Φέι Ντρίσκολ: η σκηνική πρόκληση και η απομάγευση των αισθήσεων

fayedriscoll_thankyouforcoming_by_mariabaranova_performers_alicia-ohs_brandon-washington--2

Από το έργο των πρώιμων μοντερνιστών μέχρι τις σύγχρονες, υβριδικές μορφές τέχνης διαπιστώνουμε ότι δεν έλειψε ποτέ η ανάγκη ανανέωσης των καλλιτεχνικών πρακτικών. Μέρος της ιστορικής σημασίας των αισθητικών ρευμάτων και των έργων που συμπεριλήφθηκαν σ’ αυτά, ήταν η αφύπνιση του βλέμματος του θεατή, η διανοητική ενεργοποίησή του και, εν τέλει, η συνειδητοποίηση της ρευστότητας της «θέσης» του, η οποία ενίσχυεται ή αποδομείται ανάλογα με τις απαιτήσεις της εκάστοτε καλλιτεχνικής τάξης. Πράγματι, από το «θάνατο του συγγραφέα» –άποψη που υιοθετήθηκε ευρέως από το ύστερο μεταμοντέρνο κίνημα για να απελευθερώσει τις παγιωμένες αντιλήψεις σε σχέση με την «ορθότητα της ανάγνωσης» του έργου και την κυριότητα του δημιουργού επί του δημιουργήματος– βρεθήκαμε στη σύγχρονη πλέον πρόταση του «ενεργού θεατή» και στην αναζήτηση τρόπων, ώστε να προκαλέσουμε τη συμμετοχή του στη σκηνική δράση.

Το έργο Thank you for coming: Attendance της πρωτοεμφανιζόμενης στην ελληνική σκηνή Φέι Ντρίσκολ, θα μπορούσαμε να πούμε πώς διατρέχει όλη την παραπάνω ιστορική επισκόπηση με άξονα τη θέση του θεατή και την εγγύτητα ή αποστασιοποίησή του από το δρώμενο. Το διαπιστώνει κανείς από την πρώτη στιγμή της παράστασης, οπότε οι θεατές καλούνται να ανέβουν στη σκηνή ανυπόδητοι. Ήδη εξαιτίας αυτής της τόσο απλής αλλά και κομβικής συνθήκης, αρχίζει να «χαλαρώνει» η τυπικότητα των σχέσεων των θεατών μεταξύ τους, να αποφορτίζεται σε ένα βαθμό ο κώδικας συμπεριφοράς που επιβάλλει ο ίδιος ο θεατρικός χώρος. Ενδεχομένως για μια μερίδα του κοινού –εξοικειωμένη με τη «χαλαρότητα» που διέπει μικρότερους, εναλλακτικούς χώρους παραστάσεων– αυτή η συνθήκη δεν εκλαμβάνεται ως κάτι το ανησυχητικά διαφορετικό. Από την άλλη, η προοπτική προς την πλατεία του θεάτρου με τα άδεια καθίσματα, σίγουρα παραξενεύει• δεν πρόκειται μόνο για μια χωρική σύμβαση που αντιδιαστέλλει δύο συμβολικά ασύμπτωτους χώρους –τη σκηνή και την πλατεία–, αλλά δημιουργεί την εντύπωση ενός δρώμενου που συντελείται «απουσία» των θεατών, καθώς παρατηρούμε πώς «δεν υπάρχει» πλέον κανείς εκεί «έξω». Βρισκόμαστε όλοι επί σκηνής.

Το πατάρι που είναι στημένο στο κέντρο της σκηνής, ορίζει στο εξής το επίκεντρο της προσοχής. Οι θεατές κάθονται σε απόσταση αναπνοής από τους χορευτές–η εγγύτητα αυτή προβληματοποιεί τον τρόπο που συλλαμβάνονται τα σώματα ως αντικείμενο θέασης: δεν παρατηρούμε μόνο την υλική τους διάσταση, βλέπουμε τους χορευτές να «μας βλέπουν», να επιστρέφουν το αμήχανο βλέμμα μας, να εδραιώνουν μια σχέση που δεν στηρίζεται πλέον στην ασφάλεια της απόστασης που εξασφαλίζει η σκηνή από την πλατεία. Η εγγύτητα, ωστόσο, δεν ερμηνεύεται απλώς ως οικειότητα• η δράση αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον περίκλειστο χώρο που ορίζουν οι χορευτές μεταξύ τους και στη στοχευμένη, εξατομικευμένη σχεδόν, απεύθυνση προς το κοινό. Υπάρχει μια ερωτικού τύπου φόρτιση σε όλη αυτή την επικοινωνία, καθώς οι πέντε χορευτές επιδίδονται σε ασκήσεις ισορροπίας, αλληλοστηρίζονται, κατακρημνίζονται, ξανασηκώνονται για να αφεθούν αδέξια και πάλι στη βαρύτητα, ενώ το βλέμμα τους δεν παύει να αναζητά την επαφή με το «έξω». Σε κάποιο σημείο μάλιστα, ένα χέρι εκτείνεται προς το κοινό για να εδραιώσει μια άλλου τύπου επαφή, να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της όρασης. Η αφή, μια αίσθηση σχεδόν αγνοημένη στις παραστατικές τέχνες, λειτουργεί εδώ σα ρωγμή, διακόπτει την όποια θεατρικότητα για να επαναφέρει τους χορευτές στην καθαρή, ενσώματη υλικότητά τους. Όντως, παρατηρώντας κανείς τα σώματα σε κοντινό πλάνο, εισπράττει με όλες του τις αισθήσεις την παρουσία τους και αναπόφευκτα η κίνηση περνά σε δεύτερη μοίρα.

Η επόμενη δράση θέλει τους τεχνικούς να αποσυναρμολογούν τη σκηνή και τους χορευτές να ρολάρουν πάνω στους θεατές, σαν να κάνουν stage diving σε ροκ συναυλία. Τη στιγμή όμως αυτή διαισθάνεται κανείς και την ανάγκη των θεατών να διατηρήσουν ανέπαφη την όποια μηδαμινή απόσταση έχει πλέον εδραιωθεί ανάμεσα σ’ αυτούς και τους χορευτές. Πόσο «κοντά» μπορεί να έρθουν; Ποια είναι τα όρια αυτής της σχέσης; Ήδη, παρατηρεί κανείς ότι υπάρχει μια μερίδα θεατών η οποία αποφεύγει συνειδητά αυτή την τόσο αμήχανη, σχεδόν ολοκληρωτικά σαρκική επαφή. Αν η απόσταση αντικατοπτρίζει την «ορθή συμπεριφορά» στο θεατρικό χώρο, την εκμάθηση και πειθαρχία σ’ έναν κώδικα επικοινωνίας, τότε τι μάς αποκαλύπτει αυτό το απείθαρχο, απελεύθερο, «χειροπιαστό» σώμα; Πώς διαχειριζόμαστε όχι μόνο την επαφή μαζί του, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό, που επιθυμεί να επαναφέρει την τάξη; Δεν υπάρχει μέρος να κρυφτείς, να απομονωθείς στη «θεατρική ψευδαίσθηση» για να διασώσεις την ακεραιότητα της εμπειρίας σου!

Ωστόσο, αφού τοποθετούμαστε περιμετρικά της σκηνής, αυτή η ανησυχητική αλλά και αναζωογονητική εγγύτητα αρχίζει να ατονεί. Είναι φανερό πλέον ότι η εξ επαφής εμπειρία δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα για να μας «φέρει πιο κοντά» και ως τέτοιο παρέμεινε – περιορισμένο σε διάρκεια, ατελές ως εγχείρημα. Αυτό που αρχικά φάνηκε να ορίζεται ως ζητούμενο στην παράσταση, δηλαδή το πώς μπορεί να διαρραγεί η εντελώς τυποποιημένη σχέση ανάμεσα στους θεατές και τους ερμηνευτές, τώρα μεταγράφεται απλώς σε μια σειρά από τρικ: είτε τα υφάσματα-αξεσουάρ τα οποία μας μοιράζουν για να κρατήσουμε και να φορέσουμε, είτε τα ονόματά μας που ακούγουνται τραγουδιστά σαν μάντρα σε άσκηση διαλογισμού, μάς επαναφέρουν στη γνωστή και δοκιμασμένη θέση της «συμμετοχικής παρατήρησης». Μετέχουμε αποστασιοποιημένοι, ενώ πριν από λίγο αυτή ακριβώς η αποστασιοποίηση έπρεπε να αμφισβητηθεί, να επαναπροσδιοριστεί.

Η «συνεργατική» ατμόσφαιρα στην κατασκευή του δρώμενου δεν καταφέρνει να ισορροπήσει τη συναισθηματική παρόρμηση που είχε αρχικά δημιουργήσει στο θεατή. Οι χορευτές στο τελευταίο μέρος της παράστασης επιχειρούν να πετύχουν μια διονυσιακού τύπου μέθεξη, αλλά το αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο με άναρχο εφηβικό πάρτι παρά με μια ανεμπόδιστη, απελευθερωμένη και ακατάτακτη σκηνική συνύπαρξη. Κάπως έτσι, οι χορευτές τρέχουν αλαλιασμένοι ανάμεσα στους θεατές, τους δίνουν να κρατήσουν τα ελαστικά υφάσματα, τα οποία ανυψώνονται σχηματίζοντας ένα γαϊτανάκι, και όλοι σταδιακά καλούνται να μπουν στην πιο τετριμμένη εκδοχή της κοινοτικής συμβίωσης: ο κύκλος που διαμορφώνεται στο τέλος της παράστασης, δεν εκλαμβάνεται ως το αβίαστο αποτέλεσμα ή το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας η οποία μας έφερε πιο κοντά. Μοιάζει περισσότερομε σκηνική απομίμηση μιας διονυσιακής εορτής που στα μάτια του θεατή –και φυσικά του υποφαινόμενου– αφήνει μια αίσθηση πικρής διάψευσης: η «μαγεία» διαρκεί μόνο μια στιγμή και είναι πράγματι δύσκολο να διαφυλάξει κανείς ακέραιη αυτή τη στιγμή, αναλοίωτη από σκηνικά τεχνάσματα και καρναβαλικούς θεατρινισμούς.

 


info: Το Thank you for coming: Attendance σε χορογραφία της Φέι Ντρίσκολ, παρουσιάστηκε στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ 'Made in USA', 28 - 29 Νοεμβρίου 2016. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ