Η συμφωνία ενός συναισθητικού συνόλου

dsc_--c-chris-van-der-burght3_p-web--2

Η κολεκτίβα les ballets C de la B είναι εδώ και χρόνια γνωστή για το εκκεντρικό ύφος των έργων της, τα οποία προκύπτουν από το πάντρεμα διαφορετικών ειδών μουσικής, κίνησης και γενικότερα εκφραστικών μέσων. Στην ουσία, η ομάδα κατέληξε να είναι ένα μοναδικό χωνευτήρι πολιτισμών, μέσα από το οποίο διέκρινε κανείς όχι μόνο ξεχωριστές «φωνές» και εξαιρετικούς ερμηνευτές, αλλά και μια διάθεση συλλογικότητας, η οποία τροφοδοτούσε τη σύγχρονη σκηνή με θεάματα που ξεπερνούσαν την όποια στερεότυπη αντίληψη για τις παραστάσεις χορού. Κατάφεραν, με άλλα λόγια, να εισάγουν το κοινό σ’ ένα ιδιαίτερο μουσικοχορευτικό σύμπαν, μια γιορτή που συνδύαζε απελευθερωτικά και σχεδόν προκλητικά το λαϊκό με το υψηλό, το κλασσικό με το σύγχρονο, τον δυτικό-ευρωπαϊκό τρόπο έκφρασης με άλλα λιγότερο γνωστά ιδιώματα.

Το Coup Fatal είναι στα χνάρια της παραπάνω πολυπολιτισμικής προσέγγισης που τόσο έντονα σημάδεψε την πορεία της ομάδας στη διεθνή σκηνή. Μια δωδεκαμελής ορχήστρα και ένας κοντρατενόρος –υπό τη μουσική διεύθυνση του Fabrizio Cassol και τη σκηνοθετική ματιά του Alain Platel- παίρνουν μέρος σε μια ιδιόρρυθμη συναυλία που επιχειρεί να μας επανεισάγει στον βιωματικό χώρο της μουσικής• να μας κάνει να ανταποκριθούμε στις μελωδίες όχι μόνο διανοητικά –αποστασιοποιημένοι κριτές της «ποιότητας» του ήχου και του τίμπρου των φωνών- αλλά και σωματικά, να συναισθανθούμε και να κινηθούμε μαζί με τους ερμηνευτές, να μετέχουμε στο αισθησιακό κύμα που σαρώνει τη σκηνή. Αυτή η συμμετοχική διάσταση στη συναυλία, υπενθυμίζει όχι μόνο τις πολιτισμικές διαφορές στον τρόπο πρόσληψης της μουσικής –συνεπώς και τα αξιολογικά κριτήρια συνυφασμένα με τις χώρες προέλευσης της μουσικής- αλλά και τη μακροχρόνια καλλιτεχνική «εκπαίδευση» που έχει υποστεί ο θεατής στο δυτικό πολιτισμό, έχοντας αφομοιώσει στοιχεία που δεν του «επιτρέπουν» πλέον να συμμετέχει οργανικά στο δρώμενο αλλά να βλέπει, να παρατηρεί ως εάν θα βρισκόταν πάντα «απέξω». Κάτι τέτοιο βέβαια μας φαίνεται φυσικό, τουλάχιστον μέχρι κάποιος να μας τοποθετήσει και πάλι στο επίκεντρο της σκηνικής δράσης, να μας βγάλει από το σκοτάδι της εντελώς ατομοκεντρικής πρόσληψης και να μας μυήσει σε μια ιδιαίτερη συνθήκη του συν-ανήκειν.

Η παράσταση υπονομεύει τον όποιο δυιστικό τρόπο αντίληψης της μουσικής: στη φαινομενική εξωστρέφεια της κογκολέζικης ποπ μελωδίας, δεν αντιπαραθέτει απλώς την εσωστρέφεια και την πνευματικότητα μιας άριας του Γκλουκ ή του Χαίντελ. Αυτό που αξίζει να παρατηρήσει κανείς είναι το πώς χρησιμοποιούν τη μουσική για να «εξυπηρετήσουν» ένα ολότελα δικό τους εκφραστικό κώδικα, να «ασελγήσουν» κατά ένα τρόπο –όχι επιδεικτικά ή υποτιμητικά- σ’ αυτό που μονοδιάστατα έχουμε «δεχτεί» ότι σημαίνει η κάθε άρια ή η κάθε μελωδία. Μια τόσο ουσιαστικά αντιδιαμετρική μεταχείριση της μουσικής υπενθυμίζει στο θεατή ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση τουλάχιστον, η καλλιτεχνική έκφαση είναι οργανικά συνδεδεμένη με τη ζωή, την τροφοδοτεί αλλά και τροφοδοτείται από αυτή. Γι’ αυτούς δεν τίθεται θέμα επιλογής, εκπαίδευσης και υπακοής σε έναν κώδικα που είναι πάνω από τον άνθρωπο. Πρόκειται για ένα «πολυφωνικό» σχήμα όπου το σώμα συμπράττει με τον ήχο, τέρπεται και αναμεταδίδει τη μέγιστη ευχαρίστηση από το άκουσμα της μουσικής. Θα ήταν περιοριστικό να μιλήσουμε απλώς για ένα ιδίωμα που επικεντρώνεται στο λίκνισμα της λεκάνης, την αυτάρεσκη επίδειξη της «ζωικής» δύναμης των χορευτών, τη σεξουαλικοποιημένη ή αισθησιακή χορευτική κίνηση. Όσο θελκτικό και «ξένο» μπορεί να κάτι τέτοιο στο δυτικό βλέμμα, άλλα τόσο υποβιβάζει την καλλιτεχνική έκφραση στο επίπεδο του «ζωικού ενστίκτου» που δεν δύναται να εκπληρώσει ή να μεταδώσει κάτι πιο πνευματικό.

Σ’ αυτή την «υπό όρους» αποδοχή του σώματος του άλλου, η οποία υποκρύπτει διακρίσεις που γίνονται βάσει αποικιοκρατικών αντιλήψεων ή άλλων προσεγγίσεων, βρίσκεται μια πολύ σημαντική πτυχή αυτής της παράστασης. Σ’ αυτή την αυθόρμητη μέθεξη, στην οποία καλούμαστε να συμμετέχουμε ως θεατές, χτίζεται όλη η παράσταση αλλά και ο πολιτισμός της αφρικανικής ηπείρου. Δεν πρόκειται απλώς για μια έμμονη, νοσταλγική φαντασίωση της ανθρωπότητας, ούτε απλώς για μια κατάσταση συλλογικής έκστασης (όπως τη συναντάμε σε πανηγύρια και άλλες ανόθευτες μορφές συμμετοχικής έκφρασης). Στην εν λόγω παράσταση, η επιτέλεση μεταβιβάζει τις βαθύτερες αξίες της ομάδας, αποκτά μια παραδειγματική λειτουργία αφού γίνεται «πρότυπο για» μας, φωτίζοντας λησμονημένες πτυχές του τρόπου με τον οποίο απολαμβάνουμε τη ζωή και την τέχνη, αλλά και «πρότυπο τού» ίδιου του πολιτισμού που την αναπαράγει, επισημαίνοντας πρακτικές αντίστασης σε διάφορες μορφές καταπίεσης (ας μην ξεχνάμε ότι η ζωή στο Κονγκό βαδίζει χέρι-χέρι με το θάνατο). Μέσα από αυτή τη συνθήκη μπορούμε να δούμε τόσο την ομάδα ως αρμονικό σύνολο –επιβεβαιώνεται ακράδαντα στον τρόπο που οι μουσικοί επικοινωνούν μεταξύ τους αυτοσχεδιάζοντας σε γνώριμα μοτίβα- όσο και την ατομική παρουσία, ως ξεχωριστή αυθύπαρκτη οντότητα. Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση η σχέση του ατόμου με την ομάδα δε λειτουργεί δυιστικά, αλλά δημιουργεί το «παράδοξο» γεγονός, ότι όσο πιο πολύ ενσωματώνονται οι ερμηνευτές στην ομάδα, τόσο περισσότερο ξεχωρίζουν ως μονάδες, γίνονται ο «εαυτός τους.

Πράγματι, γι’ αυτούς η όλη εμπειρία λειτουργεί «συγκολλητικά» και το ίδιο αίσθημα μεταφέρεται στο κοινό. Δεν είναι προσηλωμένοι σε έναν τεχνοκρατικό στόχο περί αρτιότητας της παράστασης, αλλά φαίνεται να βιώνουν το «τώρα» κάθε στιγμή, αποστάζοντας μαζί με την ευχαρίστηση της συμμετοχής τους, την απόπειρα να νοηματοδοτηθεί μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο «εμείς» και οι «άλλοι», να κινηθεί ελεύθερα η τέχνη «ανάμεσα στο μορφοποιημένο και το απροσδιόριστο». Εξοβελίζει έτσι από το βλέμμα του θεατή κάθε τι τεχνητό, κατονομασμένο και a priori ερμηνευμένο, σε τέτοιο βαθμό που μας κάνει να ξαναπιστέψουμε στη θαυματουργό δράση της τέχνης, στη δύναμή της να υποκινεί τον άνθρωπο και να τον τοποθετεί σε μια σφαίρα ανώτερη, σχεδόν μυστικιστική, πρωτόγονη. Σ’ αυτή την αίσθηση άλλωστε παραδόθηκε σύσσωμο το θέατρο, χειροκροτώντας εκστασιασμένο, σχεδόν ανήμπορο να καταλάβει «τι» το κυρίεψε...

 


info: Η παράσταση Coup Fatal της κολεκτίβας les ballets C de la B παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 17 - 19 Δεκεμβρίου 2015. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ