"Σάλος": το τραγικωμικό στο «θέατρο» της πολιτικής

0017_salos_low-web

Στη νέα δημιουργία της Σοφίας Μαυραγάνη, «Σάλος», η πολιτική επικαιρότητα μπαίνει στο στόχαστρο, μεταπλάθεται με ευρηματικότητα σε ένα παιχνίδι μιμητισμών και απρόβλεπτων κωμικών κινητικών ευρημάτων. Ήδη από τον τίτλο αντιλαμβάνεται κανείς το σκωπτικό ύφος της παράστασης, την ανάγκη διακωμώδησης, της συχνά σουρεαλιστικής αλλά απάνθρωπα ρεαλιστικής, πολιτικής κατάστασης. Θα τολμούσε να πει κανείς, ότι όλο και πιο συχνά, μέσα από τις καταστάσεις που βιώνουμε σε καθημερινή βάση, η τέχνη μιμείται τη ζωή, ή όπως λέει ο Μπεργκσόν, σε κάπως διαφορετικά συμφραζόμενα για το γέλιο, «δεν υπάρχει κωμικό έξω από το κυριολεκτικά ανθρώπινο». Το κωμικό είναι συνυφασμένο με τη ζωή, λειτουργεί άλλοτε ελαφρυντικά και συμφιλιωτικά στις αναποδιές της, άλλοτε καυστικά και διαβρωτικά σε κάθε ανεξάλειπτο εμπόδιο που δυσχεραίνει τις ζωές των ανθρώπων. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που διακρίνει το κωμικό στοιχείο είναι η αμεσότητά του, η ευελιξία και η ικανότητά του να αγγίζει όλο το φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας, δίχως να ελαττώνει σε σπουδαιότητα τα ζητήματα που αγγίζει. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά του από τη γελοιότητα, η οποία απλοποιεί χονδροειδώς τις καταστάσεις, ενώ απεναντίας το γέλιο, παρουσιάζοντας την ιλαρότητα ή άμετρη «σοβαρότητα» των καταστάσεων τις οποίες αντιμετωπίζουμε, «απλουστεύει» εμάς τους ίδιους.

Οι τρεις ερμηνευτές-χαρακτήρες, από την είσοδό τους στη σκηνή, φέρουν κάτι το καρτουνίστικο: τα φαντεζί ρούχα τους δεν μας επιτρέπουν να τους πάρουμε στα «σοβαρά», παρότι η σωματική τους στάση παραπέμπει σε άνθρωπο που βρίσκεται σε ετοιμότητα για να εκφωνήσει κάτι σημαντικό. Αυτό που μοιάζει αρχικά με κόμπιασμα, καταλήγει σε ένα ρυθμικό-φωνητικό παιχνίδι από επαναλαμβανόμενα, στακάτα ή μακρόσυρτα «ε», παρωδώντας τον άνευ περιεχομένου λόγο των πολιτικών, τη θεατρικότητα της εκφοράς, τη ρητορική του ψεύδους. Παρόλα αυτά, ο λόγος αποκτά και σωματική υπόσταση, γίνεται λαχάνιασμα, παλμός, εγγράφεται στο πρόσωπο των δυο ερμηνευτών που φαίνεται να συνομιλούν τραγουδιστά μέσα από αυτό το παράδοξο διαλογικό σχήμα. Η αρχή είναι καθηλωτική. Στη συνέχεια, το κλίμα γίνεται λίγο πιο «παρεΐστικο», με μπουρλέσκ ιριδισμούς και επιθεωρησιακές γκάφες. Η κίνηση, προκειμένου να γίνει πιο εμφατική, επιβαδρύνεται, λειτουργεί σχεδόν αντίστροφα από εκείνη την ελαφρώς επιταχυμένη κίνηση στο βωβό σινεμά, που ξεκουρδίζει λιγάκι τα σώματα των ηθοποιών, τους κάνει να μοιάζουν με μαριονέτες. Εδώ, το σλόου μόσιον σχεδόν φωτογραφίζει την κάθε δράση, δείχνει βήμα-βήμα τη σύνθεση και αποδόμηση της εκάστοτε σκηνής. Οι διάρκειες ανάμεσα στο αργό και θεατρικά μεγενθυμένο εναλλάσσονται με τις φυσικά εκτελεσμένες φράσεις, δημιουργώντας την αίσθηση της μετάβασης από το κοντινό στο μακρινό πλάνο.

Όπως προδιαγράφεται από τις πρώτες δράσεις, οι έντονα θεατρικοποιημένες κινήσεις δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε μια ξέφρενη χορογραφία, ένα συνονθύλευμα από πτώσεις, τρεχαλητά, απρόσμενες παύσεις. Κατασκευάζεται έτσι μια τσιρκολάνικη ατμόσφαιρα ή η αίσθηση ενός πάρτι στο οποίο, κάποια στιγμή, χάθηκε ο έλεγχος και τα πάντα εκτροχιάστηκαν. Εύλογος ο συνειρμός και με την πολιτική «ακαταστασία», το μπάχαλο των παρασκηνίων, τη διαρκώς πυροδοτούμενη αταξία στη δίνη των εξελίξεων. Μέσα σ’ αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη ο κάθε σκηνικός χαρακτήρας-ρόλος προσφέρεται σαν θέαμα στους άλλους• η «ακαμψία» του, ενώ προσπαθεί ματαίως να ακολουθήσει τη σταθερή πορεία του, εγκαταλείπεται για να εξελιχθεί ο ίδιος σε ένα ανδρείκελο-θύμα των αυτοματισμών του και των κεκτημένων συνηθειών του. Η μόνη λύση φαίνεται να είναι η διάλυση. Γεγονός που κάνει τα πράγματα ακόμη πιο κωμικά, καθώς τα πρόσωπα επιμένουν να μας πείσουν για το αντίθετο.

Ωστόσο, αυτή η κάπως έκρυθμη κατάσταση υποχωρεί προκειμένου να μας εισαγάγει σε έναν πιο «τακτοποιημένο» επίλογο. Οι τρεις ερμηνευτές-πολιτικάντες περιλούζονται με ένα μπουκάλι νερό, μπουγελώνονται σε μια πράξη αυτο-χλευασμού ή αυτο-λύπησης. Έπειτα «οχυρώνονται» σα στρατιωτάκια πίσω από τα πόντιουμ που βρίσκονται στη σκηνή και αρχίζουν τη δήθεν κόσμια επιχειρηματολογία ή μπουρδολογία σε μορφή ντιμπέιτ, με την οποία έχουμε λίγο ή πολύ εξοικειωθεί τηλεοπτικά, τα τελευταία χρόνια. Η κατακερματισμένη Ευρώπη, τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων και η αποτυχία συγκρότησης ενός ευρωπαϊκού υπερκράτους, όλα αποδίδονται «ρεαλιστικά» -παρότι ο στόμφος των δηλώσεων και οι ατάκες συνεχίζουν στο ίδιο, δήθεν, κωμικό πνεύμα που αντιγράφει την πραγματικότητα. Άλλωστε, η μίμηση εδώ συνίσταται στην επαναληψιμότητα του κενού νοήματος πολιτικού λόγου, στις μηχανικές, σχεδόν άψογα σκηνοθετημένες χειρονομίες που ακολουθούν ρυθμικά τον σταθερό, αυτοματοποιημένο τόνο της φωνής. Μόνο η φιγούρα στα αριστερά, παραμένει βωβή ή, κατά μια ελεύθερη ερμηνεία, «λογοκριμένη». Η γλώσσα του σώματός της καθιστά όμως με τρόπο εξίσου εύληπτο τον αντίλογο που θα ήθελε να εκφράσει μέσα από τα λόγια της. Είναι η μόνη, κάπως γκροτέσκα φιγούρα που προσδίδει στη σκηνή αυτή τον παραλογισμό που της αναλογεί.

Παρά την άρτια εκτελεσμένη χορογραφία, δραματουργικά το όλο εγχείρημα παραμένει στη διακωμώδηση του προφανούς, χωρίς να σκιαγραφούνται όλες οι δυνατές αποχρώσεις της ψυχικής κατάστασης την οποία εκφράζει. Το κωμικό καταλήγει σχεδόν συμβατικό, «άκαπτο» και στατικό μέσα στη συνηθισμένη ευκινησία της θεατρικής μίμησης, τα ευφυολογήματα υστερούν απέναντι στο γκροτέσκο που διαθέτει ο «ρεαλισμός» των πολιτικών της πραγματικής –παρότι όχι λιγότερο «θεατρικής»– ζωής. Το δυσάρεστο σ’ αυτή τη συνθήκη είναι ότι η κωμική έκφραση δεν εξασφαλίζει τίποτε περισσότερο από αυτό που η ίδια η πραγματικότητα δίνει. Το αποτέλεσμα είναι θεατρινίστικο, βασισμένο στις διογκωμένες δράσεις, ενώ οι ευκαιρίες για έναν πιο εποικοδομητικό και δημιουργικό σχολιασμό –όπως η αρχή και η στιγμή που το χορευτικό σύνολο απορρυθμίζεται παίζοντας ριψοκίνδυνα με το χάος- εγκλωβίστηκαν σε έναν άκαρπο συντηρητισμό, προς όφελος της αυτοτέλειας των σκηνών. Ακόμη και η ίδια η ψευδής πρόθεση της επανεκκίνησης, της λούπας, μετά το τέλος της τελευταίας πράξης, μένει ανεκμετάλλευτη, όπως ανεκμετάλλευτο μένει και το όλο αίσθημα της κόπωσης που θα μπορούσε καίρια και στοχευμένα να διοχετεύσει στο κωμικό εκείνη την πικρή, ελάχιστη δόση του τραγικού, στην οποία διασώζεται και επαληθεύεται η σχέση της ζωής με την τέχνη.

 


info: Το έργο "Σάλος" σε χορογραφία Σοφίας Μαυραγάνη παρουσιάστηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2017, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ