Cementary: Η φαντασμαγορία της κρίσης

cementary_p1280553tassosvrettos_p-web--2

Το τι ακριβώς είναι η πόλη, αυτή η φιλόδοξη κατασκευή που έμελλε να αποτελέσει τόσο την εξιδανικευμένη αναπαράσταση του συλλογικού φαντασιακού στις απαρχές της νεωτερικότητας, όσο και τον εφιάλτη της μετα-βιομηχανικής μητροπολιτικής εμπειρίας, δύσκολα μπορεί να απαντηθεί με σαφήνεια. Από την αρχιτεκτονική θεώρηση του αστικού τοπίου, στην κοινωνική κατασκευή του, η πόλη βιώνεται όχι απλώς ως ο κατεξοχήν χώρος της καθημερινής εμπειρίας, αλλά και ως μέσο άσκησης της βιοπολιτικής, χώρος περιχαρακωμένος και αποσπασματικός, που αντί να περικλείει τα άτομα, τα αποκλείει.

Η Πατρίσια Απέργη στέκεται κριτικά, σε όλη σχεδόν την εργογραφία της, απέναντι στις μεταβολές που καθορίζουν το πώς αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε την πόλη. Μετά το Era poVera και τους Πλάνητες, η «χορογράφος της γενιάς της κρίσης» επηρεάζεται ριζικά από τα ιδιαίτερα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα που ταλαιπωρούν τον αστικό ιστό και αναζητά τρόπους να αναπαραστήσει την επισφάλεια του σύγχρονου νομαδικού υποκειμένου. Η εκτεταμένη ανεργία, η μετακίνηση μεγάλων μαζών του πληθυσμού προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, η πρωτοφανής αύξηση της φτώχιας, είναι ζητήματα τα οποία προκύπτουν έως ένα βαθμό, από την απώλεια των κοινόχρηστων αγαθών, απώλεια που έχει επιβάλει η εφαρμογή ενός νεοφιλελεύθερου προγράμματος οργάνωσης της ζωής σε παγκόσμια κλίμακα. Το τελευταίο έργο της, Cementary, αρθρώνει έναν ακόμη προβληματισμό με αφορμή ένα δυσοίωνο και σκοτεινό (ή σκοταδιστικό) σενάριο για μια πόλη που έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή. Η μετα-Αποκαλυπτική σχεδόν παρουσίαση του θέματος φιλοδοξεί να λειτουργήσει αφυπνιστικά, να ενεργοποιήσει τη «μελαγχολική αισιοδοξία» εκείνων που στην προοπτική ενός ανεπίστρεπτου αφανισμού μπορούν, ακόμη, να ελπίζουν.

Όχι τυχαία, λοιπόν, η εναρκτήρια πράξη μάς μεταφέρει στην «επόμενη μέρα» της καταστροφής με το σκηνικό να παραπέμπει σε σπηλαιώδες όρυγμα –ένα χαίνον στόμιο έτοιμο να καταπλακώσει ή να καταπιεί τους χορευτές που βρίσκονται συγκεντρωμένοι μπροστά του. Μια εντυπωσιακή κατασκευή που μεταμορφώνει τα σώματα των ερμηνευτών σε ανίσχυρα ανθρωποειδή και σχηματίζει, μέσα από τη διαφορά κλίμακας, την εντύπωση μιας επελαύνουσας απειλής, ενός ζοφερού και αναπόδραστου μέλλοντος. Την αίσθηση αυτή της καταπλάκωσης ενισχύει η προσποιητή δυσκολία των χορευτών να αναπνεύσουν –σαν δύτες παίρνουν βαθιές ανάσες και ξεφυσούν δραματοποιώντας την έλλειψη του ζωτικού χώρου και καθαρού οξυγόνου. Από την πρώτη στιγμή γίνεται αντιληπτή η «κινητική δυσμορφία» ως κώδικας για να αναπαρασταθεί η κατάπτωση, η φυσική και συμβολική εξάντληση των ανθρώπων που έχουν (επι)βιώσει την καταστροφή. Η Απέργη βασίζεται σε οπτικές-σωματικές και ακουστικές τεχνικές σημασιοδότησης προκειμένου να καταστήσει σαφές αυτό το κλειστοφοβικό αίσθημα, να δημιουργήσει την εντύπωση του εγκλωβισμού, του αδιεξόδου. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι απλώς η θεατρικότητα των δράσεων που προτείνει η χορογράφος, αλλά ο συγκερασμός διαφορετικών μέσων –όπως η παντομίμα, η αφύσικα συνεσταλμένη χειρονομία, η κυρτωμένη στάση του σώματος, ο χαμηλός φωτισμός, τα ηχοτοπία, οι εναλλαγές ρυθμού και φυσικά το σκηνικό- που επιδιώκουν να δημιουργήσουν μια «αισθητική της πτώχευσης».

Στην περίπτωση του Cementary, βέβαια, η «πτώχευση» δεν σχετίζεται με την ελάττωση της παρουσίας των χορευτών, ούτε με την απουσία κάποιων άλλων στοιχείων που θα μετέτρεπαν το σκηνικό συμβάν σε μια τελετουργία μύησης στο «έλασσον» της χορευτικής γραφής. Η χορογράφος μοιάζει να θέλει να εστιάσει σ’ αυτό που εύλογα μπορεί να αναπαρασταθεί, να εξωτερικευτεί βεβιασμένα μέσω της κίνησης, και λιγότερο στο μη αναπαραστάσιμο, σ’ αυτό δηλαδή που αδυνατεί πλέον η κίνηση να εκφράσει. Η σκηνική συνθήκη που προτείνει, επικεντρώνεται κυρίως στην ιδέα της καταστολής, της σωματικής καταπόνησης, στη διαχείριση του πόνου και της μετατροπής του σε «λυρισμό της κακουχίας». Ηχηρές αντιστίξεις που αποδίδονται στην πλειοψηφία τους σχηματικά -όπως στην περίπτωση που το σώμα μιας χορεύτριας γίνεται ηλεκτρικό μπάσο για να ηχήσει στους ρυθμούς των μπλουζ ή, σε άλλη, όταν παραμορφώνεται επιδέξια καθώς υπόκειται σε βασανιστικό χειρισμό από τους υπόλοιπους. Το έργο διατρέχει μια αμφίθυμη διάθεση ως προς το κωμικό –ειδικότερα όποτε χρησιμοποιείται για να αποσπάσει το γέλιο ή να σχολιάσει ειρωνικά μια δράση-και το εξπρεσιονιστικό στοιχείο στην κίνηση, που υποτίθεται ότι σωματοποιεί τον εξαναγκασμό της πειθαρχίας στον οποίο υποβάλλεται ο σύγχρονος άνθρωπος.

Εντοπίζει κανείς σε ορισμένες σκηνές, παρόλα αυτά, την πρόθεση της χορογράφου να συστήσει έναν κόσμο παράδοξο, όπου μέσα στη γενικευμένη φθορά του διασώζεται ακόμη εκείνη η ζωοποιός ομορφιά, ικανή για τη ριζική αναδημιουργία των πραγμάτων. Στιγμιότυπα που ανακαλούν το εμβληματικό May B και το σκηνικό σύμπαν της Μαγκύ Μαρέν, μαρτυρούν συγγενικές προσεγγίσεις με τον τρόπο που η Απέργη διαχειρίζεται ζητήματα απεικόνισης, αναπαράστασης και μίμησης. Συγκεκριμένα, εικόνες-δάνεια όπως αυτή με τα σπινθηροβόλα κεριά ψηλαφίζουν το βαθύ και περίπλοκο τραγικοκωμικό αίσθημα κενότητας και σιωπής που μπορεί να προκαλέσει ο αναστοχασμός πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη: η ωδή στη χαρά γίνεται επιθανάτιος θρήνος, μια παράδοξη συμβίωση που πλήττει την ολότητα του ανθρώπου, μεγεθύνει την τραγικότητα της ίδιας της ζωής. Ωστόσο, η πίστη στην αποτυχία, η οποία χαρακτηρίζει τόσο τη θραυσματική γραφή του Μπέκετ, όσο και τη σκηνική γραφή της Μαγκύ Μαρέν, δεν είναι απλώς ένα θεατρικό τέχνασμα που επιτυγχάνεται με καπνούς και επιβλητικές μουσικές, αλλά συνιστώσα ενός ευρύτερου αντιληπτικού πεδίου, το οποίο «τοποθετεί» τον θεατή απέναντι σε μια ολοκληρωμένη φιλοσοφία ζωής. Το Cementary θέλει να είναι ποιητικό, επίκαιρο, αλλά καταλήγει να είναι έργο μιας περασμένης εποχής, χωρίς την αίγλη της διαχρονικής επίδρασης.

Η παραπάνω σύγκριση δεν επιχειρεί, βεβαίως, να αναλύσει το Cementary με τους όρους του μπεκετικού θεάτρου, ούτε να αποδυναμώσει τη γραφή της ελληνίδας χορογράφου αντιπαραβάλλοντάς την με εκείνη της Μαγκύ Μαρέν. Η «φαντασμαγορία της κρίσης», στη θεματική της οποίας εντάσσεται και η εν λόγω παράσταση, προσπαθεί μάταια να αξιοποιήσει το επαναστατικό δυναμικό που ενέχει η περίοδος που διανύουμε. Φαίνεται να υιοθετεί περισσότερο την ευκολία της «εικονογράφησης» και λιγότερο εκείνη την αμφίσημη ερμηνεία περί της κρίσης, η οποία όχι μόνο ασκεί την κριτική αλλά και τη δημιουργεί. Η Χαρά Κότσαλη χτίζει τη σκηνική της παρουσία ώστε ο προτεινόμενος κινησιολογικός κώδικας να μην αναγάγεται σε ψυχολογικού τύπου δεδομένα, ούτε να καταντά εύκολα περιγραφικός. Σαν μαριονέτα εναλλάσσει το ρόλο του παίκτη με εκείνον του «εμπαιζόμενου». Προτείνει με άλλα λόγια, μια ουσιαστική προσέγγιση στο «αναπαριστώμενο» θέμα, αφήνοντας ευφυώς μια ρωγμή, μέσω της οποίας η διαλεκτική καθίσταται εφικτή. Είναι αυτή ακριβώς η διάσταση που μας παρακινεί να ξαναβρούμε εντός της σκηνής έναν κόσμο «απελπισμένα μελαγχολικό» και μας προτρέπει να οργανώσουμε την απαισιοδοξία μας.

 


info: Το Cementary σε χορογραφία της Πατρίσιας Απέργη, παρουσιάστηκε στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, 1- 3 Μαρτίου 2017. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ