Η δυσφορία μέσα στον εαυτό.. στο 'Νηπιαγωγείο'

_svo7150web--2

Η Μαρία Γοργία, μετά το έργο της Στην άκρη του βατήρα και τις τολμηρές σκηνικές ακροβασίες της καθηλωτικής ερμηνεύτριας Σάνιας Στριμπάκου, επιστρέφει στο υπόγειο του χώρου παραστατικών τεχνών 'Μπαγκλαντές' με ένα έργο-εξομολόγηση: το Νηπιαγωγείο είναι μια παράσταση στην οποία η πραγματικότητα τέμνεται και εμπλουτίζεται με στοιχεία από το ψυχικό κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου, την ανωριμότητα ή το παίδι που δεν κατάφερε να ενηλικιωθεί και κρύβει ο καθένας μέσα του.  Αυτό το παράδοξο σχήμα, το παδί-ενήλικας, φωτίζει όλες τις ματαιωμένες φαντασιώσεις που μπορούν να διαφυλαχθούν στον κόσμο του παιχνιδιού, κόσμο κατεξοχήν «παιδικό», και επιβεβαιώνει με εύλογο τρόπο την άποψη του Φρόυντ, ότι «αντίθετη στο παιχνίδι δεν είναι η σοβαρότητα, αλλά η πραγματικότητα».

Πράγματι, η παράσταση δομείται με μια σειρά από δράσεις που μπορούν να θεωρηθούν ως σύντομα θεατρικά σκετς, μικρές αυτοτελείς φράσεις οι οποίες φέρουν στον πυρήνα τους υστερικές συμπεριφορές και δυσλειτουργίες συνυφασμένες με την αδυναμία ενηλικίωσης. Η αφήγηση είναι ρεαλιστική, ο κεντρικός χαρακτήρας –που υποδύεται η Σάνια Στριμπάκου- συμπυκνώνει όλες τις φιλοδοξίες μιας χορεύτριας με λαμπρή σταδιοδρομία, όλη τη ματαιότητα και μαζοχιστική αυταρέσκεια που μπορεί να προκύψει από την ενασχόληση με τη συγκεκριμένη τέχνη, αλλά και το μονόδρομο των φιλοδοξιών που άλλοι καθορίζουν για μας. Πρόκειται για το δυσβάσταχτο συχνά φορτίο με το οποίο βαρύνονται οι ενήλικες όταν πρέπει να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, να σταματήσουν να είναι παιδιά και να οραματιστούν ένα δικό τους κόσμο, πλασμένο από επαγγελματικές επιτυχίες, τίτλους, αναγνωρισιμότητα και προβολή. Μόνο που αυτός ο κόσμος δεν είναι παρά ο αντεστραμμένος κόσμος ενός παιδιού, το οποίο επιδίδεται στο παιχνίδι προκειμένου οι άλλοι (οι «μεγάλοι») να το δούν να παίζει. Αντίστοιχα και ο ενήλικας δεν απαλλάσσεται ποτέ από αυτή τη διττή λειτουργία: είναι αυτός που τον βλέπουν να παίζει ή που παίζει για να τον βλέπουν. Σ’ αυτές τις δύο όψεις του ψυχισμού ριζώνουν και οι επιθυμίες του καθενός: η ζωή είναι σαν ένα παιχνίδι από επιθυμίες, μια συνθήκη όπου το εκάστοτε υποκείμενο καλείται να εκπληρώσει μέρος των προσδοκιών των άλλων –αυτό που οι άλλοι βλέπουν σε μας- αλλά και να εκπληρωθεί πραγματώντας μέρος των δικών του επιθυμιών. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά ο ενήλικας παραιτείται από αυτό που πραγματικά επιθυμεί ο ίδιος και συμμορφώνεται με τις κοινωνικές επιταγές αποδεχόμενος το προδιαγεγραμμένο μέλλον του ως ενεργό μέλος της κοινωνίας.

Σ’ αυτή την σχετικά περιορισμένη πορεία, υπάρχουν ωστόσο ρόλοι που επιτρέπουν το φλερτ με το παιχνίδι, ή τουλάχιστον δεν αποτρέπουν την αναζωογονητική του λειτουργία. Η χορογράφος σωστά λοιπόν αντιλαμβάνεται και παρουσιάζει τον πολιτικό και τον καλλιτέχνη, ως τους κατεξοχήν ρόλους στους οποίους υπάρχει ένα βαθμός παιγνιώδους ελευθερίας –είναι ίσως αυτοί που με περισσή ευκολία εκτίθενται και εκθέτουν τις φαντασιώσεις τους. Είναι, σα να λέμε, διάτριτοι από επιθυμίες, οι οποίες στο βάθος λειτουργούν και ως κινητήριες δυνάμεις: άλλοτε έχουν επίκεντρο τη φιλοδοξία, εξυπηρετώντας την εξύψωση της προσωπικότητας, κι άλλοτε έχουν ως βάση το ερωτικό στοιχείο –γεγονός που στις αρχές του 20ου αιώνα «στοχοποίησε» τις γυναίκες, καθώς τις παρουσίασε ως «εύκολα θύματα του ψυχισμού τους», περισσότερο «ευάλωτες» από τη φύση τους στην υστερία, στις νευρώσεις, τις σχετικές με την επιδίωξη της σεξουαλικής ικανοποίησης (και του έρωτα). Σκοπός βέβαια της χορογράφου δεν είναι να φωτίσει σε όλο της το εύρος τη νευρωτική συμπεριφορά, αλλά να επικεντρωθεί στις περισσότερο έκδηλες και πολλαπλώς εκδηλωμένες εκφάνσεις της στο κοινωνικό-πολιτικό πεδίο: έτσι αντιτάσσει το μητρικό ένστικτο στην ανικανοποίητη φιλοδοξία μιας ανερχόμενης καλλιτέχνιδας (ψευδο-δίλημμα που ακόμη και στις μέρες μας καλούνται να αντιμετωπίσουν οι εργαζόμενες γυναίκες), τη μητρική μέριμνα στη μητριαρχική επιβολή και τον ευνουχιστικό Άλλο. Βασισμένη στο τελευταίο αυτό δίπολο (μέριμνα-επιβολή), η χορογράφος επιχειρεί ένα πολιτικό σχόλιο στη μητριαρχία, παρουσιάζοντας τη Γερμανίδα καγκελάριο ως μητέρα που καλεί σε σύνοδο-δείπνο τα ανήλικα και ατίθασα «παιδιά» της –κυρίως τους εταίρους της από τις χώρες του Νότου, οι οποίοι δεν συμμορφώνονται με τις υποδείξεις της.

Εύλογες και εύστοχες συμπτώσεις που έχουν τις καταβολές τους στο ΕΓΩ, υπονοώντας το υποκείμενο που τρέφει μέσα του εκείνο το απατηλό γνώρισμα του άτρωτου, της μεγαλοσύνης και της ψευδαίσθησης της παντοδυναμίας. Αυτό το ηχηρό ΕΓΩ απευθύνουν ή επιβάλλουν οι ενήλικες μεταξύ τους –συνθήκη που αποτελεί την κινητήριο δύναμη σε μια ακόμη σκηνή της παράστασης. Βεβαίως, όλα ξεκινούν από το εγώ και όλα εκεί καταλήγουν• παρά τη γενικευτική διαπίστωση, σύντομα αντιλαμβάνεται κανείς ότι κάποιες σκηνικές δράσεις έχουν μεγαλύτερο εκτόπισμα από άλλες. Η αναγωγή στη σφαίρα της πολιτικής και η διερεύνηση της ενηλικίωσης σ’ αυτό το πεδίο, υπεραπλουστεύει τις σύνθετες κοινωνικές, ψυχολογικές και πολιτικές διεργασίες που συνδιαμορφώνουν το πολιτικό προσκήνιο/παρασκήνιο. Η αδυναμία ενηλικίωσης σε ατομικό επίπεδο μπορεί να αποτελεί τον προβαθμό ενός παθολογικού πολιτικού συμπτώματος ή μιας παθολογικής κοινωνικής κατάστασης η οποία εκδηλώνεται σε συλλογικό επίπεδο, δεν αποτελεί ωστόσο τη μοναδική και ασφαλή ερμηνεία σε τέτοια «εθνικά» ή παγκοσμιοποιημένα φαινόμενα (π.χ. η πολιτική κρίση δεν είναι φαινόμενο που εξηγείται μόνο με όρους ψυχολογικούς).

Η τέχνη μοιάζει να έχει πρόσβαση στο υπόστρωμα όλων των συναισθηματικών αποχρώσεων της ζωής˙ είναι, με άλλα λόγια, σε θέση να ανακαλεί τα εναπομείναντα ίχνη που παραμένουν στο πνεύμα από τις ποικίλες συναισθηματικές καταστάσεις, χωρίς όμως να επαναφέρει τις καταστάσεις που τα προκάλεσαν. Έτσι, πολλές φορές, το ρεαλιστικό αντίκρισμα το οποίο αναζητά η χορογράφος επιχειρώντας αναγωγές στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, μπορεί να ανακαλεί το παιδαριώδες ή να διακωμωδεί την αδύναμη θέση του ενήλικα-παιδιού απέναντι σε καταστάσεις, ωστόσο αυτή η διάσταση βαραίνει μονοσήμαντα ή φωτίζει μονομερώς την εγγενή πολυπλοκότητα των σχέσεων και των διαδικασιών που διαμορφώνουν το υποκείμενο ή του επιτρέπουν να δράσει. Η προβολή του επίκαιρου ή του αναγνωρίσιμου βοηθά το κοινό να ταυτιστεί με το θέμα, δίνοντας μια διασκεδαστική νότα στην παράσταση, αλλά ευρενώντας το «επίκαιρο» και τις καταβολές ενός φαινομένου, δεν εξηγούμε κατ’ ανάγκη και το ίδιο το φαινόμενο. Μοιάζει, για να κάνω ένα λογοπαίνγιο, σαν η ίδια παράσταση να μην «ενηλικιώνεται», όχι από αδυναμία, αλλά από εμμονική προσκόλληση σε ένα θέμα που δεν μπορεί να εξαντληθεί με τους προτεινόμενους όρους. Ίσως πάλι, ως ενήλικοι θεατές να εκλογικεύουμε ασυνείδητα αυτό που από τη φύση του (την καλλιτεχνική) ζητά να μην εκλογικευτεί.
 


info: Το Νηπιαγωγείο σε χορογραφία Μαρίας Γοργία θα παρουσιάζεται στο "Μπαγκλαντές" ως τις 26 Απριλίου 2016. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ