Όσα παίρνει ο άνεμος

anemos---k-rhgos---dancepressgr--3

Αν η σύμπραξη Λυρικής Σκηνής και Εθνικού Θεάτρου δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα σε καλλιτεχνικό επίπεδο, ώστε να θεωρήσουμε ότι στην εκ νέου διασταύρωση των θεσμών υπήρχε μια συγκεκριμένη πρόταση που να αναθεωρεί τα συμβατικά χοροθεατρικά θεάματα, στην περίπτωση του χορογράφου Κωνσταντίνου Ρήγου, η διάψευση των προσδοκιών αφήνει ένα αίσθημα πικρίας. Ο Ρήγος αποτελεί το παράδειγμα του δημιουργού που τα προηγούμενα χρόνια πειραματίστηκε γόνιμα και ανανέωσε αισθητικά και κινητικά την εγχώρια χοροθεατρική σκηνή. Από τις επιτυχίες με το ΚΘΒΕ και την Οκτάνα μέχρι την πιο πρόσφατη, μικρότερης κλίμακας παραγωγή, «Ντυμένοι Γυμνοί», η σκηνική γραφή του συναρθρώνεται με μια ευρεία γκάμα αναφορών: ποπ μετα-εξπρεσσιονισμό και μετα-δραματική χοροθεατρική φόρμα. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προφασιζόμενος ένα υπερρεαλιστικό, ελεύθερων συνειρμών θέαμα, καταθέτει μια άνιση και σχετικά αμφιλεγόμενη καλλιτεχνική πρόταση.

Όπως υπονοεί, ή μάλλον όπως αρχικά φαντάζεται ο θεατής, ο τίτλος της παράστασης «Άνεμος» λειτουργεί αλληγορικά: παραπέμπει σε μια σειρά από ποιητικές εικόνες σχετικές με τον άνεμο, είτε ως φυσικό φαινόμενο, είτε ως ψυχολογική συνθήκη –σε μια κάπως τετριμμένα ρομαντική οπτική. Η δομή του έργου διαιρείται σε τέσσερις υποενότητες, όπως και οι τέσσερις εποχές του έτους, διαγράφοντας μια πορεία από το φωτεινό λυρισμό της άνοιξης, το ερωτικό παιχνίδι και το διάχυτο αισθησιασμό του καλοκαιριού, τη μελαγχολική, ήπια ενεργητικότητα του φθινοπώρου για να καταλήξει στη σκοτεινή, ισοπεδωτική και μοναχική διάθεση του χειμώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι η παράσταση κλείνει με την παγερή κορύφωση του χειμώνα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι κάποτε ο κύκλος ενδέχεται να μην ανανεωθεί, η αλυσίδα να σπάσει οδηγώντας στην απονέκρωση της φύσης και του πολιτισμού. Βεβαίως, όλα αυτά διαδραματίζονται σε έναν μάλλον «ρεαλιστικό» χώρο–ίσως κάποιο ξεχασμένο μπαρ-ρεστοράν στην καρδιά της αμερικανικής ηπείρου– στον οποίο παρελαύνουν ορισμένοι αλλόκοτοι θαμώνες. Μια μπάντα στο βάθος παίζει διασκευές από γνωστά κλασικά κομμάτια, Βιβάλντι φυσικά, αλλά και Σούμπερτ.

Η συμπεριφορά των προσώπων στην αρχή ακολουθεί άτυπα τους κώδικες επικοινωνίας ενός μπαρ. Χαλαροί, σερβίρουν ποτά, μπαινο-βγαίνουν κουβαλώντας αντικείμενα, αλλάζουν κοστούμια, ενδυόμενοι και απεκδυόμενοι χαρακτήρες. Πάντα όμως είναι περαστικοί• ζωντανεύουν το χώρο με την αέναη κινητικότητά τους, κάποια στιγμή διασταυρώνονται αλλά μόνο για λίγο, πριν εξέλθουν πάλι από τη σκηνή. Συνυπάρχουν χωρίς η έκφραση της ιδιαιτερότητάς τους να παρεμποδίζει ή να αποπροσανατολίζει τους άλλους. Η ατμόσφαιρα, αν λάβει κανείς υπόψη του και την αποσπασματικότητα των διαλόγων, είναι λίγο κινηματογραφική• ηχηρά ξεσπάσματα, ανάκατες δράσεις, χορευτικά, όλα ξαφνικά συντονίζονται στη δίνη της σκηνής, μονταρίζονται ώστε να ερεθίζουν διαρκώς το βλέμμα. Δεν τίθεται θέμα τακτοποίησης, δραματουργικής συνοχής ώστε ο θεατής να πρέπει να πιάσει το ρυθμό μιας «ιστορίας»: πρόκειται για ένα παιχνίδι ελεύθερων συνειρμών γύρω από τον άνεμο.

Αυτή όμως φαίνεται να είναι και η σοβαρότερη αδυναμία. Άπαξ και αντιληφθεί κανείς τη συνθετική λογική που διατρέχει την παράσταση, το σκηνικό αποτέλεσμα αποδομείται σε μικρά αυτόνομα σκετς, χωρίς να ενισχύεται ή να οδηγείται κάπου συγκεκριμένα η δράση. Ακόμη κι αν οι «δραματικοί» μονόλογοι προορίζονται για το τέλος ώστε να συντελεστεί στο βαθμό του εφικτού μια κορύφωση,γρήγορα διαπιστώνει κανείς πώς το ρυθμικό-σκηνοθετικό σκαμπανέβασμα ακολουθεί πιστά τη δομή ενός βίντεο-κλιπ: τραγούδι-χορός-εφέ-τραγούδι-φινάλε. Στη θέση του τραγουδιού, που εννοείται ότι ενσωματώνεται στην παράσταση εν είδει μιούζικαλ, υπάρχουν κείμενα μονολογικού ύφους, σκοπίμως ετερόκλητα, σφήνες υποκριτικής πριν το χορευτικό μέρος και αντίστροφα. Τίποτα δεν διαταράσσει τη μονοτονία: άπνοια σκηνοθετική και ερμηνευτική. Το ατυχές όλων είναι ότι οι ερμηνευτές διαθέτουν την «αιολική» ενέργεια για να κινήσουν κάπως τα πράγματα, αλλά η διάρκεια των σκηνών είναι τηλεοπτική, το πλάνο αλλάζει πριν καν δημιουργηθεί συμπαγής σκηνική συνθήκη: τσιτάτα, αποφθέγματα, παραληρήματα, εγκυκλοπαιδικά λήμματα, μύθοι, αστραπές και βροντές. Ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.

Η μονότονη παράθεση του παραστασιακού υλικού, πρόζα-χορός-πρόζα, υποβιβάζει τον χορό σε απλό διακοσμητικό στοιχείο. Όταν συνυπάρχει σκηνικά με τον λόγο, αναζητά αντίβαρο στην «κυριολεξία», πράγμα που καθιστά τις δράσεις «παιδικές», αφελείς και χωρίς βάθος –χαρακτηριστική η σκηνή με το σόου των φονικών τυφώνων: σε μια περιστρεφόμενη εξέδρα οι τυφώνες «προσωποποιούνται», αποκτούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά μεταφράζοντας το μένος τους σε καπρίτσιο, τις καταστροφικές επιπτώσεις τους σε επίτευγμα, σαν άλλοι σούπερ ήρωες διεκδικούν ο καθένας μια θέση στην ιστορία. Πόσο πιο απλοϊκά και χονδροειδώς μπορεί να μιλήσει κανείς για τον τυφώνα Κατρίνα, παρουσιάζοντας τον σαν μεσοαστή αμερικανίδα που λατρεύει το σόππινγκ! Από τη μία αναζητείται μια ονειρική-υπερρεαλιστική διάσταση και από την άλλη οι συμβολισμοί που επιχειρεί ο χορογράφος είναι τουλάχιστον τετριμμένοι και φυσικά ουδέποτε αγγίζουν το φάσμα του υπερρεαλισμού (εκτός και αν ο υπερρεαλισμός αποδίδεται ως κακό χιούμορ): το “fall in love”, για παράδειγμα, μεταφράζεται «πέφτω σε έρωτα» (στα ελληνικά, πάντως, λέμε «τρώω τα μούτρα μου») και συνεπώς (sic) οι δράσεις πραγματεύονται την πτώση! Δεκτό το ευφυολόγημα, παρότι στην ηδυπαθή παραζάλη των ερμηνευτών, την κατάπτωση και την κατατονία, θα μπορούσε να αντιπροτείνει και λίγη ευφορία, ή τουλάχιστον μια ποικιλία στον τρόπο που αυτή αποδίδεται σκηνικά.

Ακόμη κι αν σκηνοθετικά η παράσταση είναι σα φτερό στον άνεμο, θα άξιζε, πιστεύω, να βρεθεί μια φόρμουλα που να ενσωματώνει καλύτερα τις χορογραφίες στη θεατρική δράση, να εξασφαλίζει την αλληλουχία τους αλλά και τη δημιουργική, αντιφωνική λειτουργία τους. Αντ’ αυτού, τα υλικά είναι ατάκτως ερριμμένα, γεγονός που αδικεί τόσο τους χορευτές –οι οποίοι με τη φρεσκάδα τους προσπαθούν να σώσουν την πληκτική αγωνία του θεατή– όσο και μερικούς ηθοποιούς που δεν απομονώθηκαν στην πεπατημένη του ρολίστα-τηλεπαρουσιαστή, αλλά εκτέθηκαν ανασφαλείς και ακομπλεξάριστοι στα καπρίτσια του ανέμου.

 


info: Το έργο Άνεμος σε χορογραφία και σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, παρουσιάζεται στο Θέατρο Ρεξ - Σκηνή Μ.Κοτοπούλη. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ