Sweet Mambo: χορεύουμε γιατί είμαστε (ήδη) χαμένοι

neues-stuck-pina-bauschtmichael-streckerjulie-shanahanandrey-berezin-mai-2008---dancepressgr--2

Όλοι, ενδεχομένως, έχουν ακουστά τη φράση «dance, dance, otherwise we are lost» (χορέψτε, χορέψτε γιατί χανόμαστε), η οποία συνοψίζει εύγλωττα τη φιλοσοφία μιας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στην ιστορία του χορού: για την Πίνα Μπάους η ζωή ήταν χορός και ο χορός η ζωή της. Τόσο αξεδιάλυτα συνδεδεμένα, αλληλοπεριεχόμενα και αλληλοτροφοδοτούμενα. Σχέση υποδειγματική, σημάδεψε όχι μόνο τους ανθρώπους που συνδέθηκαν μαζί της δια βίου, αλλά και την τέχνη, αφού η Μπάους διαμόρφωσε μια ολόκληρη αισθητική παράδοση η οποία ακόμη και στις μέρες μας διαπερνά το σύνολο των παραστατικών τεχνών: από το θέατρο μέχρι την περφόρμανς, διακρίνει κανείς αναρίθμητες αναφορές στη σπουδαία παρακαταθήκη που άφησε πίσω της η χορογράφος. Όπως ήταν αναμενόμενο, η αφίξη της ομάδας στην Αθήνα έγινε ευθύς αμέσως το «χορευτικό γεγονός» της φθινοπωρινής σεζόν, θέτοντας, για άλλη μια φορά, τον πήχυ ψηλά.

Η Μπάους στο Sweet Mambo (2008) κρατά ίδια πολλά στοιχεία από το προγενέστερο Bamboo Blues (2007) –όπως οι λωρίδες λευκού υφάσματος που αιωρούνται στο φόντο της σκηνής– αλλάζει ωστόσο ριζικά το καστ: σ’ αυτό το κομμάτι χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά ώριμους χορευτές, για να θίξει μέσα από την παρουσία τους και τις φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες τους εκείνο το πανανθρώπινο ζητούμενο στις σχέσεις: την αγάπη. Αυτή τη φορά όμως, πρόκειται για «μια» αγάπη δίχως τη σφοδρότητα του νεανικού πάθους, τις εξάρσεις ή τις παλιρροϊκές συγκινήσεις που καθορίζουν το επαμφοτερίζον στον απερίσκεπτο νεανικό έρωτα. Εδώ, η αγάπη μάς υπενθυμίζει ότι η ταυτότητα κάθε υποκειμένου είναι στην ουσία συνάρτηση της σχέσης που αναπτύσσει με τον άλλο. Αυτό ακριβώς φαίνεται να υποστηρίζουν και οι χορευτές, αφού καλούν τον θεατή να συνδέσει το πρόσωπο που «υποδύονται» στη σκηνή με το πραγματικό τους όνομα. Ζητούν μάλιστα να «μη το ξεχάσουμε», σα να θέλουν στην κάθε τους είσοδο στη σκηνή να το επαναφέρουμε νοερά. Υπάρχει κάτι εξαιρετικά τρυφερό στον τρόπο που συστήνονται οι χορευτές μέσα από τα προσωπικά τους βιώματα, σα να μας συστήνεται ένας τρίτος «κόσμος» ο οποίος προκύπτει από την ικανότητα να αφουγκραστούμε τον άλλο, να μοιραστούμε κάτι τόσο κοινό, αλλά και τόσο διαφορετικό μέσα στην ιδιαιτερότητά του.

Αυτή η «αλληλοδιαπερατότητα» του σκηνικού με τον πραγματικό κόσμο βρίσκεται συχνά στον πυρήνα των έργων της Μπάους. Η μυθοπλασία ωστόσο είναι στο φόντο και όχι σε πρώτο πλάνο: όπως ακριβώς και με την ταινία The Blue Fox (σκην. Viktor Tourjansky), η οποία προβάλλεται στα λευκά πανιά στο βάθος της σκηνής. Το βλέμμα άλλοτε ακολουθεί τις ξεθωριασμένες εικόνες των «βουβών» ηθοποιών και άλλοτε αφυπνίζεται από τη ζωντανή παρουσία των χορευτών. Τα δύο αυτά επίπεδα ανάγνωσης δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά: αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι γυναικείες παρουσίες στα έργα της Μπάους φέρουν κάτι από τον αέρα των σταρ του χολυγουντιανού σινεμά• κομψές, αέρινες υπάρξεις που δεν εγκλωβίζονται βέβαια σε στερεοτυπικές κατασκευές του φύλου. Απεναντίας, η χορογράφος ενδιαφέρεται για εκείνες τις πολυδιάστατες, διαφορετικές, ασταθείς γυναικείες ταυτότητες που κάθε χορεύτρια μπορεί να «κρύβει» μέσα της και όχι για ένα γυναικείο «πρότυπο». Έτσι, οι χορεύτριες στα έργα της Μπάους αμφιταλαντεύονται, δεν είναι ποτέ ή εκείνο ή το άλλο, εγκλωβισμένες στην πληρότητα ενός ρόλου, αλλά πολλαπλές, ακατάτακτες, πάντα εν τω γίγνεσθαι. Αυτό είναι που τις κάνεις τόσο ξεχωριστές, «πραγματικές» και παρά τη σκηνοθετημένη χοροθεατρική δράση, τα στιγμιότυπα στα οποία πρωταγωνιστούν, μοιάζουν να είναι βγαλμένα από τη ζωή.

Ζωή και τέχνη σε διαρκή διάλογο –μας το θυμίζει γλαφυρά η Ναζαρέτ «φουρνάρισα» (λογοπαίγνιο που κάνει η ίδια με την ετυμολογία του επιθέτου της, Panadero) όταν μας λέει: «η ζωή είναι σαν το ποδήλατο• είτε το καβαλάς και φεύγεις, είτε πέφτεις». Καβάλα στο «ποδήλατο» που λέγεται ζωή, οι χορευτές προτείνουν μια οπτική συνυφασμένη με το τραγικωμικό της ύπαρξης, τη χαρμολύπη, τις εναλλαγές άσπρου-μαύρου και το πένθος. Το θεματικό εύρος των σκηνικών δράσεων διανθίζεται από την κωμική περσόνα της Παναντέρο, τον παιγνιώδη ερωτισμό της Βαϊνιέρι, την υστερική ευθραυστότητα της Σάναχαν και πάει λέγοντας. Κάθε μία είναι ένας διαφορετικός κόσμος, στον οποίο η ανδρική παρουσία υποσκελίζεται ή συμπληρώνει περιστασιακά την εικόνα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι τα σόλι στην παράσταση αυτή αποτελούν μικρούς ύμνους σε κάθε μία από τις χορεύτριες. Παρότι δεν τίθεται θέμα σύγκρισης, θα τολμούσαμε να πούμε σχηματικά ότι η μία ήταν «καλύτερη» από την άλλη. Αποκορύφωμα –κατά τον υποφαινόμενο– το σόλο της Έλενα Πικόν: οι κινήσεις των χεριών, οι κάμψεις του κορμού, το απόκοσμο αλλά και εξαιρετικά εύθραυστο του σώματός της, έφερναν στο νου τη μεγάλη κυρία του χοροθεάτρου, Πίνα Μπάους. Όσο και αν δεν το ομολογούμε, όλοι οι χορευτές και οι χορεύτριές της θέλησαν να της μοιάσουν. Κι αυτό που είναι συγκινητικό, είναι ότι όντως τα κατάφεραν, χωρίς να γίνουν απομιμήσεις, αντίγραφα ή απλώς συνεχιστές μιας κινητικής παράδοσης. Φαίνεται πώς η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος για να κρατήσει κανείς ζωντανή τη μνήμη της χορογράφου. Όπως αναφέρει και ο Νόρμπερτ Σέρβος στο σημείωμά του για την ομάδα, «η παγκόμσια επιτυχία [του TanztheaterWuppertal] μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι η Πίνα Μπάους μετέτρεψε μια οικουμενική ανάγκη σε κομβική θεματική του έργου της: την ανάγκη για αγάπη, για οικειότητα και συναισθηματική ασφάλεια».

Επαναφέρω, με τη σειρά μου, κάτι που είχε πει ο Βαλερύ σχετικά με την απεραντοσύνη της δημιουργικότητας: «αυτός που παριστάνει ένα δέντρο, είναι αναγκασμένος να παραστήσει έναν ουρανό ή ένα φόντο όπου το δέντρο να στέκεται». Κάπως έτσι, ο χορός της Μπάους είναι το απαραίτητο περίγραμμα για να αναδυθούν οι «μορφές των συναισθημάτων», και για να γίνει αυτό, απαιτείται, συχνά, η εμμονική προσήλωση στο προτεινόμενο κινητικό θέμα. Τα επαναληπτικά μοτίβα στο έργο της δεν συμβάλλουν μονάχα στη δραματική κορύφωση της εκάστοτε σκηνής–δεν πρόκειται για απλά τεχνάσματα– αλλά μας καλούν σε μια υπαρξιακή καταβύθιση. Νομίζω ότι η σκηνή με την «καταιγίδα» αποτελεί το κορυφαίο παράδειγμα αυτής της τόσο λεπταίσθητης διαχείρισης του υλικού: μια χορεύτρια, συνοδευόμενη από δύο χορευτές, διασχίζει διαγωνίως το σκηνικό χώρο. Καθώς πλησιάζει στο τέρμα της διαγωνίου οι παρτενέρ την σηκώνουν και την επαναφέρουν στην αρχή της διαδρομής αυτής. Η δράση συνοδεύεται από μια τρυφερή μελωδία στο πιάνο. Σε κάθε επανεκκίνηση η ένταση αυξάνεται, το βάδισμα γίνεται σταδιακά τρέξιμο και η μελωδία χάνεται εν τέλει πίσω από τις βροντές. Η γυναίκα που βρίσκεται εγκλωβισμένη σ’ αυτή τη διελκυστίνδα, το ατελεύτητο πηγαινέλα, ζητά σπαραχτικά να την αφήσουν. Στην άλλη άκρη μια χορεύτρια φωνάζει το όνομά της απελπισμένα• καθώς η απόσταση μεταξύ τους δεν διανύεται, οι δυο τους δεν συναντιούνται ποτέ.

Ο κόσμος που πλάθει επί σκηνής η Μπάους, ήταν ανέκαθεν κλεισμένος μέσα μας και, ως ένα βαθμό, εμείς κλεισμένοι μέσα του. Για τη χορογράφο, ο «άνθρωπος είναι το μέτρο των πραγμάτων», κέντρο και περιφέρεια του κύκλου μέσα στον οποίο τοποθετούνται τα έργα της. Όσο και αν αναγνωρίζουμε πτυχές του εαυτού μας στις δημιουργίες της, η «αληθοφάνεια» των καταστάσεων που αποδίδονται σκηνικά, είναι μόνο ένας από τους πολλούς τρόπους για να διαβάσουμε τα έργα της. Η εμπειρία της παράστασης επαναφέρει τον καθένα μας στο κέντρο της σκηνής, αντιτάσσοντας το προσωπικό βίωμα στην ποικιλομορφία αυτού του κόσμου. Άλλωστε, αυτό δεν είναι ο κόσμος; Το σύνολο των προσωπικών στιγμών, οι ιδιαιτερότητες του κάθε προσώπου, η ποικιλία των χαρακτήρων; Ή μήπως το παράδοξο που εύστοχα μας αποκαλύπτει η Παναντέρο στο δεύτερο μισό της παράστασης; «Οι ηλικιωμένοι δεν μπορούν να κάνουν αυτό που γνωρίζουν και οι νέοι δεν γνωρίζουν αυτό που μπορούν να κάνουν». Αχ Πίνα, απ’ ότι φαίνεται, σ’ αυτή τη ζωή, «χορεύουμε γιατί είμαστε (ήδη) χαμένοι».

Υ.Γ. Ένιωσα τρομερή συγκίνηση όταν στο τέλος της παράστασης, στην υπόκλιση, υπό το φως της πλατείας, διέκρινα καθαρότερα τα πρόσωπα των ώριμων χορευτών. Κι ένα μικρό φόβο, ή μια απορία, για το αν τα έργα αυτά, με την τόσο προσωπική σφραγίδα, θα μπορούν να ταξιδεύουν για πολύ ακόμη.

 


info: Το Sweet Mambo σε χορογραφία Πίνα Μπάους από το Χοροθέτρο Βούπερταλ, παρουσιάστηκε στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, 3 - 6 Νοεμβρίου 2016. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ