Νέοι Χορογράφοι στη Στέγη: αβέβαιες προθέσεις, άνισες σκηνικές απόπειρες

3o-festival-newn-xorografwn-new--3

Τρίτο Φεστιβάλ Νέων Χορογράφων στη Στέγη, τρία διαφορετικά δείγματα γραφής από νέους δημιουργούς που επιχειρούν να συνδιαλαγούν με τις σύγχρονες αισθητικές τάσεις ή να σταθούν αναστοχαστικά στην επελαύνουσα καλλιτεχνική ομογενοποίηση στρεφόμενοι στο παρελθόν, αναζητώντας θραύσματα της ταυτότητάς τους στον χώρο της μνήμης και της ιστορίας. Με ποια κριτήρια όμως συγκεντρώνει κανείς τόσο διαφορετικές κινησιολογικές αναζητήσεις κάτω από την «ομπρέλα» ενός Φεστιβάλ; Σε ποιο βαθμό η καλλιτεχνική επιμέλεια θα πρέπει να συνιστά όχι μόνο «κυνήγι νέων ταλέντων», αλλά και εκκολαπτήριο ανερχόμενων καλλιτεχνών; Πώς μπορούμε να αντισταθούμε στη λογική της «μιας χρήσης», ώστε να αποφύγουμε περιπτώσεις όπου ο καλλιτέχνης, αντί να συλλέξει εμπειρίες από την παρουσίαση της δουλειάς του, «καίγεται» πρόωρα εκτεθειμένος στις προσδοκίες του κοινού και των θεσμών; Μήπως τελικά δε μιλάμε απλώς για ένα «φεστιβάλ-εφαλτήριο» νέων δημιουργών, το οποίο μεριμνά για την ποιότητα των πρωτο-παρουσιαζόμενων έργων, αλλά για έναν μίνι θεσμό που επικυρώνει το καθεστώς του επεκτατισμού των διοργανωτών προκειμένου να οικειοποιηθούν όλο το φάσμα της καλλιτεχνικής δραστηριότητας στη χώρα μας; Αυτά ως προς τη λογική του προγραμματισμού• ας εξετάσουμε τώρα και τα έργα που συμπεριλήφθηκαν στο φετινό Φεστιβάλ.

Η νεαρή χορογράφος Ευαγγελία Κολύρα παρουσιάζει για πρώτη φορά δείγμα της δουλειάς της στην Ελλάδα. Εμφανώς επηρεασμένη από τους κώδικες του μπεκετικού θεάτρου –αποσπασματικοί διάλογοι, μετέωρες παύσεις, πρόσωπα-φαντάσματα που επιζούν στις αναμνήσεις τους-, στήνει επί σκηνής ένα παράδοξο πείραμα γύρω από τη λειτουργία της αναπνοής ή μάλλον την κίνησή της. Στο έργο 10.000 λίτρα μια σειρά από δράσεις υπογραμμίζουν τη ζωτική σημασία της αναπνευστικής λειτουργίας, αλλά και τις επιπτώσεις των ομιλιακών ενεργημάτων (speech acts) στο σώμα. Για παράδειγμα, η φράση «κρατώ την αναπνοή μου» αποδίδεται κυριολεκτικά σε σωματική δράση, κατά την οποία ο κάθε ένας από τους τρεις ερμηνευτές κρατά σφραγισμένο το στόμα του άλλου• η κυριολεκτική σημασία των λέξεων μεταγράφεται σε διαφορετικά σημασιολογικά πεδία λειτουργώντας ως σχόλιο στη φίμωση, την υποτακτικότητα, την επιθυμία άσκησης ελέγχου. Γενικότερα, η Κολύρα παίζει με την αμφισημία του λόγου, με τη συνήχηση και παρεξήγηση που μπορεί να προκύψει από την ταύτιση όρων που ηχούν το ίδιο, αλλά σημαίνουν κάτι διαφορετικό: lying («ψεύδομαι» και «ξαπλώνω») ή present («δώρο» και «παρόν»), κ.ο.κ. Επίσης, εξετάζει την ορατή διάσταση μιας αόρατης λειτουργίας –όπως η αναπνοή- δίνοντας έμφαση στη ρυθμικότητά της, η οποία μπορεί να μετατραπεί σε μελωδία με τη χρήση μιας φυσαρμόνικας, ή σε πολυφωνικό σύνολο με τον ρυθμικό συντονισμό των εκπνοών-εισπνοών των τριών ερμηνευτών. Έτσι, αποκαλύπτεται η πολυπλοκότητα και πολυσημία του ίδιου του σώματος: από έναν οργανισμό βιολογικά προσδιορισμένο σε ένα ενσώματο πεδίο δράσης όπου θίγονται ζητήματα της ίδιας της ύπαρξης, όπως η ελευθερία, η καταστολή, η αντίσταση και η παραίτηση.

Ο χορευτής-χορογράφος Χάρης Κούσιος συμπράττει με τον μουσικό Δημήτρη Σκύλλα, για να εξερευνήσουν από κοινού τις εκφραστικές δυνατότητες του μοιρολογιού. Το έργο lacrimal είναι ένα μουσικοχορευτικό πείραμα που δεν αποσκοπεί στην «ανάγνωση» μιας παραδοσιακής φόρμας με σημερινούς κώδικες, αλλά στην πλήρη ανασημασιοδότησή της και στην ανάδειξη των εικόνων που βρίσκονται βαθιά εγγεγραμμένες στο συλλογικό ασυνείδητο. Ένα πλήθος σαράντα χορευτών διασχίζει τη σκηνή, δημιουργώντας μια ασταμάτητη ροή κίνησης από την οποία ξεπηδούν στη συνέχεια τα γυμνά σώματα επτά χορευτών -σα ρωγμές σε μια ιστορία που εκτυλίσσεται ακάθεκτη παρά τη μάταιη προσπάθεια να αναχαιτιστεί η πορεία της. Αυτή η πένθιμη λιτανεία γοητεύει στην αρχή τον θεατή –είναι ένα τέχνασμα για να αφυπνίσει το βλέμμα και να δώσει έμφαση στην ωχρή γύμνια των σωμάτων που ανασύρονται διστακτικά μέσα από τη μάζα των οδοιπόρων. Παρόλα αυτά, η αντίστιξη πλήθους-μονάδας δεν αξιοποιείται κατά μήκος της παράστασης• τη στιγμή της εισόδου της μουσικής, εγκαταλείπεται η αρχική ιδέα προς όφελος ενός εξπρεσσιονιστικού διονυσιασμού ή μιας εικονογραφικής σύλληψης της κίνησης που παραπέμπει σε ερυθρόμορφα αγγεία και ορφικές τελετές. Σ’αυτό τον κινησιολογικό αισθητισμό χάνουμε την όποια σύνδεση με το προηγούμενο «ελλειπτικό πλάνο»• είναι σα να μην έλαβε υπόψη του ο χορογράφος την αισθητηριακή μετατόπιση που επιφέρει στη σκηνή ο «χώρος» της μουσικής. Το πλήθος των οδοιπόρων θα μπορούσε ενδεχομένως να πλαισιώσει τη δράση και στη δεύτερη πράξη, αν και αυτό θα σήμαινε ότι οι σχηματισμοί του γυμνού συνόλου θα έπρεπε να είναι ακόμη πιο ισχυροί στο χώρο, να ακολουθούν την καλπάζουσα κορύφωση της μουσικής γεμίζοντας τις παύσεις όχι με πόζες, αλλά με κίνηση η οποία καθοδηγεί σώματα και θεατές σε μια οπτικο-ακουστική μέθεξη. Δυστυχώς, στο τέλος, ο θεατής μένει αντιμέτωπος με το δειλό εγχείρημα να αποδοθεί η καθαρτήρια επέλαση της μουσικής με τη μορφή ενός σόλο. Πρόκειται όμως για μια απόφαση που δεν υποστηρίζεται επαρκώς κινησιολογικά, αφού το σώμα της χορεύτριας ακινητοποιημένο στο κέντρο της σκηνής δεν μπορεί να ενσαρκώσει τονικότητες και εντάσεις στις οποίες δεν έχει προηγουμένως μυηθεί• μοιάζει απόλυτα εκτεθειμένη στη γύμνια της, περισσότερο καθηλωμένη παρά καθηλωτική.

Το πιο αδύναμο σκηνικό εγχείρημα είναι αυτό της Ιωάννας Αγγελοπούλου, Παλάμη με παλάμη: αφενός η ανικανότητά της να συμπεριλάβει τη λειτουργία του μύθου στη δραματουργική σύνθεση του έργου, αφετέρου η άγουρη σκηνική παρουσία των ερμηνευτών που μοιάζουν εν πολλοίς -ακόμη και στη διάρκεια της παράστασης- να πειραματίζονται με τη φόρμα της κίνησης. Αβέβαιοι και χωρίς καθοδήγηση στο κομμάτι του χειρισμού του λόγου, τόσο η δημιουργός όσο και οι χορευτές, δεν αντιλήφθηκαν ότι η εισαγωγή του προφορικού λόγου ως συνοδευτικού στην κίνηση διπλασιάζει τη δυσκολία στην καθαρότητα της έκφρασης και απαιτεί δεινούς ερμηνευτές και σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες. Η συγκεκριμένη χορογραφική απόπειρα μάς «τοποθετεί στην καταγωγή των πραγμάτων», σε μια συνθήκη δηλαδή όπου η κινησιολογική αναζήτηση είναι ακόμη σε πρώιμο εξελικτικό στάδιο και χρήζει περαιτέρω έρευνας ώστε να μην εκθέτει εν τέλει την ίδια τη δημιουργό και τους συνεργάτες της. Επίσης, απαιτείται καλύτερη γνώση των εργαλείων που διαχειρίζεται η χορογράφος –ειδικότερα όταν πρόκειται για την εισαγωγή στοιχείων τα οποία δημιουργούν ένα πεδίο πολλαπλών σημειολογικών αναφορών και απαιτούν επομένως εγρήγορση στη σκηνική παρουσίασή τους, αλλά και την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μπορούν να νοηματοδοτήσουν την παράσταση συνολικά. Το βασικό στοίχημα είναι, να βλέπουμε πώς τα επιμέρους στοιχεία συναρμόζονται αλληλοτροφοδοτούμενα σε ένα οργανικό σύνολο και όχι πώς ο λόγος μπορεί να «περιγράφει» την κίνηση ή το αντίστροφο. Αυτή η εσφαλμένη διάθεση «υποτιτλισμού» της κίνησης αφαιρεί κάθε «ερωτηματική ερμηνευτική» που μπορεί να προκύψει από την παρακολούθηση της χορογραφίας.

 


info: Το 3ο Φεστιβάλ Νέων Χορογράφων πραγματοποιήθηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 23 - 24 Μαρτίου 2016. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ