Opus: αναζητώντας τη διαλεκτική σχέση μουσικής & κίνησης

tspatroklosskafidas-opus-5670-web--2

Στη νέα του δουλειά με τίτλο Opus, ο Χρήστος Παπαδόπουλος διευρύνει τους πειραματισμούς του στην κίνηση, χρησιμοποιώντας γνώριμα μοτίβα όπως η επανάληψη, η αρμονική σχέση μονάδας συνόλου, η σταδιακή αποκάλυψη και κορύφωση της χορογραφίας μέσα από τα χνάρια της μουσικής. Όντως, για τον συγκεκριμένο χορογράφο, ο ρυθμός δεν αποτελεί μονάχα το μέτρο βάσει του οποίου «χτίζει» την κίνηση, αλλά η κίνηση καταγράφει τη διαδοχή του χρόνου, δίνει στον ήχο μια εξωτερική υπόσταση που διαπλάθεται χωρικά.

Ο Χρήστος Παπαδόπουλος αναζητά μέσα από την κίνηση μια διαλεκτική κατανόηση της διάρκειας, μια κατανόηση που ουσιαστικά αποκαλύπτει τον καθοριστικό ρόλο της ασυνέχειας στην άρθρωση του χρόνου. Τέσσερις μουσικοί (βιολί, τσέλο, φλάουτο, μπάσο κλαρινέτο) και τέσσερις χορευτές σε «ρόλο» μουσικού οργάνου, επιδιώκουν ένα ζωντανό σκηνικό διάλογο. Η αποτύπωση του ρυθμού στα σώματα των χορευτών –μέσα από κοφτές κινήσεις, κυρίως του άνω κορμού, της λεκάνης και των χεριών- επιτρέπει να αντιληφθούμε πώς αρθρώνεται ο ήχος ως μελωδία, ή κατ’ ανάλογο τρόπο, πώς τα επιμέρους κινησιολογικά στοιχεία συναρθρώνονται σε χορογραφία. Αυτό δεν συμβαίνει όμως ακαριαία• ο «χρονικός δισταγμός» που προκύπτει από τα «κενά» στη μουσική, οι παύσεις στην κίνηση, μεταστρέφουν την αναμονή του θεατή σε προσμονή, καθιστώντας τον ίδιο τον χρόνο πεδίο δημιουργίας.

Οι χορευτές «μιμούμενοι» την παραγωγή του ήχου, πάλλονται όπως οι χορδές, και κάθε μέλος του σώματος τους αφού κινηθεί,τείνει να επανέλθει σε μια κατάσταση ηρεμίας, στατικής ισορροπίας από την οποία εξέρχεται στο επόμενο ηχητικό ερέθισμα. Το αυτί προσλαμβάνει τις ηχητικές δονήσεις, αλλά το μάτι –δια της κίνησης- τις μετατρέπει σε μια κινούμενη υλική μορφή• ο ήχος δεν εξαφανίζεται στον ίδιο του τον εαυτό –ως μια άυλη εσωτερικότητα- αλλά αποκτά μέσω των σωμάτων μια «απτή» μορφή, εγγράφεται ως ίχνος στο χώρο, επιβεβαιώνεται μέσα από τις μυικές αντιδράσεις των σωμάτων. Ο χορευτής γίνεται το ισοδύναμο του μουσικού οργάνου, η «ορατή ανάμνηση» της μουσικής στο χώρο, καθιστώντας έτσι ορατή και τη διαλεκτική σχέση διάρκειας-χρόνου. Πρόκειται για μια ιδιότυπη γραφή, η οποία αντί να μας οδηγήσει απλώς σε εσωτερικές συνηχήσεις, εξωτερικεύεται και εξωτερικεύει ό,τι η μουσική αποκρύπει από την όραση.

Τι γίνεται όμως με τις ποιότητες της πραγματικής ήχησης; Πώς αυτές αποδίδονται μέσα από την κίνηση, σταθεροποιούνται σε σχήματα και ενδεχομένως σε σημασίες; Αν μιλάμε για τον φευγαλέο κόσμο των ήχων, κόσμο που διαμορφώνει το πνεύμα σύμφωνα με τους κανόνες της συμμετρίας και της ευρυθμίας, τότε μήπως η κίνηση περιορίζεται απλώς στο να αποδίδει εξωτερική μορφή στη μουσική; Τίθεται επομένως το ερώτημα σε ποιο βαθμό μπορεί η κίνηση να μεταφέρει εκείνη την εσωτερικότητα της έκφρασης στην οποία οδηγεί το άκουσμα της μουσικής, αν δηλαδή δύναται να μετουσιώσει την ευρύτητα και ποικιλία των ηχητικών ερεθισμάτων σε μία γραφή. Στην ουσία, δημιουργείται ένα παράδοξο• από τη μία έχουμε τη μουσική που εξατομικεύεται καλλιτεχνικά μέσα από την κίνηση των χορευτών, από την άλλη, την καθαρή ήχηση που αναζητά αντί της εμβάνθυσης σε μια εικόνα, την εσωτερική ελευθερία, την απελευθέρωση από οποιοδήποτε περιέχομενο και ορατό αποτέλεσμα.

Το θέμα, ενδεχομένως, δεν είναι η περατότητα της κίνησης σε σχέση με το διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο αναφορών που δημιουργεί η μουσική. Η κίνηση δεν υποβιβάζει τη μουσική σε κινούμενη εικόνα, αλλά κάνει τον ήχο στοιχείο της, ενδυναμώνει την επίδρασή του, τόσο κατά την «οπτική μεταφορά» του, όσο και στον τρόπο που αναπλάθεται εσωτερικά από τον κάθε χορευτή πριν μας δοθεί ως κίνηση. Η μουσική δεν εμμένει στην αυτονομία της, αλλά συναδελφώνεται με ένα περιεχόμενο κινητικά προδιαμορφωμένο και ευκρινώς δοσμένο ως παρτιτούρα: εκτάσεις των χεριών, λικνίσματα της λεκάνης, περιστροφές του κεφαλιού, ελαφρές κυρτώσεις του κορμού, όλα στοχεύουν στη σύζευξη μουσικής και κίνησης, στην οποία δεν διακρίνουμε μια σχέση ιεραρχική, αίτιου-αιτιατού,  ούτε ένα αποτέλεσμα αρκούμενο αποκλειστικά και μόνο σε μια σειρά παραθέσεων, αλλαγών, αντιθέσεων και διαμεσολαβήσεων.

Στο σημείο αυτό εισέρχεται η κομβική συνεισφορά του χορογράφου και των χορευτών: ο Χρήστος Παπαδόπουλος δεν επιχειρεί να «ερμηνεύσει» τη μουσική του Μπαχ ώστε να αναδείξει τις όποιες επιπτώσεις της στο θυμικό, ούτε προβαίνει σε διανοητικές παρατηρήσεις ώστε να φωτίσει τα απόκρυφα βάθη των συναισθημάτων. Η γραφή του προσιδιάζει στη λειτουργία του ήχου πριν επενδυθεί με το όποιο συναίσθημα, πριν μεταγραφεί ή χαρακτηριστεί από ψυχικά φορτία. Πρόκειται για μια διανοητική κατασκευή η οποία μας παρακινεί να παρακολουθήσουμε την κίνηση σα να παρακολουθούσαμε την αρμονική και μελωδική τροχιά της μουσικής στο χώρο. Οι χορευτές θέτουν τον εαυτό τους ως κάτι έτερο προς τη μουσική, αλλά διατηρούν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτή, ο χρόνος του ήχου γίνεται ταυτόχρονα ο χρόνος του υποκειμένου, διεισδύει στον εαυτό, τον καταλαμβάνει ως προς την απλούστερη ύπαρξή του και κινητοποιεί, μέσω της χρονικής κίνησης και του ρυθμού, το «εγώ».

Ο ρυθμός, έτσι, φέρει μαζί του έναν διαφοροποιημένο, εξατομικευμένο χρόνο, μια ποιοτικά προσδιορισμένη διάρκεια. Η ρυθμική επανάληψη του ήχου περιγράφει την κίνηση, αλλά ταυτόχρονα γίνεται εμφανής επειδή οι θέσεις των σωμάτων στο χώρο και το χρόνο διαφοροποιούνται. Ο ρυθμός, παρά την εντύπωση της διάρκειας, του συνεχούς στο χρόνο, στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα σε αυτό που προηγήθηκε και σε αυτό που ακολούθησε, διάκριση που αφορά και τα σώματα των χορευτών και εισάγει σε τελική ανάλυση την έννοια της κίνησης στον ορισμό του ρυθμού. Ο ρυθμός υπάρχει μόνο στο βαθμό που «τελείται», ή όπως λέει και ο Μερλώ-Ποντύ, το σώμα μας δεν «είναι» στο χώρο και το χρόνο, αλλά κατοικεί το χώρο και το χρόνο.

Οι συγκλίνουσες τροχιές της κίνησης, προς το τέλος της παράστασης, όπως αντίστοιχα και ο εντεινόμενος διάλογος των μουσικών μερών μεταξύ τους, επιτρέπουν όχι απλώς την εξωτερίκευση της μουσικής, αλλά τη δημιουργία μιας κοινότητας σωμάτων μέσα στην οποία το εκάστοτε υποκείμενο υπάρχει εναποθέτωντας ολόκληρη την εσωτερικότητα του. Το τελευταίο, μας παραπέμπει άμεσα στη θρησκευτικότητα της μουσικής του Μπαχ, όπου το πνευματικό προκύπτει ως συλλογική έκφραση, ως μια στιγμή μέθεξης στην πολυφωνία του συνόλου. Κάτι ανάλογο, παρά την επιτήδευση της δεξιοτεχνικής του κατασκευής, προκύπτει και από το Opus.

 


info: Το Opus του Χρήστου Παπαδόπουλου θα παρουσιάζεται στο Θέατρο Πόρτα, κάθε Δευτέρα ως τις 7 Μαρτίου. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ