Τιτάνες: το ανθρώπινο σε άλλη κλίμακα

evripidis_laskaridis_press_06_photo_kiki_pap

Μετά το Relic, παράσταση που σηματοδότησε την παρουσία του Ευριπίδη Λασκαρίδη στην εγχώρια και ευρωπαϊκή σκηνή αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις, ο σκηνοθέτης-χορογράφος επιστρέφει με τους Τιτάνες, ένα έργο στο μεταίχμιο της εικαστικής εγκατάστασης, του χορού και του μετα-θεάτρου. Βεβαίως, αυτή η μεικτή ειδολογική προσέγγιση δεν έχει να κάνει μόνο με το ακατάτακτο της εν λόγω παράστασης και την εξαιρετικά ιδιάζουσα αισθητική του δημιουργού –μοναδική, θα λέγαμε, στα πράγματα εντός συνόρων-, αλλά κυρίως με την επανανοηματοδότηση της σκηνικής πράξης μέσα από μια ακέραιη καλλιτεχνική πρόταση που συνδυάζει, με νέους όρους, το φανταστικό και τη θεατρική ψευδαίσθηση.

Ο τίτλος μπορεί εν πρώτοις να είναι παραπλανητικός –ειδικότερα αν αναζητηθούν οι ακριβείς αναφορές στα μυθολογικά αυτά πλάσματα, τους Τιτάνες. Πράγματι, η παράσταση δεν στέκεται στην ακριβή αναπαραγωγή του μύθου, αλλά επικαλείται το μυθικό στο βαθμό που μπορεί να σκιαγραφήσει, τόσο το απροσδιόριστο του κόσμου στον οποίο τοποθετείται ο χαρακτήρας του έργου, όσο και το μεταιχμιακό στην ταυτότητα του προσώπου που συστήνεται επί σκηνής. Θα έλεγε κανείς, ότι ο Λασκαρίδης αντλεί περισσότερο από την παρακαταθήκη των σπουδαίων «σαλών», των «ιερών τρελών», αναζητώντας συγγένειες με τους οριακούς αυτούς ήρωες της λογοτεχνίας και της κλασικής δραματουργίας, όπως ο Δον Κιχώτης, για να παρουσιάσει μια αμφιλογική και ενίοτε αντιφατική πραγματικότητα. Ο κεντρικός χαρακτήρας στους Τιτάνες, ένα πρόσωπο με αμφίφυλη ταυτότητα που θέλει να «μοιάσει με» άνθρωπο, είναι στην ουσία «απόσταγμα» μιας τεράστιας παράδοσης λογοτεχνικών και θεατρικών χαρακτήρων που προωθούν την αινιγματικότητα για να φέρουν στο φως έναν άλλο, λιγότερο γνωστό κόσμο, εσωτερικό και απωθημένο στα έγκατα του ασυνειδήτου.

Η παράσταση ξεκινά με ένα σάλπισμα, όχι μόνο ως εναρκτήριο κάλεσμα στον «εν τη γενέσει» σκηνικό κόσμο, αλλά και για να συνδέσει, με τρόπο ποιητικό, το αρχέγονο με το φουτουριστικό. Ο Λασκαρίδης χρησιμοποιεί υλικά αντικείμενα του παρόντος και τα τοποθετεί στο μέλλον, δίχως όμως τη γνώση που ακολουθεί τη λειτουργία τους, προκαλώντας έτσι το σάστισμα ή το γέλιο. Ένα σίδερο γίνεται συσκευή ισιωτικής μαλλιών, κάθε σημαίνον αποκτά πολλά σημαινόμενα, κάθε αναγνωρίσιμο αντικείμενο ξεφεύγει από τα αυστηρά όρια χρήσης του. Όπως άλλωστε και το ίδιο το πρόσωπο: ωστόσο, η μυταρού δον κιχωτική φιγούρα –που έχει κάτι από τη διαχρονική γοητεία του ιππότη της Μάντσα, αλλά και τη ξερακιανή χάρη της Όλιβ του Ποπάυ- δεν είναι ένας χαρακτήρας με τον οποίο εξοικειωνόμαστε δια της αντίθεσης, αλλά ένα πρόσωπο οργανικά συνδεδεμένο με τα αδιέξοδα της ανθρώπινης ύπαρξης, απόγονος των ηρώων που συνδέουν το σωματικό με το ψυχικό. Αρκετά τρελή για να είναι κοντινή σε μας, αρκετά συγκινητική για να είναι απόμακρη.

Η παράσταση δεν στέκεται στο προφανές• σαφώς η ενδυματολογική επιλογή μυεί τον θεατή στο παράδοξο και μεγενθύνει τη σωματική κατάσταση του ερμηνευτή, αλλά δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που συντελεί στην πληρότητα του σκηνικού αποτελέσματος. Οι φωτισμοί, τα τελάρα από φελιζόλ, η κρεμαστή κούνια, η ντουζιέρα από άχυρα, όλα αυτά τα γνώριμα αλλά ανορθόδοξα χρησιμοποιούμενα υλικά αποτελούν το καθένα χωριστά αφορμή για μια ξεχωριστή δράση, κομμάτια του παζλ για την κατανόηση του ψυχισμού της συγκεκριμένης περσόνας. Η σπασμωδική, «άχαρη» αλλά θηλυπρεπής κίνηση, συνδυασμένη με τις κρίσεις «υστερίας» και τα ηχηρά ξεσπάσματα γέλιου, όταν τα πράγματα εκτροχιάζονται ή φτάνουν σε αδιέξοδο, θα έλεγε κανείς ότι είναι ένας τρόπος να αναδειχθεί η ψυχολογία του χαρακτήρα μέσα από πράξεις και όχι λόγια. Ίσως ακόμη, επαληθεύει τη ρήση του Μπρετόν ότι «η ομορφιά θα είναι σπασμωδική ή δεν θα είναι». Πράγματι, η «ομορφιά» του συγκεκριμένου προσώπου έγκειται στην ευθραυστότητά του, στην αποτυχημένη του κομψότητα, τόσο καλά σχεδιασμένη ώστε να συνομιλήσει με τον θεατή σε ένα βαθύτερο επίπεδο, πέρα από αυτό της γκάφας και του ευφυολογήματος.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το Relic, όπου βασικό συστατικό του χαρακτήρα ήταν η μοναξιά του, ο εγκλεισμός του σε ένα χώρο αδιαπέραστο από την παρουσία του άλλου, στους Τιτάνες αυτή η αίσθηση ερήμωσης αποδίδεται, όχι πάντα επιτυχώς, μέσα από τη σχέση με έναν άνθρωπο-σκιά. Ενδεχομένως αυτή η ανεπάρκεια του χαρακτήρα προκύπτει γιατί ο ρόλος του είναι χρηστικός και λιγοτέρο αναγκαίος δραματουργικά. Έτσι, φαίνεται να έχουν προστεθεί δράσεις που προκειμένου να δικαιολογήσουν την παρουσία του –και όχι το «χειροποίητο» στοιχείο στην παράσταση- δημιουργούν έναν ολότελα άλλο κώδικα πρόσληψης. Σίγουρα όχι απορριπτέο, αλλά αμφίβολα εναρμονισμένο με το υπόλοιπο σύνολο. Πράγματι, όταν υπάρχει για να υποστηρίξει την εξέλιξη στη δράση του κεντρικού χαρακτήρα, αυτή η υπονοούμενη «βοηθητική» παρουσία είναι τρομακτική, ακριβώς γιατί διατηρεί κανείς την αμφιβολία για τον λόγο που βρίσκεται εκεί. Αντίθετα, στις στιγμές που πρέπει να τονιστεί η ιδιαιτερότητά του, εστιάζουμε σε κάτι που υπάρχει μόνο αποσματικά, δίχως συνοχή και συνέχεια.

Με μόνη διαφωνία την παραπάνω, οι Τιτάνες είναι ένα έργο που επαναφέρει στη σκηνή το «κοσμικό, προγονικό στοιχείο του σώματος» (Μπαχτίν), όχι μονάχα μέσα από την γκροτέσκα εικόνα και φύση του, αλλά και μέσα από την προσπάθεια επιστροφής σε μια μια χαμένη παιδικότητα ή έναν χαμένο ενδομήτριο κόσμο. Ο Λασκαρίδης αντιμετωπίζει το «πλάσιμο» των χαρακτήρων που ζωντανεύουν στη σκηνή με ευαισθησία, παραδεχόμενος ότι η αμφιθυμία των αισθημάτων και η αμφισημία των πράξεων είναι μια σταθερά της ανθρώπινης ύπαρξης. Από πάντα και για πάντα.

 


info: Το έργο Τιτάνες σε σκηνοθεσία και χορογραφία του Ευριπίδη Λασκαρίδη, παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου (Πειραιώς 260), 6 - 8 Ιουνίου 2017. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ