Ξεπερνώντας τον κλισέ μινιμαλισμό

tao_dance_theater_67_ph2-c_duanni-small

Στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικότητας και της παγκοσμιοποίησης τείνουμε να ξεχάσουμε ότι ο χορός δεν είναι μια «παγκόσμια γλώσσα»• ένα κινούμενο σώμα -ή μάλλον τα ίχνη που αυτό μεταφέρει στο χώρο ως μια μορφή ιδιότυπης γραφής- διαφέρει σε τεράστιο βαθμό από πολιτισμό σε πολιτισμό. Έτσι, πολύ συχνά ερμηνεύουμε τον τρόπο που αποδίδεται η κίνηση στον κινέζικο ή ιαπωνικό χορό ως «μινιμαλισμό», ενώ αγνοούμε ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι γέννημα-θρέμα της αμερικανικής καλλιτεχνικής αβανγκάρντ του ’60. Προφανώς μπορεί να εντοπίσει κανείς κοινά στοιχεία ανάμεσα στο μινιμαλισμό δύσης και ανατολής, όπως η φαινομενικά απλή γεωμετρική φόρμα, η σειραϊκή ανάπτυξη των στοιχείων στο χώρο, ώστε η διάταξή τους να έχει μια κανονικότητα, πρόκειται όμως περισσότερο για μια ψευδή εντύπωση που εξομοιώνει το χάσμα ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς.

Με αφορμή τα έργα «6 & 7», που παρουσίασε η ομάδα του Τάο Γιε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, θα μπορούσε να επιχειρήσει κανείς την αναψηλάφηση των πολιτισμικών διαφορών τόσο ως προς τον τρόπο παρακολούθησης του χορού και ως προς την έκφρασή του. Το πιο έκδηλο ίσως στοιχείο είναι η επαναληπτικότητα των κινήσεων, το αναγνωρίσιμο μοτίβο που διατρέχει το σύνολο της χορογραφίας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και η απειροελάχιστη μετατόπιση ή αλλαγή στη διάταξη των σωμάτων να δημιουργεί τη ψευδαίσθηση μιας «μεγενθυμένης» κίνησης. Τι εντοπίζει το σώμα μέσα στην επανάληψη και τι εισπράττει με τη σειρά του ο θεατής; Εδώ διακρίνουμε μια πρώτη πολιτισμική διαφορά: οι συντονισμένες κινήσεις του συνόλου αποτελούν κάτι περισσότερο από αυτοματικές δράσεις, αλλά και κάτι λιγότερο από ένα κάλεσμα της εκδηλωμένης στην κίνηση βούλησης. Η επανάληψη δεν νοείται με όρους μηχανιστικής ουδετερότητας ή με όρους «καθαρής κίνησης», ούτε επιζητείται η ιδιοσυγκρασιακή απόδοση της χορογραφημένης φράσης. Δεν είναι η εκφραστικότητα του ενός, αλλά το «συνεχές όλο» που μας απασχολεί –παρότι το «δυτικό μάτι» είναι εξειδικευμένο στο να ξεχωρίζει μονάδες, διαφορές στην ποιότητα της έκφρασης. Οι επαναληπτικές κινήσεις ισορροπούν αυστηρά στο όριο ανάμεσα στη βούληση για προσωπική έκφραση και στον αυτοματισμό. Υπό αυτή την οπτική ο θεατής μπορεί να διατηρεί την «εικόνα» της χορογραφίας και την αίσθηση της κίνησης, χωρίς να διακρίνει ατομικότητες. Αντίστοιχα, η κίνηση διατηρεί όλη της την εμβέλεια και παραμένει μια εξωτερικότητα που δεν κατανοείται με όρους ψυχολογικούς.

Πράγματι, το συγκεκριμένο χορευτικό σύνολο δεν επιμερίζεται, δεν διασπάται προκειμένου να ανασυντεθεί και να ανασυσταθεί σύμφωνα με τα προσωπικά μας κριτήρια. Θα έλεγε κανείς, μέσα από το πρίσμα της δυτικής κουλτούρας, ότι σ’ αυτό το χαρακτηριστικό υπάρχει μια «ψυχρότητα», ένα απρόσωπο στοιχείο που διατηρεί πάντα αμείωτη την απόσταση ανάμεσα στο σκηνικό δρώμενο και τον θεατή. Επιχειρώντας μια πιο τολμηρή τοποθέτηση, θα λέγαμε ότι ο θεατής προσβάλλεται από ένα είδος αισθητηριακής αφασίας: εισέρχεται σε μια πρωτόγνωρη εμπειρία-κατάσταση κατά την οποία, ούτε η συναισθηματική προβολή φαίνεται να λειτουργεί, ούτε η διανοητική επεξεργασία επαρκεί για να συλλάβει το δρώμενο. Η κίνηση εμπεριέχει την ατομικότητα από τη στιγμή που διδαχθήκαμε να τη συλλαμβάνουμε ως έκφραση, ως φόρμα που διαμορφώνει και εικονοποιεί ή απλώς εξωτερικεύει μια ψυχική κατάσταση. Στο έργο που μάς παρουσίασαν οι χορευτές του Tao Dance Theater δεν αποτυπώνεται η εκφραστική λειτουργία της κίνησης, ούτε κάποια διανοητικά κατασκευασμένη αφαιρετική φόρμα. Πρόκειται για έναν κινητικό αλγόριθμο ο οποίος συστήνει ένα αυτοτελές, ερμητικό σχήμα χωρίς να «προδίδει» τον τρόπο που βιώνεται η κίνηση. Σ’ αυτή την απόκρυψη του περιεχομένου πίσω από τη φόρμα υπάρχει κάτι το έντονα μυστηριακό, απροσπέλαστο στο μάτι του δυτικού θεατή.

Πράγματι, το να συντονίζεσαι ως ομάδα πέρα από το εμφανές στοιχείο της πειθαρχίας και αφομοίωσης σε ένα ευρύτερο σύνολο, υποδηλώνει έναν κώδικα σύνθεσης και ερμηνείας με τον οποίο δεν είμαστε κατ’ ανάγκη εξοικειωμένοι. Μας ενδιαφέρει η διαφορετικότητα, έχουμε συνηθίσει να εντοπίζουμε τις διαφορές στην απόδοση της χορογραφίας, να απαλείφουμε τις ομοιότητες ανάμεσα στη σειρά των σωμάτων που παρατάσσονται ταυτόχρονα στο χώρο.  Οι πολιτισμικές μας έξεις είναι διαρκώς παρούσες –εξαιτίας δε αυτών φέρουμε ήδη στο μυαλό μας παραστάσεις/εικόνες του σώματος που συμβαδίζουν ή επικυρώνουν αυτό που έχουμε μάθει να διαβάζουμε στην κίνηση. Αλλά μέσα στο αδιάσπαστο αυτό σύνολο των χορευτών,  ο χρόνος είναι μια παράμετρος που αξιοποιείται διαφορετικά. Η επαναληπτική χρήση της κίνησης είναι σα να καταργεί τις στιγμές –δημιουργεί περισσότερο την αίσθηση ότι τα σώματα είναι τοποθετημένα σε ένα παρόν που ξαναρχίζει ακατάπαυστα, ξεπερνώντας την όποια ψυχολογική ή αφηγηματική λειτουργία του χρόνου.

Η δυνατότητα να διακρίνουμε στιγμές στη ρέουσα κίνηση, να αντιλαμβανόμαστε ξεχωριστά το παρελθόν από το παρόν, αλλά και να επικεντρωνόμαστε στο μέλλον, ως χρονικό σημείο στο οποίο υποτίθεται ότι αναμένουμε το κλείσιμο ή την ολοκλήρωση μιας φράσης, μας επιτρέπει να κατανοούμε τη διάρκεια με αρχή, μέση και τέλος. Έχουμε εκπαιδευτεί σε έναν τρόπο πρόσληψης που αρκείται στο τετελεσμένο, στο διακριτό σημείο –όπως π.χ. ένα σόλο ως στιγμή κορύφωσης σε μια χορογραφία- ενώ το συγκεκριμένο έργο προτείνει μια διαρκώς ανακυκλούμενη ροή της κίνησης, μια πρόοδο που δεν ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο άκρα –αρχή και τέλος- αλλά είναι σχεδόν «αχρονική». Υπό αυτή την οπτική τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα δεν αθροίζονται για να οδηγήσουν στην ολοκλήρωση ή στην κορύφωση της δράσης,  αλλά είναι επικεντρωμένα αυστήρα στο παρόν, επιζητούν την άμεση παροντική ενατένιση της κίνησης έξω το όποιο ερμηνευτικό σχήμα.

Γενικότερα, μέσα σ’ αυτή την αδιάκοπη συνέχεια του γίγνεσθαι, η παρούσα στιγμή συγκροτείται πάντα από την τομή που επιφέρει η αντίληψή μας στη ρέουσα μάζα της κίνησης. Αν σ’ ένα σώμα που κινείται η συνείδηση λειτουργεί ώστε να διακρίνει επιλογές και να εποπτεύει δράσεις, πώς αντιδρά το μάτι του θεατή σε αυτό το απροσδιόριστο χρονικά σύμπαν όπου τα σώματα δεν υποκύπτουν στην υλικότητά τους, δεν φανερώνουν την κούρασή τους, αλλά παραμένουν προσηλωμένα σε μια κινητική οδηγία; Αυτό το κλειστό σχήμα διαρρηγνύεται στο δεύτερο έργο, «7», το οποίο φέρνει σε πρώτο πλάνο την ευθραυστότητα του συνόλου, φανερώνει τις ρωγμές και το ανθρώπινο στοιχείο –την αναπνοή- πίσω από την επιτέλεση της χορογραφίας. Δεν είναι τυχαία η αντίστιξη, αυτή η διαμετρική αντίθεση ανάμεσα στα δύο παρατιθέμενα έργα. Ό,τι καλλιεργείται ως αναμονή στο πρώτο μέρος απελευθερώνεται, σχεδόν ως λύτρωση, στο δεύτερο. Αυτή η τελετουργική μύηση στο σκηνικό δρώμενο δεν αποσκοπεί στην χειραγώγηση των συναισθημάτων του θεατή. Τουναντίον, όταν συμβαίνει, η συναισθηματική εκφόρτιση έχει μια καθαρότητα, η οποία παρασύρει τον θεατή σε μια «νηφάλια μέθεξη». Το οξύμωρο αυτό ζεύγμα εννοιών δεν υποδηλώνει απλώς τη συμπαρουσία των δύο συστατικών που συναπαρτίζουν την εμπειρία του θεατή –είναι η αμοιβαία έντασή τους που εξασφαλίζει την κυριολεκτική και βιωματική συναίρεσή τους. Πρόκειται εν τέλει για το «μυστικό» που αποκαλύπτεται στον θεατή στο τέλος της παράστασης: η ομορφιά της κίνησης και η εκτίμησή της προϋποθέτει τη δική του προετοιμασία, αντίστοιχη προς εκείνη που καταβάλλουν και καταθέτουν επί σκηνής οι χορευτές. Για να το θέσουμε με όρους κινεζικής σοφίας, «όποιος κοιτά με διεισδυτικότητα θεωρεί πρώτα τη φανέρωση των πνοών. Κατόπιν διακρίνει το καθαρό από το θολό» (Wang Wei, Κείμενα περί ζωγραφικής).

 


info: Τα έργα 6 και 7, του Tao Dance Τheater, σε χορογραφία Τάο Γιέ παρουσιάστηκαν στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 9 - 10 Απριλίου 2016. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ