Κατερίνα Ανδρέου: "Σχεδόν σφόδρα"

katerina_andreou_site_5_photo_emila_milewska-small

Στο βιβλίο της «Χορογραφώντας τη διαφορά», η συγγραφέας - θεωρητικός Αν Κούπερ Όλμπραϊτ κάνει λόγο για το έμφυλο στοιχείο στο σύγχρονο χορό μέσα από την περίπτωση της Λουίζ Λεκαβαλιέ: παράδειγμα όχι τυχαίο, αφού η συγκεκριμένη χορεύτρια κατάφερε να ανασκευάσει τις παραδοσιακές αναπαραστάσεις του γυναικείου σώματος, οι οποίες είχαν «υποτάξει» τη γυναίκα σε συγκεκριμένους τρόπους έκφρασης. Η «υπεραρρενωπότητα» της Λεκαβαλιέ, αλλά και η κραυγαλέα επίδειξη των σωματικών της δυνατοτήτων, ωστόσο, δεν εκλαμβάνεται από όλους ως ενισχυτική της γυναικείας υποκειμενικότητας.

Φαίνεται, αντιθέτως, πώς συμβάλλει στη δημιουργία ενός νοητού άξονα, όπου στο ένα άκρο υπάρχει η παθητικοποιημένη, ρομαντική εικόνα της κλασικής χορεύτριας και στο άλλο επικρατεί η εντατικοποίηση εκείνων των χαρακτηριστικών που «εξισώνουν» το γυναικείο με το ανδρικό φύλο. Αυτός ο νοητός άξονας τυποποιεί υφολογικά το σώμα με τον ένα ή τον άλλο ακραίο τρόπο, κρατώντας το δέσμιο στο διπολικό του περίγραμμα: η γυναίκα είτε θα είναι παθητική, εναρμονισμένη με την ανδρική κυριαρχία, είτε θα παρουσιάζεται «σαν άνδρας», φαινομενικά μόνο απελευθερωμένη, αποζητώντας την επιβεβαίωση μέσα από την ομοιότητα με το έτερο. Βέβαια, στον τρόπο που αρθρώνεται ιστορικά ο χορός, ως σωματική πειθαρχία, πρέπει να εξετάσουμε αν υποστηρίζει εγγενώς αρσενικές δομές σκέψης, αν «κατασκευάζει» δηλαδή σώματα (κυρίως) επιθυμητά στο ανδρικό βλέμμα.

Η Κατερίνα Ανδρέου, στο σόλο της Α Kind of Fierce, προσεγγίζει έναν πρωτόγνωρο ενσώματο και έμφυλο εαυτό, στο μεταίχμιο διχασμού και παρόρμησης. Χρησιμοποιώ αυτά τα δύο χαρακτηριστικά όχι τόσο για να δημιουργήσω με τη σειρά μου ένα νοερό δίπολο, αλλά για να αποδώσω αυτό το «σχεδόν» που διατρέχει όλο το έργο της. Επίσης, αυτό το «σχεδόν», σε ό,τι αφορά την εκτέλεση και την ποιότητα της κίνησης, δεν υπονοεί ένα «ανεπαρκές περίπου», αλλά ένα μετεωρισμό της σκηνικής παρουσίας που είναι δύσκολο να ταξινομηθεί με προϋπάρχοντες όρους. Αν παραπάνω, στην περίπτωση της Λεκαβαλιέ, ο χορός γίνεται δηλωτικός μιας συγκεκριμένης σωματικής ιδεολογίας και αισθητικής, εδώ μιλάμε περισσότερο για τη «νομαδοποίηση» μιας σωματικής κατάστασης και ιδέας, την αντίσταση στον υπολανθάνοντα «λειτουργισμό» της κίνησης, η οποία πρέπει «είτε... είτε....».

Στο κενό των αποσιωπητικών μπορούν να χωρέσουν όλοι εκείνοι οι διαδεδομένοι και περιοριστικοί όροι που τακτοποιούν σε στερεοτυπικές αναλύσεις την πρόσληψη του χορού και κατ’ επέκταση την πρόσληψη του γυναικείου σώματος στη σκηνή. Ωστόσο, αν το σόλο της Ανδρέου αντιστέκεται στους «εύκολους» χαρακτηρισμούς, αυτή η «ακαθοριστία» δεν είναι απλά θέμα τύχης. Ενώ στην αρχή οι κινήσεις της μοιάζουν παράδοξες, άβολες, δυσφορικές κι άρρυθμες, συνοδευόμενες από αντίστοιχες εκφράσεις του προσώπου, στη συνέχεια εναλλάσσονται με αναπηδήσεις, γκαλόπ, θυμίζοντας έντονα τσίρλιντερ ή ποπ τραγουδίστρια σε πάλκο. Το πάθος, η σφοδρότητα της Ανδρέου είναι «απορητική», δηλαδή δεν στέκεται μονομερώς στην εκδήλωση ή φανέρωση μιας συγκεκριμένης «διάθεσης», αλλά φαίνεται να αναδεικνύει και μια προ-εκφραστική κατάσταση, σχεδόν μη συνειδητά προσδιορισμένη, ακατέργαστη σωματικά και ψυχικά.

Ο ενδοιασμός που ενυπάρχει πίσω από κάθε επιτελεστική δράση, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις αποφεύγεται, καθώς υποτίθεται ότι αποκαλύπτει την αμφίβολη πρόθεση του δημιουργού, στην προκειμένη ενδυναμώνει τόσο τη λειτουργία της έκφρασης, όσο και το περιεχόμενό της. Με άλλα λόγια, αυτό που διακρίνει κανείς στη δουλειά της Ανδρέου δεν είναι τόσο ένα συγκεκριμένο μοντέλο «σκηνικής αυτοπραγμάτωσης», όσο η ίδια η επιθυμία που υποκινεί και αποσταθεροποιεί την αυτοπραγμάτωση. Έτσι, θεωρώ, δίχως να γνωρίζω εάν αυτό εμπίπτει στις προτεινόμενες αναγνώσεις του έργου της, ότι το σόλο A Kind of Fierce είναι ουσιωδώς φεμινιστικό, επικεντρωμένο στη βαθύτερη επιθυμία της δημιουργού να υπάρξει, επαναξιολογώντας τις σωματικές καταβολές της γυναικείας ταυτότητας επί σκηνής.

Αυτός ο τρόπος να αντιλαμβανόμαστε το υποκείμενο, εκκινώντας από τον τόπο ή τη θέση στην οποία βρίσκεται εκτεθειμένο, εξαιτίας της ίδιας της σωματικότητάς του, μάς κάνει να ξανασκεφτούμε το σώμα ως την πρωταρχική κατάσταση του υποκειμένου, με όρους που επαναπροσδιορίζουν την επιτελεστικότητα των φύλων και όχι μόνο. Η Ανδρέου στη σκηνή δεν πραγματεύεται και δεν επιβάλλει την παρουσία της με όρους δεξιοτεχνίας ή όρους «αυστηρά χορευτικούς» –είναι ένα σώμα «δεξιοτεχνικά αόριστο», έμφυλο μεν αλλά το οποίο σωματοποιεί μια «μεθοριακή ταυτότητα». Θα λέγαμε ότι η σκηνική της παρουσία δεν συγκλίνει σε μια μονοδιάσταση, εμφανώς προσδιορισμένη κατάσταση, αλλά περισσότερο σ’ ένα «τόπο» όπου συνυπάρχουν πολλά, πολύπλοκα και εν δυνάμει αντιφατικά στοιχεία –όπως, άλλωστε, φαίνεται να συμβαίνει και με το ηχητικό σκέλος της παράστασης.

Έτσι η ίδια βρίσκεται πάντα σε μια κατάσταση ετοιμότητας –όχι τόσο γιατί πρέπει να «πετύχει» ένα στόχο, αλλά για να μεταθέτει διαρκώς το στόχο της, να κινείται στο όριο μεταξύ νικήτριας και ηττημένης, χωρίς να ανήκει φυσικά σε καμιά από τις δύο κατηγορίες. Όταν προς το τέλος της παράστασης παίρνει τις μπαγκέτες στα χέρια της, ώστε να διευθύνει αυτό τον κατά κάποιο τρόπο εξωτερικευμένο μετεωρισμό, μοιάζει να θέλει να πει ότι είναι η ίδια η έννοια της διάκρισης σε ρόλους που είναι επιτελεστική, ικανή να κατατάσσει τους ανθρώπους -και τις συμπεριφορές τους- σύμφωνα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η «μαχητικότητα» (fierceness) της Ανδρέου δεν είναι κραυγαλέα, δρα υπογείως, σχεδόν ύπουλα, σχεδόν σφόδρα, φέρνοντας αντιμέτωπο τον θεατή με τις προκατασκευασμένες αντιλήψεις του περί «θεαματικού» σώματος.

 


info: Το έργο A kind of Fierce σε χορογραφία της Κατερίνας Ανδρέου, παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου (Πειραιώς 260), 10 - 11 Ιουνίου 2017. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ