρόπο να επανοηματοδοτήσει την «εξαντλημένη» περιεχομενικά και στυλιστικά χρήση της. Το παράδοξο, σε μια παράσταση που «καταγγέλλει» την επικυριαρχία μοντέλων σύνθεσης και πρόσληψης ενάντια στην επινοητικότητα της κίνησης, είναι ότι η τελευταία δεν αποτελεί το πρωτεύον στοιχείο που πριμοδοτεί την ιδέα, αλλά παραμελείται ώστε με κάθε τρόπο η «ιδέα να γίνει αντιληπτή».

Συνεπώς, το πρόβλημα, πολύ συχνά, μετατίθεται στον θεατή –στην ανασυνθετική ή αποδομητική ικανότητά του. Η φράση που συνοδεύει το πρόγραμμα της παράστασης «όσα θέλατε να μάθετε για το χορό, αλλά φοβόσασταν να ρωτήσετε» μπορεί εξίσου να τεθεί ως ερώτημα στην ίδια τη χορογράφο. Αυτό που μοιάζει να «φοβάται να ρωτήσει» είναι αν εν τέλει η επαφή με το χορό προϋποθέτει όλη εκείνη τη γνώση που μας βοηθά να κατατάξουμε μια παράσταση σε επιμέρους ρεύματα, ή αν η κίνηση «οφείλει» πέρα από κατηγοριοποιήσεις και μόδες, να παραμένει το ζητούμενο που υποκινεί το ενδιαφέρον τόσο στο πρόσωπο που δημιουργεί, όσο και σ’ εκείνο που προσλαμβάνει το έργο. Η διαδικασία της έρευνας, της πρόβας στο χορό έχει μια τόλμη και ένα στοιχείο του απρόβλεπτου που είναι δύσκολο να κωδικοποιηθεί σε παράσταση (αυτό είναι πολλές φορές το δράμα στις ζωντανές τέχνες• το πώς διαφυλάσσεται η μαγεία της στιγμής, το πώς σε κάτι τόσο φευγαλέο εγκιβωτίζεται η ταυτότητα του χρόνου).  Αν η δημιουργός έφτιαξε το συγκεκριμένο έργο ως απάντηση στη «βαρεμάρα» της απέναντι στις παρωχημένες φόρμες και αναζητήσεις των συναδέλφων της, θα έπρεπε να σκεφτεί ότι όποιος δεν εγκωμιάζει πρώτη τη «βαρεμάρα» απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, πέφτει θύμα της «καινοτομίας» και της «μοναδικότητάς» του.

 


info: Η παράσταση Process της ομάδας Experimentální prostor NoD παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 25 & 26 Νοεμβρίου 2015. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ