Μιθκάλ Αλζγκάιρ: Τα εκτοπισμένα σώματα..

alzghair_deplacement-thumb-extra_large--2

...και η επώδυνη (επανα)κατοίκηση της μνήμης

Σχεδόν όλοι –ας μου επιτραπεί αυτή η αισιόδοξη γενίκευση– βιώσαμε τραυματικά την πρωτόγνωρη ανθρωπιστική κρίση, όταν πριν από δύο καλοκαίρια η εισροή των προσφύγων στη χώρα μας έφτασε σε ανυπολόγιστα μέχρι τότε επίπεδα, κινητοποιώντας τόσο την οργανωμένη ανθρωπιστική επέμβαση, όσο και την καθημερινή ανώνυμη συνεισφορά. Παράλληλα όμως, ένα κύμα ηθικού πανικού κατέκλυσε τη χώρα, στοχεύοντας τα ξένα σώματα που «απείλησαν» και «απειλούν» ακόμη την ελληνική κοινωνία με την επιβάρυνση της ήδη δυσμενούς κατάστασής της σε μια εποχή επαχθών οικονομικών μέτρων και ανέχειας.

Η υπερβολή αυτή δεν είναι σχηματική: παρουσιάζει τα δύο κυρίαρχα αφηγήματα γύρω από το προσφυγικό ζήτημα στη χώρα μας –πολυδιάστατο και γι’αυτό πολιτικά προσεγγίσιμο από πολλές αντιτιθέμενες οπτικές– και φανερώνει τη διττή, συχνά αμφιλεγόμενη, διαχείρισή του. Στο πλαίσιο αυτής και στην προσπάθεια καταγραφής ή παρουσίασης των βιωμάτων των ανθρώπων που διεκδίκησαν «ένα καλύτερο μέλλον στην Ευρώπη», αναπτύχθηκε μια σειρά παραστάσεων και σχετικών καλλιτεχνικών δράσεων. Στα ελληνικά συμφραζόμενα, τέτοιες πρωτοβουλίες σκηνοθετήθηκαν όχι από τους ίδιους τους πρόσφυγες, αλλά από εγχώριες δυνάμεις του καλλιτεχνικού στερεώματος, οι οποίες «έδωσαν» φωνή, εκπροσώπησαν, απέδωσαν με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία τις συγκλονιστικές εμπειρίες των ανθρώπων αυτών. Ωστόσο, ελάχιστες φορές οι εν λόγω δράσεις ξέφυγαν από τη σχηματοποιημένη συγκινησιακή φόρτιση, ενώ όσες φορές έγιναν προσπάθειες οι ίδιοι οι πρόσφυγες να βρουν τρόπους να μιλήσουν για το τραυματικό γεγονός του εκπατρισμού, οι αφηγήσεις αυτές αποσιωπήθηκαν με το «επιχείρημα», ότι οι πρόσφυγες ορίζονται βασικά ως προς τις ανάγκες, τις στερήσεις και τη βία που υφίστανται και δευτερευόντως από την ιδιαιτερότητα της γλώσσας τους, τις αναμνήσεις που τους συνδέουν ακόμη με την πατρίδα και τις παραδόσεις τους.

Η απουσία της οπτικής των εθνοτικών μειονοτήτων στις τέχνες στη χώρα μας δηλώνει, άλλοτε ρητά κι άλλοτε υπόρρητα, ότι η εθνοτική ταυτότητα είναι ένας άξονας διαφοράς που υποσημασιοδοτείται δίπλα στο ουτοπιστικό-ρομαντικό αφήγημα περί «οικουμενικότητας» της γλώσσας του χορού. Αυτού του τύπου οι προσεγγίσεις εξομοιώνουν –ή ισοπεδώνουν– προσωπικά βιώματα και εμπειρίες με το σκεπτικό ότι το σώμα είναι ένα αφηρημένο, οικουμενικά ομοιόμορφο και «φυσικό δεδομένο». Έτσι, οι παραστάσεις που πραγματεύονται το «σώμα σε κρίση» εστιάζουν περισσότερο στη φόρμα της κινητικής γλώσσας και λιγότερο σ’ αυτό που η ίδια η φόρμα περιβάλλει, συμβάλλοντας συχνά στην «αορατότητα» των όποιων ταυτοτήτων. Η επίκληση μιας σχετικά τυπικής ισότητας αποσιωπεί τις ασυμμετρίες και έτσι τα στερεότυπα των διαπολιτισμικών σχέσεων παραμένουν άθικτα. Ο «ξένος» πολύ σπάνια «αρθρώνει λόγο» στην ελληνική σκηνή, κι αν προφασιζόμαστε το γλωσσικό εμπόδιο στην περίπτωση του θεάτρου, στο χορό το εμπόδιο αυτό, τουλάχιστον τυπικά, θα έπρεπε να απουσιάζει.

Ωστόσο, αυτή ακριβώς η «αφάνεια» οφείλει να συζητιέται όπως και οι επιμέρους «ταξινομικοί» επιθετικοί προσδιορισμοί. Στην περίπτωση του Μιθκάλ Αλζγκάιρ η σκηνή αποτελεί τον κατεξοχήν μετέωρο τόπο: «αποκλεισμένο» από την πραγματικότητα, αλλά την ίδια στιγμή ανοιχτό στις προτεινόμενες αναπαραστάσεις του διαφορετικού, στις απόπειρες ανασημασιοδότησης «κλειστών» εννοιών. Φέροντας έκτυπη την τραυματική εμπειρία του εκπατρισμού εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στη χώρα του, ο Σύριος χορογράφος/χορευτής δεν επιθυμεί να δημιουργήσει επί σκηνής ένα χοροθεατρικό δρώμενο της «ωμότητας» -παρότι σε κάποιες σεκάνς η κίνηση είναι εύλογα δραματοποιημένη επιδιώκοντας τη συγκινησιακή φόρτιση του θεατή- αλλά να αναδείξει τις λεπτές αποχρώσεις μια «γκρίζας ζώνης», όπου ψυχισμός και συμβολισμός καθορίζονται από ένα σύνθετο δίκτυο σχέσεων εξουσίας και ερμηνειών. Ο Αλζγκάιρ ξεκινά μ’ ένα ευδιάκριτο συμβολισμό: εισέρχεται ξυπόλητος στη σκηνή για να φορέσει στη συνέχεια ένα ζευγάρι στρατιωτικά άρβυλα και να ξεκινήσει το «οδοιπορικό» του. Πράγματι, ο αρχικός επιτόπιος βηματισμός παραπέμπει σε στρατιωτική άσκηση, ενώ όταν στη συνέχεια ερμηνεύει έναν παραδοσιακό χορό, οι κινήσεις του εξακολουθούν να φέρουν κάτι από την πειθαρχική αυστηρότητα του στρατιωτικού κώδικα. Τα βήματα εκτελούνται δίχως να επιτρέπουν το οποιοδήποτε ίχνος αμφιβολίας να διαπεράσει ή να διαμορφώσει τη φόρμα. Ή μήπως όχι;

Το βλέμμα του χορευτή είναι «ακλόνητο»• καθαρό και αποφασιστικό στρέφεται προς το κοινό. Μόνο στις στιγμές που η σωματική κατάσταση ανακαλεί την ικετευτική παρουσία ενός θύματος πεσμένου στα γόνατα διαφαίνεται ο εσωτερικός σπαραγμός και η συναισθηματική φόρτιση του ερμηνευτή. Οι κοφτές κινητικές φράσεις, οι στροβιλισμοί, τα λικνίσματα σαν μικροί ερωτικοί αναστεναγμοί και το φυσικό λαχάνιασμα στις σύντομες παύσεις αποκαλύπτουν σταδιακά, αλλά εντέχνως, την τόσο καλά αποσιωπημένη υλικότητα του σώματος. Οι κινήσεις είναι ρυμθικές αλλά απλές• το στοιχείο που εντείνει τη δραματικότητά τους είναι, ότι εκτελούνται στη σιωπή, καθιστώντας σαφή το σχολιασμό είτε επί του μιλιταριστικού συμβολισμού, είτε επί των παύσεων, όταν το σώμα επανέρχεται στον παρόντα χρόνο καταστρατηγώντας την όποια θεατρική σύμβαση ή τον όποιο ερμηνευτικό κώδικα. Κάπως έτσι, εκτεθειμένος και ευάλωτος, με κατεβασμένο το παντελόνι του, «δεσμώτης του ίσκιου και του πένθους», οδηγείται σε μια σειρά βίαιων και δραματικών πτώσεων, ώσπου εξαντλημένος πλέον να εξέλθει από τη σκηνή έρποντας.

Η παράσταση αλλάζει εντελώς ύφος στο δεύτερο μέρος• αν η εισαγωγή είχε να κάνει με τη μονάδα και το πόσο ανυπεράσπιστη είναι απέναντι στην επελαύνουσα καταστροφική δύναμη του πολέμου, το δεύτερο μέρος θίγει τη διάσταση του «συλλογικού σώματος», της ενδυνάμωσης του ατόμου και της διαπραγματευτικής ισχύος του συνόλου. Η σκηνή γίνεται τώρα το πεδίο ανάδυσης της ετερότητας. Τόσο ο κοινωνικός χώρος όσο και ο σκηνικός αντικατοπτρισμός του υπόκεινται σε διαρκή αναδιάρθρωση, αποδιάρθρωση και αλλαγή. Οι τρεις χορευτές –ανάμεσά τους ο Αλζγκάιρ- διεκδικούν την ατομικότητα αλλά και το βίωμα που υπαγορεύεται από τις καταγωγικές σχέσεις, τη συλλογική μνήμη, την κοινή ιστορία. Ο ρυθμός και πάλι γλιστρά «αθόρυβα» μέσα στη χορογραφία, τα τρία σώματα αλλάζουν διαρκώς θέσεις, κατευθύνσεις στο χώρο, ανταλλάσσοντας έτσι και ρόλους: κάποιος οδηγεί ενώ οι άλλοι δυο ακολουθούν, ή το αντίστροφο. Αυτή η κινητικότητα δεν θέτει ποτέ σε αμφιβολία την ομάδα, τουναντίον, επικυρώνει ή εκθειάζει τη δυνατότητά της να παραμένει σταθερή ενώ μέσα της οι δυναμικές της να μεταβάλλονται. Γεγονός που καθίσταται ακόμη πιο έντονο μέσω των ρυθμικών αντιστίξεων, των εναλλαγών της ισορροπίας, διεκδικώντας εκείνη την προσέγγιση που καθιστά κάθε σύνολο ατόφιο πυρήνα «ενδεχομενικότητας και πολλαπλότητας».

Εννοείται πώς και σ’ αυτό το μέρος η σιωπή λειτουργεί δραματουργικά, επιτρέποντας στον θεατή να καταλάβει πώς ο προσωπικός ρυθμός του κάθε χορευτή κάνει διάλογο με αυτόν των υπολοίπων ή και το αντίστροφο, πώς δηλαδή το ίσο κράτημα αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για να μπορέσει να πειραματιστεί κανείς με την έκφραση του υποκειμενικού-διαφορετικού ρυθμού. Και πάλι η δομή διανθίζεται από παραλλαγές του ίδιου μοτίβου, ενώ στο σύνολό της η παράσταση θα λέγαμε ότι επεξεργάζεται και προτείνει μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση του χρόνου: η ανακύκλωση των μοτίβων, χωρίς κορυφώσεις ή δραματικές μεταπτώσεις, συνθέτει μια χορογραφία που δεν επαναπροτείνει μονάχα μια διαφορετική κινητική φόρμα, αλλά επισημαίνει και την πολιτισμική διαφορά μέσα από μια εντελώς διαφορετική χρήση της γλώσσας του χορού, την ανασημασιόδοτηση της χορευτικής παράδοσης ως φορέα κοινών εμπειριών από την οποία μπορούν επίσης να αναδυθούν σύγχρονα, επίκαιρα ζητήματα, χωρίς τις απλουστευτικές ή φολκλορικές αναγνώσεις της Δύσης.

Από την άλλη πρέπει να αντιληφθούμε πώς «ανάμεσα στις ρίζες και τον εκτοπισμό» -όπως δηλώνει και ο χορογράφος στο σημείωμά του- υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα εμπειριών και πώς η πραγματικότητα «όλων των Σύριων προσφύγων» -όπως, πάλι, δηλώνει ο ίδιος- είναι αδύνατο να αποδοθεί σκηνικά. Στέκομαι σ’ αυτό το σημείο για να διευκρινίσω πώς η συγκεκριμένη δουλειά δεν προβληματοποιεί μόνο την ίδια τη διαδικασία του εκτοπισμού, την ανεύρεση μιας «θετής πατρίδας», αλλά επιχειρεί να αναδείξει και μέσα από ποιές αποσιωπήσεις χτίζεται η έννοια της πατρίδας, ποιές απαγορεύσεις επιβάλλει ή πώς στοχοποιεί όσους, απογοητευμένοι, προσπαθούν να την εγκαταλείψουν. Στο περίγραμμα αυτής της εικόνας ζουν όσοι και όσες διέσχισαν τα σύνορα της πατρίδας τους με την ελπίδα, στο «τραγικό φινάλε του δρόμου», να βρεθεί μια νέα χώρα, μια ελεγεία για εκείνους που χάθηκαν πίσω και αυτούς που έμειναν ζωντανοί –ενώ μια άβυσσος φαίνεται να απλώνεται ανάμεσα στις δικές μας ανομολόγητες ρωγμές και στων προσφύγων τα αιφνίδια ρήγματα.

 


info: Το έργο Displacement του Μιθκάλ Αλζγκάιρ παρουσιάστηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, 26 και 27 Οκτωβρίου 2016. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ