In Plain Site: οι διαχρονικοί πειραματισμοί της ιέρειας του μεταμοντέρνου

in-plain-site-trisha-brown--dancepressgr

Αν η αμφιβολία για την ανταπόκριση του καλλιτέχνη στην ολέθρια τάξη του «έξω κόσμου» χαρακτήριζε το δρώμενο του Willi Dorner στο πλαίσιο του Dancing Athens, το In Plain Site που παρουσιάστηκε στο ΕΜΣΤ από την ομάδα της Τρίσα Μπράουν αντανακλά μια γνήσια, βαθυστόχαστη άποψη για τη ζωή και την τέχνη. Το πρόγραμμα, μια συρραφή αποσπασμάτων από πρώιμα και μεταγενέστερα έργα της χορογράφου, συμπυκνώνει και αποκαλύπτει, πώς οι πειραματισμοί της πρώτης γενιάς των μεταμοντέρνων, όχι μόνο παραμένουν εναργείς αλλά και επίκαιροι. Με το κατάλληλο πλαίσιο/περιβάλλον να υποστηρίζει τον λυρικό μινιμαλισμό και την απέριττη αισθητική στην κινησιολογία, αντιλαμβάνεται κανείς πώς η απαίτηση για μια καλά αρθρωμένη καλλιτεχνική πρόταση, δεν είναι απλώς ζήτημα φόρμας, διασκέδασης των αισθήσεων ή εντυπωσιασμού των περαστικών στους δρόμους της Αθήνας, αλλά αποτέλεσμα μιας σπάνιας και διαρκούς σπουδής για την κίνηση σε συνδυασμό με τη γνώση ότι, πολλές φορές, αυτή η ασκητική προσήλωση στην τέχνη λειτουργεί ως αντίβαρο στη χρεωκοπία και τη στειρότητα που το ίδιο το κοινωνικό περιβάλλον έχει σφυρηλατήσει.

Εάν το έργο της Τρίσα Μπράουν έπρεπε να τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα στην κοινωνική και τη δημιουργική τάξη, θα λέγαμε πώς η αστείρευτη γονιμότητα της χορογράφου όχι μόνο γεφυρώνει το παραπάνω χάσμα, αλλά προσφέρεται και ως δυνατότητα σύγκλισης των όποιων αντιθέσεων. Στις χορογραφίες της διασώζεται ό,τι έχει εκλείψει από τη χορευτική σκηνή τα τελευταία χρόνια: πρόκειται για μια κινησιολογική έρευνα απαλλαγμένη από τον ψυχαναγκαστικό σχολιασμό της καθημερινότητας, χωρίς ψυχόδραμα και βαρύγδουπες δηλώσεις για τον προτεινόμενο διάλογο με την κοινωνία, με μια αδιόρατη μάλιστα δόση νοσταλγίας, αφού τα έργα επαναπροτείνονται σε μια εποχή στην οποία βιώνουμε το αμφίβολο αποτέλεσμα της «αισθητικής απελευθέρωσης» που επέφερε το μεταμοντέρνο στοιχείο στο χορό. Επίσης, αν εξετάσουμε σε βάθος τα αποσπάσματα που παρουσιάστηκαν, θα διαπιστώσουμε ότι η όποια «ελευθερία» τους δεν θεμελιώνεται ως αυθαιρεσία εις βάρος του καθημερινού, αλλά αντιμετωπίζεται ως αντιληπτικό εργαλείο που επιτρέπει στη δημιουργικότητα να ξεφύγει από το κανονιστικό πλαίσιο της καθημερινότητας.
 


 

Σημειολογικά, η «καθαρή κίνηση» θα ήθελε να είναι κίνηση δίχως άλλα σημαινόμενα. Φυσικά αυτό δεν είναι δυνατόν εφόσον υπάρχει το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται το έργο• δηλαδή, η παρουσίαση στο ΕΜΣΤ, στην Αθήνα του 2016, μπορεί να επιδεχθεί μια σειρά ερμηνειών η οποία προκύπτει ακριβώς από την επιλογή του χώρου, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Ωστόσο, μιλώντας για το «καθαρό» στην κίνηση, πρόθεση της χορογράφου είναι να την απελευθερώσει από όποια ‘λειτουργιστική’, παντομιμική χρήση. Πράγματι, η σωματικότητα των χορευτών δεν καταγράφεται ως εξωτερίκευση ενός ταλαιπωρημένου ψυχισμού, αλλά ως μια αβίαστη, σχεδόν εσωτερική εξερεύνηση των άπειρων δυνατοτήτων του σώματος. Η Μπράουν ιεραρχεί με μαεστρία τα δομικά χαρακτηριστικά στη χορογραφία της ώστε η αισθητηριακή προσέγγιση του έργου να γίνεται άμεσα και όχι διαμεσολαβημένη από περιττές εννοιολογήσεις: η τάξη, η διαμετρική ισορροπία των κατευθύνσεων, η ανεστραμμένη ακολουθία των κινήσεων –όλα αυτά μαζί δίνουν ένα αποτέλεσμα που προσλαμβάνεται αβίαστα, ακόμη κι από τον αμύητο θεατή. Ακριβώς επειδή η κίνηση στη σύλληψή της είναι όσο το δυνατόν απλούστερη, ο συνδυασμός των παραπάνω δομικών χαρακτηριστικών μπορεί να φτάσει σε υψηλά επίπεδα πολυπλοκότητας. Και πάλι όμως, αυτό δεν γίνεται αυτοσκοπός• οι πλήρως οργανωμένες «κατασκευές» της χορογράφου δεν λειτουργούν απλώς σαν ένα αφηγηματικό σχήμα με αρχή, κορύφωση και τέλος. Αντιθέτως, υπάρχει ένα είδος ομοιόστασης στο έργο της που κρατά την ενέργεια σε ένα σταθερό επίπεδο, σαν άσκηση διαλογισμού.

Είτε μιλάμε για σχετικά πρόσφατα έργα (της περιόδου 2000-2011), είτε για εκείνα τα πρώιμα που χρονολογούνται σαράντα χρόνια πριν, η συνταγή είναι μία: η κιναισθητική αντίληψη του χώρου που επιτρέπει στους χορευτές να συνυπάρχουν με τα μάτια κλειστά, σε παιγνιώδεις σχηματισμούς ή, τέλος, στην απόλυτη σιωπή. Και αναφερόμενοι στο χώρο, δεν εννοούμε (μόνο) την καθαρή γεωμετρία των αιθουσών του ΕΜΣΤ –ώστε να υπονοήσουμε έναν πιθανό αντικατοπτρισμό εσωτερικής/σωματικής τάξης και αρχιτεκτονικής δομής –αυτό που η ίδια ονόμαζε «ιδεοκίνηση», δηλαδή τον τρόπο που μια ιδέα ή η εικόνα ενός πράγματος μπορεί να επιδράσει αισθητηριακά την εκτέλεση μιας κίνησης1. Οι χορογραφίες της Μπράουν είναι σα μάθημα ανατομίας εν κινήσει: πέρα από την εντυπωσιακή απουσία μυϊκού τόνου στην εκτέλεση των κινήσεων (release technique), το μάτι του θεατή, μερικές φορές, γραπώνεται από λεπτομέρειες όπως: οι περιστροφές του καρπού με χαλαρή την άρθρωση του αγκώνα, η πλάγια μετατόπιση της λεκάνης που οδηγεί σε ένα ελαφρύ, στιγμιαίο κύρτωμα της σπονδυλικής, το ανοιχτό στέρνο που μετατρέπει το απλό σήκωμα ενός χεριού σε σπουδή κίνησης, η επαφή του πέλματος με το πάτωμα που λειτουργεί ως πυξίδα του κορμού και κατευθύνει το σώμα σε αναρίθμητες εναλλαγές κατευθύνσεων.

Η διάταξη στο χώρο μπορεί να αλλάζει, αλλά η εσωτερική συνοχή και ο συγχρονισμός των χορευτών μεταξύ τους δεν τίθεται ποτέ εν αμφιβόλω. Έτσι, παρά την όποια εσωτερικότητα στην απόδοση της χορογραφίας, η κίνηση μ’ έναν μαγικό τρόπο εξατομικεύεται χωρίς να αφαιρεί από τους χορευτές την εποπτεία του συνόλου ή την απρόσκοπτη επαφή με τον άλλο –πράγμα εμφανέστατο στον τρόπο που λειτουργούν το κουαρτέτο και το ντουέτο στα Geometry of Quiet και Groove and Countermove, αντίστοιχα. Η μεταξύ τους επαφή μοιάζει να μη βαρύνεται από ψυχολογικές ερμηνείες –ωσάν τα σώματα να κατέχουν απόλυτα τον τρόπο που πρέπει το ένα να αφεθεί ή να τοποθετηθεί πάνω στο άλλο. Αυτονόητο; Καθόλου. Κάθε χορευτής έχει τη θέση που αρμόζει σε σχέση με τους υπόλοιπους, καθιερώνοντας έτσι μια αμετάβλητη ισορροπία στο «σύστημα». Η χορογραφία μοιάζει να διέπεται από κανόνες της φυσικής: όλες οι συνιστώσες δυνάμεις συγκρατούν η μία την άλλη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε καμία από αυτές να μη μπορεί να ασκήσει πίεση για να προκληθεί οποιαδήποτε μεταβολή στον αλληλοσυσχετισμό τους. Το παιχνίδι των δυνάμεων βρίσκεται σε «ακινησία». Δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές, αλλά ένα καλοκουρδισμένο σύνολο χορευτών.
 

 

Η παραπάνω συστημική ευρυθμία δεν αποτελεί τη μοναδική μέριμνα –όπως είπαμε, η διάταξη των σωμάτων στο χώρο φαίνεται να είναι απλή, αλλά η δομή της χορογραφίας σύνθετη. Στο Locus Trio (1975), ένα ορθογώνιο διαιρεμένο σε έξι τετράγωνα μετατρέπεται σε ένα μηχανισμό καταμέτρησης του χρόνου2. Υπάρχει μια επαναληπτικότητα στον τρόπο που τα σώματα διαχειρίζονται το χώρο: οι κινήσεις μοιράζονται σε σημεία στον κάθετο άξονα ή στον οριζόντιο και σε μεταφορές στα τετράγωνα. Τα μέτωπα μπορούν να αλλάζουν διαρκώς, καθώς οι τρεις χορεύτριες κινούνται μέσα στο κάθε τετράγωνο ή επιλέγουν να αλλάξουν θέση μεταφερόμενες μέσα στο επιδαπέδιο πλέγμα. Οι περιορισμοί αυτοί λειτουργούν σαν ένα είδος παρτιτούρας που εκτελείται ταυτόχρονα –με διαφορετικό τρόπο- από τις τρεις χορεύτριες, δημιουργώντας μέσα στο αυστηρά οριοθετημένο σχήμα, ένα πολυεπίπεδο τρόπο πρόσληψης της κίνησης. Παρά την έλλειψη μουσικής, το έργο θυμίζει την τεχνική της «χωροχρονικής σημειογραφίας»3 των πρωτοπόρων της αλεατορικής μουσικής (Ερλ Μπράουν, Τζον Κέιτζ), κατά την οποία «οι διάρκειες δεν επισημαίνονται με συμβατικά ρυθμικά σύμβολα, αλλά είτε με την απόσταση στις νότες στην παρτιτούρα, είτε από το μήκος των οριζόντιων γραμμών που εκτείνονται από αυτές». Κάπως αντίστοιχα λειτουργεί σ’ αυτό το σύντομο έργο και η χορογραφία: τα σώματα «παίζουν» με τις μεταξύ τους αποστάσεις και η κίνηση που παράγεται είναι αποτέλεσμα αυτών των χωρικών εναλλαγών μέσα σε καθορισμένες διάρκειες.

Θα μπορούσε να αναλύσει κανείς περαιτέρω τα έργα που παρουσιάστηκαν στο ΕΜΣΤ. Άλλωστε η δουλειά της Τρίσα Μπράουν προσφέρεται για εξονυχιστικές αναλύσεις, τόσο για την αισθητική επιρροή που άσκησε διακαλλιτεχνικά, όσο και για την ανεκτίμητης αξίας παρακαταθήκη στη μελέτη της κίνησης. Οι προγενέστερες εμφανίσεις της στο Φεστιβάλ Αθηνών, αλλά και η παρουσία της ομάδας της στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας εκτιμήθηκαν δεόντως, χωρίς ωστόσο να αφήσουν το καίριο στίγμα τους στην εγχώρια καλλιτεχνική σκηνή. Οι δικές μας αναφορές στο αμερικανικό μεταμοντέρνο έρχονται πολύ μετά την παρθενική του εμφάνιση, με ένα πέπλο εξωτισμού και ήδη διεθλασμένες από τις επιμειξίες και τους πειραματισμούς των χορογράφων στη μετάβαση του απομυθοποιητικού μιλένιουμ. Κάπως έτσι, και στις μέρες μας, η ομάδα της Μπράουν στεγάζεται σε ένα εθνικό μουσείο-φάντασμα, το οποίο αναζητά ακόμη την ταυτότητά του, εγκαινιάζοντας περιστασιακά δράσεις (άλλες ήσσονος σημασίας κι άλλες όχι). Στην παρούσα εμφάνιση της ομάδας, αυτό που στερηθήκαμε, είναι ο ζωντανός διάλογος με την (εθνική;) σύγχρονη τέχνη ή τα πιθανά εκθέματα του μουσείου –διάλογος που γονιμοποίησε άλλωστε την ποικιλομορφία του έργου της χορογράφου στην 50χρονη σχεδόν πορεία της. 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

1 Trisha Brown: Dance and Art in Dialogue, 1961-2001, Teicher Editor / Addison Gallery of American Art, Philips Academy.
2 The Twentieth Century Performance Reader, Edited by Michael Huxley & Noel Witts, Routledge
3 M. Nyman, Experimental Music: Cage and Beyond, Cambridge University Press

 


info: Το Dancing Athens που διοργανώθηκε από τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, πραγματοποιήθηκε 1 και 2 Οκτωβρίου 2016. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ