Μπιενάλε Χορού Βενετίας: Προοπτικές του μέλλοντος σε χρόνο ενεστώτα

zoo-thomas-hauert-inaudible-2016-gregory-batardon-a6807

Η Μπιεννάλε της Βενετίας είναι από τους μακροβιότερους και σημαντικότερους καλλιτεχνικούς θεσμούς στην Ιταλία, ίσως και στην Ευρώπη. Καλύπτει όλους τους τομείς της τέχνης, από τα εικαστικά, το σινεμά και την αρχιτεκτονική, μέχρι το θέατρο και τον χορό. Η φετινή διοργάνωση, με τίτλο Reporting from the Front (Είδησεις από το μέλλον ή το μέτωπο, ανάλογα με την ιδιάζουσα πολιτική βαρύτητα που θέλει να δώσει κανείς στην ανάγνωση), είναι επικεντρωμένη σε κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα που αφορούν το βιώσιμο μέλλον της πόλης, τον επαναπροσδιορισμό της κοινοτικής ζωής και τη διαχείριση κρίσεων εντός του αστικού περιβάλλοντος.

Αναθεωρώντας τις καθιερωμένες πρακτικές
του καλλιτεχνικού προγραμματισμού

Όχι τυχαία, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του τομέα χορού, Virgilio Sieni, με σύνθημα τη φράση του φαινομενολόγου Μερλώ Ποντύ –«χωρίς το σώμα μου, ο χώρος δεν θα υπήρχε»– επιχειρεί να επαναφέρει στο επίκεντρο της φετινής διοργάνωσης το σώμα, με τις πολιτικές και φιλοσοφικές συνδηλώσεις του, μετατρέποντάς το σε πεδίο συνεύρεσης με τον Άλλο. Ωστόσο, η θεματική δεν στέκεται μόνο στις σύγχρονες επιτελεστικές διαστάσεις του σώματος, τη διαλεκτική σχέση του με τον θεατή, αλλά διανύει μια ιστορική διαδρομή που ξεκινά από τους κινητικούς πειραματισμούς του μεταμοντέρνου χορού –με λαμπρότερο παράδειγμα την ομάδα της Τρίσα Μπράουν-, για να φτάσει στην ποιητική του χώρου μέσα από τις μουσικές αναζητήσεις της Αν-Τερέζα ντε Κερσμάεκερ και να καταλήξει στη μετα-χορευτική σκηνική γραφή, όπου το σώμα –νοούμενο πια ως συλλογικό σώμα, ως κοινότητα– δημιουργεί έναν πυρήνα εντός του οποίου ο άλλος δεν εξομοιώνεται με τον καθένα, αλλά διατηρεί την διαφορετικότητα του, δημιουργώντας έτσι ένα μωσαϊκό φωνών, ρυθμών, χώρων.

Επίσης, μέσα από αυτή την οπτική, ο χορός δεν είναι απλώς μια αμφίδρομη ανταλλαγή υλικών μεταξύ του ενός και του άλλου, αλλά καθίσταται το «σχεσιακό γίγνεσθαι» που κατοχυρώνει έναν τόπο διαθέσιμο για την ανάδειξη της ετερότητας, εγκαθιδρύει έναν χωροχρόνο ανοιχτό μέσω του σεβασμού για τον άλλο ως τέτοιο, αποσκοπεί σε μια καθαρή «στιγμικότητα», είτε αυτή αφορά τη σχέση με τον θεατή είτε τη σχέση των χορευτών μεταξύ τους. Συνεπώς για τον καλλιτεχνικό διευθυντή, Βιρτζίλιο Σιένι, δεν είναι μόνο η ίδια η θεματική των παραστάσεων που πρέπει να «αμφισβητηθεί», να επανεξεταστεί, αλλά και η σχέση με το κοινό, πέρα από τις αισθητικές και καλλιτεχνικές προσλαμβάνουσες. Αυτό σημαίνει ένα φεστιβάλ στο οποίο όχι απλώς η μια παράσταση διαδέχεται την άλλη ημερολογιακά, εξυπηρετώντας μια εφήμερη λογική καταναλωτισμού, αλλά μια συνειδητή «διαδρομή» μέσα στην πόλη, δημιουργώντας έναν ιστό γνώσεων, εντυπώσεων, συναντήσεων με το διαφορετικό.

Η προσέγγιση αυτή ασκεί κριτική στην ίδια τη θεσμοποίηση της τέχνης, αφήνει ανοιχτό χώρο για ένα δημόσιο διάλογο, ακόμη και με ανθρώπους που δεν επιλέγουν συνειδητά να παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις της Μπιεννάλε. Έτσι, οι παραστάσεις σε εξωτερικούς χώρους, πλατείες, δρόμους, προαύλια, δεν ήταν μόνο ένα μέσο εντυπωσιασμού ή μια τακτική μάρκετινγκ• τουναντίον, στην ιδιαίτερη κι απρόβλεπτη αστική γεωγραφία της Βενετίας, ο Σιένι αποφάσισε να «εντάξει» τους ίδιους τους κατοίκους της πόλης, να τολμήσει αναπάντεχες διασταυρώσεις με τους περαστικούς τουρίστες, έστω κι αν το αποτέλεσμα συχνά δημιουργούσε περισσότερο «ρωγμές» παρά σαφείς «τόπους», εντυπώσεις που μπορεί να προσομοίαζαν με «λαϊκές» συνευρέσεις στα μάτια των ανίδεων επισκεπτών, δεν στερούνταν όμως το στοιχείο του «καθημερινού», δηλαδή του ανεπιτήδευτου, της «περιπέτειας», της δοκιμασίας. Σαφώς, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν έχει νόημα να μιλάμε για ένα τελικό «προϊόν» –άρα, με όρους παραστασιακούς για κάτι ήδη «νεκρό», εγκλωβισμένο σε μια φόρμα αναπαραγώγιμη–, αλλά για διάσπαρτες φωνές στο αστικό τοπίο, εν μέρει ανίσχυρες, οι οποίες ωστόσο –όπως ευελπιστεί και ο ίδιος ο καλλιτεχνικός διευθυντής– θα αρθρώσουν σύντομα έναν διαφορετικό λόγο γύρω από την αναγκαιότητα της τέχνης και την παρουσία της στο δημόσιο χώρο.

Πολύπλευρες αισθητικές προσεγγίσεις
και πειραματισμοί της κινητικής γλώσσας

Εμφανώς πιο ενισχυμένες (ή προστατευμένες), οι φωνές που αρθρώνονται μέσα στους συμβατικούς χώρους της Μπιεννάλε αποτελούν δείγματα μιας αναγνωρισμένης πλέον σκηνικής γραφής. Ενδεικτικά αξίζει να αναφερθεί κανείς στις παρουσίες των Isabelle Schad, Thomas Hauert και Daniel Linehan για το απροσδόκητο της κινητικής γλώσσας, το τολμηρό αλλά και οριακά παράτολμο σκηνικό πείραμα που επιχείρησε ο καθένας. Στην πρώτη περίπτωση, η χορογράφος και χορεύτρια Ιζαμπέλ Σαντ προτείνει το σώμα (της) ως πρώτη ύλη ή, αντιστρέφοντας τη λογική αυτή, αναζητά τη σωματικότητα της ύλης μέσα από απλές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Η δουλειά της Σαντ, Der Bau, –αν σταθεί κανείς μόνο στο στοιχείο αυτό– είναι αρκετά τετριμμένη, αναγνωρίσιμη και με εμφανείς μοντερνιστικές επιρροές. Παρόλα αυτά, η γραφή της πραγματεύεται και κάτι άλλο• το γυμνό σώμα της, αρχικά σε επίκυψη, μοιάζει να στερείται σχεδόν κάθε τι ανθρώπινο. Είναι μια μυική μάζα που συσπάται, κάμπτεται, εκτείνεται, αλλά καθώς το πρόσωπό της αποκρύπτεται, το σώμα της αποκτά μια επιπλέον υλικότητα, όπως αυτή των υφασμάτων που χρησιμοποιεί στη συνέχεια, στη χορογραφία της.

Πράγματι, η χορογραφία στη ματιά της Σαντ λειτουργεί σαν μια αλυσίδα μικρό-μετασχηματισμών, που δεν συντελούνται ακαριαία ή βίαια –είναι απειροελάχιστες και μη αισθητές μεταβάσεις τις οποίες ο θεατής μπορεί να εισπράξει ως το τελικό αποτέλεσμα μιας διαδικασίας χωρίς ακριβώς να καταλάβει τι μεσολάβησε. Μικροκινήσεις των χεριών, κάμψεις του κορμού, ταλαντώσεις όλα αυτά δημιουργούν την αίσθηση ενός αδιάκοπου ρυθμού, την αρχή του οποίου σπάνια αντιλαμβάνεται ο θεατής. Καθώς η χορεύτρια «ξεδιπλώνει» τις κινήσεις της κρατώντας το ύφασμα, δημιουργεί μια ταυτοσημία (simultaneity) ανάμεσα στον τρόπο που επενεργεί το σώμα στην ύλη και το αντίστροφο, στο πώς δηλαδή το σώμα πτυχώνεται στην ύλη δίνοντας την εντύπωση μιας ανόργανης μάζας, σαν η «γυμνή προέκταση» του υφάσματος. Υπάρχει μια διττή ανάγνωση του χώρου στη λειτουργία αυτή: η μία σωματοκεντρική, αναφέρεται στη ζωτική ορμή που προκύπτει από τα «μέσα» μορφοποιώντας τον περιβάλλοντα χώρο και τα υλικά του, η άλλη καθαρά υλικοκεντρική μας δίνει την αίσθηση ενός όλου του οποίου τα μέρη είναι αξεδιάλυτα, λειτουργούν περισσότερο ως αδιάσπαστο σύνολο. Οι τροχιές που δημιουργούνται από τις απειροστές αυξήσεις ή ελαττώσεις στην έκταση της κίνησης, φανερώνουν τη φυσική, σταδιακή ανάπλαση του χώρου από τα ίδια τα υλικά του. Το τέλος της παράστασης είναι σαν μια «αντίστροφη μεγάλη έκρηξη», η σκηνή συρρικνώνεται σταδιακά, ώσπου το σώμα εξαφανίζεται ως μέρος της ύλης που αναδιπλώθηκε στα συστατικά της, επιστρέφει σε μια πρωταρχική κατάσταση, σαν ένα πρωτόζωο από το οποίο ξεκίνησε όλη η ιστορία της ζωής στον πλανήτη. 

 

Daniel Linehan © Jean Luc Tanghe

Σε άλλο μήκος κύματος, εμφανώς πιο εναρμονισμένο με τη σύγχρονη σκηνική γλώσσα είναι το μικτό, πολυφωνικό, κινητικό πείραμα dbddbb του Ντάνιελ Λίνεχαν. Ο Λίνεχαν επικεντρώνεται στη σχέση ρυθμού και κίνησης, στη μουσικότητα της φωνής και στον τρόπο που μπορεί να αξιοποιηθεί για να συνοδεύσει την κίνηση. Η πρωτοτυπία έγκειται στο ότι οι ίδιοι οι χορευτές «παράγουν» τη μουσική τραγουδιστά δοκιμάζοντας πλείστες όσες παραλλαγές του κάθε μοτίβου. Αυτό δημιουργεί την αίσθηση ενός ζωντανού, μουσικού διαλόγου, σαν τους τραγουδιστές της χιπ-χοπ, παρότι οι ρυμθικές παραλλαγές της φωνής είναι προσυμφωνημένες και σε ένα βαθμό επαναλαμβανόμενες. Η συνθήκη όμως είναι αρκετά ισχυρή για να δημιουργήσει όχι μόνο την αναμενόμενη πολυφωνία αλλά και ένα αυθόρμητο, σχεδόν παιγνιώδες κολάζ από κινητικές φράσεις με στοιχεία όπως το unisono, η αντίστιξη, η σιωπή, το κόντρα-τεμπο.

Η ιδιότυπη αυτή συνθήκη έχει και μια επιπλέον λειτουργία –πέραν της ρυθμικής συνοδείας στην κίνηση. Προσδίδει στην σκηνική δράση μια θεατρικότητα καθώς οι χορευτές μοιάζουν να συμμετέχουν σε ένα είδος παράλογης φάρσας, με τον μεταξύ τους διάλογο να ακολουθεί ρυθμολογικά τις εντάσεις ενός θεατρικού έργου: εδώ όμως δεν υπάρχουν κεντρικοί χαρακτήρες, όλοι καθοδηγούν ισάξια τη δράση, δοκιμάζοντας διαφορετικές τονικότητες. Άλλοτε ψιθυριστά, άλλοτε φωναχτά, με στακάτο ή πιο χαλαρό ρυθμό, δημιουργούν μια παρτιτούρα στην οποία διακρίνει κανείς το καλοκουρδισμένο σύνολο, την ακούραστη ευρηματικότητα, το διασκεδαστικό αλλά ταυτόχρονα απαιτητικό εκτελεστικά έργο. Οι κινήσεις, αφού καθιερωθεί ο ρυθμός από τον ένα ή τον άλλο χορευτή, μπαίνουν σε λούπα, επαναλαμβάνονται μέχρι εξαντλήσεως, ή τουλάχιστον μέχρι του σημείου από το οποίο θα εκκινήσει η επόμενη παραλλαγή, προσθέτοντας ή αφαιρώντας στοιχεία στον ήδη υπάρχοντα ρυθμό –παιχνίδι που παραπέμπει αρκετά και στον τίτλο του έργου.

Το εύρημα των φωνητικών αυτοσχεδιασμών μπορεί στην επανάληψή του να κουράζει, αλλά είναι οι μεταβάσεις και η ποικιλία των παραλλαγών που ανανεώνει το ενδιαφέρον του κοινού, συνέχει την ίδια την ομάδα τροφοδοτώντας την με υλικό. Ίσως μόνο στο τέλος της παράστασης –με την υπερβολικά ιερατική και επιβλητική ατμόσφαιρα που επιχειρεί να δημιουργήσει ο χορογράφος– σχηματίζεται κάτι που είναι «παράταιρο» με την υπόλοιπη αισθητική του έργου. Δεν είμαι σίγουρος αν το ζητούμενο είναι να εστιάσουμε απλώς στη φωνή ή στον τρόπο που επενεργεί στην κίνηση επιτρέποντας μια νέα ανάγνωση/θέαση αυτής. Και στις δυο περιπτώσεις το τέλος μοιάζει προκατασκευασμένο και προσανατολισμένο σε μια συγκίνηση που δεν έχει ακριβώς επιτευχθεί ή προηγουμένως καλλιεργηθεί.
 



ZOO -Thomas Hauert, inaudible, 2016 © Gregory Batardon

 

Ο Thomas Hauert στη νέα του δημιουργία inaudible (≈ανήκουστο) επικεντρώνεται στην ιδέα της «ερμηνείας» της μουσικής μέσω της κίνησης. Βέβαια, στις προτεινόμενες «αναγνώσεις» των μουσικών κομματιών του Gershwin και του Lanza η ιδέα της ερμηνείας μπορεί να ακούγεται απλώς γενικόλογη και τετριμμένη. Ωστόσο, το σκηνικό εγχείρημα του Χάουερτ επιχειρεί να παντρέψει φαινομενικά ασυμβίβαστα μεταξύ τους δεδομένα: το λυρικό στοιχείο και τη δεξιοτεχνία με το απειθάρχητο και αυτοσχεδιαστικό κινητικό υλικό των χορευτών. Επιλέγει συνειδητά, επίσης, να φωτίσει τις εκτελεστικές διασκευές των κομμάτιων, ώστε μαζί με τις διαφορετικές ποιότητες στο ηχητικό ερέθισμα να προκύπτει/ανταποκρίνεται και η ποικιλομορφία στην κίνηση. Η πολύπλευρη αυτή ανάγνωση δεν θα μπορούσε να μην κλείνει το μάτι στον θεατή, εννοώντας ότι ανάμεσα στις επιθυμητές «παρερμηνείες» ο χορογράφος επιχειρεί να μετακινήσει και τις δικές μας στερεοτυπικές αντιδράσεις-αντιλήψεις περί «υψηλής» μουσικής και του τρόπου ακρόασής της.

Ομολογουμένως, ο Χάουερτ παίζει με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των υλικών του: από τις αριθμητικές σκηνικές παραλλαγές (σόλο, ντουέτο, τρίο, ομαδικό), τις υφολογικές αντιστίξεις (η διακωμώδηση του πομπώδους της μουσικής) μέχρι τις τεταμένες παύσεις που επιτρέπουν να εστιάσουμε στο μουσικό σκέλος ή να αναμένουμε με περισσότερη προσοχή την «απάντηση» σ’ αυτό. Ωστόσο, παρά το «ανεξάντλητο» των επιλογών, δομικά το έργο είναι έτσι αρθρωμένο ώστε να μην μένουμε σε έναν στείρο εντυπωσιασμό από επιμειξίες στυλ ή από άψογα εκτελεσμένες κι αυτοτελείς κινητικές φράσεις. Το εντυπωσιακό σε όλο αυτό τον σαρωτικό χείμαρρο είναι η αμεσότητα των χορευτών να συνθέτουν, να ανταλλάσσουν και να αναπλάθουν τα μεταξύ τους υλικά.  Εκεί εντοπίζεται όχι μόνο η ετερογένεια στην «ερμηνεία», αλλά και η ορχηστρική ακρίβεια στην εκτέλεση. Οι χορευτές μεταξύ τους, παρότι σε στιγμές φαίνεται να είναι σε έκσταση από το διάλογο μουσικής και κίνησης, παραμένουν πάντα δεκτικοί στις αντιδράσεις των άλλων, δεν χάνεται ποτέ η αίσθηση της ομάδας ακόμη και αν στη σκηνή παραμένει μόνον ένας από αυτούς.

Η «μέθεξη» (ή το ειρωνικό σχόλιο προς αυτή) στην οποία μας καλούν οι χορευτές ξεπερνά τους όποιους αναγνωρίσιμους κανόνες ή κώδικες• το ζητούμενο δεν είναι να εναρμονιστούμε με μια ήδη υπάρχουσα γλώσσα, αλλά να χαθούμε μέσα σε μια πολυφωνία που αναθεωρεί τους όρους θέασης, αναδεικνύοντας το υποκειμενικό χωρίς να υποσκελίζει το ομαδικό. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται ένας διαφορετικός τρόπος πρόσληψης της κίνησης: κάθε μονάδα εκκινεί, διασταυρώνεται, χάνει το δρόμο της, αλλάζει με σκοπό να αρχίσει πάλι, επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης για να αποκλίνει από την αρχική διαδρομή –υπάρχει έτσι μια κυκλικότητα που διαρκώς εμφυσά ζωή στο μηχανισμό της χορογραφίας. Είναι ένας μηχανισμός που παίρνει μπρος από μια ενέργεια ελευθερίας, ίσως και σ’ ένα βαθμό «ασέλγειας» πάνω στην ιερότητα της μουσικής. Είναι μια ερμηνεία που προτείνει το «ανήκουστο» της διαφοράς, απαιτεί όχι μόνο την ανάδειξη του ενός εις βάρος των άλλων, αλλά μια τοποθέτηση σε σχέση με τους άλλους που επιτρέπει να παραμένει κανείς ο εαυτός του καθώς συναντά τον άλλο. Σπάνιο σχήμα, σπάνια και η σκηνική εκπλήρωσή του.

 


info: www.labiennale.org


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ