Kinkaleri, όπως σκηνικό πολυεργαλείο

kinkaleri_realgoodtime_photo_jacopo_jenna_site_4-web

Όσοι γνωρίζουν την ιταλική ομάδα χορού Kinkaleri, θα είναι ίσως εξοικειωμένοι με τα παράδοξα, ευφυή σκηνικά τους πειράματα, τα οποία αφήνουν στους θεατές μόνο δύο επιλογές: είτε να πάνε σπίτι τους αποδεχόμενοι ανεπιφύλακτα την τυραννική δύναμη του «κανονικού», είτε να ανακαλύψουν ένα είδος προσωρινής «ανοχής», η οποία αίρεται κατά το κέφι των δημιουργών, αμέσως μόλις γίνει αντιληπτή. Αυτή η άρνηση του κανονικού μοιάζει με ένα είδος αυτοκτονίας επί σκηνής, που δεν δηλώνεται υπαρξιακά «να είναι κανείς ή να μην είναι», αλλά ακολουθεί μια πιο ευέλικτη οδό ανάμεσα στην αποδοχή και την απόρριψη της επιθυμίας του θεατή: οι Kinkaleri, ως γνήσιοι μεταμοντέρνοι, δεν λένε ούτε ναι, ούτε όχι στους καθιερωμένους όρους του σκηνικού θεάματος –οι ίδιοι, άλλωστε, είναι θεαματικοί στην προσπάθειά τους να παράγουν τη δυνατότητα ενός συμβάντος στο επέκεινα της «κοινής αισθητικής»- ή μάλλον, καλύτερα, λένε ταυτόχρονα και ναι και όχι, απενεχοποιημένοι απέναντι σε όρους όπως διασκέδαση, ή απελευθερωμένοι από τις ταμπέλες και τους προβληματισμούς γύρω από τι είναι και δεν είναι χορός.

Όπως γράφει και ο Μάρτεν Σπάνκμπεργκ, η Kinkaleri δεν είναι μια ομάδα, αλλά μια μηχανή. Όχι όμως από εκείνες τις μηχανές που λειτουργούν μόνο χάρη σε έναν εξωτερικό χειριστή, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια στην αλυσίδα παραγωγής. Απεναντίας, η συγκεκριμένη ομάδα αμφισβητεί την όποια αποτελεσματικότητα στη σκηνή, γίνεται επί τούτου αναποτελεσματική, επιδιώκει να βρίσκεται συνεχώς «εκτός λειτουργίας» ώστε να παράγει ένα νόημα που αντιστέκεται διαρκώς στα καθώς πρέπει και καθιερωμένα. Η «παραγωγική δυσλειτουργικότητά» τους παραπέμπει σε εκείνη τη ρήση που λέει: ο τυφλωμένος αποτελεί ανίατη περίπτωση όχι επειδή είναι τυφλός, αλλά επειδή είναι βλέπων. Η ομάδα, λοιπόν, δεν επιχειρεί να χειραφετήσει τον θεατή, τον αυταπατώμενο που περνιέται για «κανονικός» -κάθε χειραφέτηση αυτού του τύπου είναι μάταιη-, αλλά συμβάλλει στην περαιτέρω εξαπάτησή του, σα να λέμε ότι αποσκοπούν σε μια «βεβήλωση» του θεατή, ή μάλλον, για να επιχειρήσω μια μεταμοντέρνα αντιμετάθεση, στην «εξύμνηση» της τυφλότητάς του.

Σε τι συνίσταται, λοιπόν, το εν λόγω πείραμα; Χαριτολογώντας, θα λέγαμε πώς το Real Good Time / All! είναι ένα αλφαβητάρι του μεταμοντέρνου, μια σκηνική γλώσσα που ξεκινά με την παράθεση των βασικών μονάδων –τα γράμματα- για να εξελιχθεί σε έναν κώδικα και να συμπεριλάβει, αυτό που εμπεριέχουν όλοι οι κώδικες, την παρερμηνεία. Οι δύο περφόρμερς προφέρουν τα γράμματα της αλφαβήτου σε συνδυασμό με κάποιες κινήσεις. Ο τρόπος που συναρθρώνονται τα φωνήματα και οι κινήσεις δημιουργούν περίεργες συνηχήσεις, ή θα έλεγε κανείς ένα είδος τραγουδιστής αλφαβήτα, κάτι ανάμεσα σε beatbox και ραπ. Στο βάθος, ένας μουσικός ενισχύει με λούπες τον ηχητικό αυτό διάλογο –παίζοντας, επίσης, με την ακουστική του χώρου. Όπως ακριβώς ο ταχυδακτυλουργός, που ενώ ασχολείται με ένα αντικείμενο, κατευθύνει το βλέμμα «αλλού», έτσι και οι περφόρμερς, ενώ υποτίθεται ότι συμμετέχουν στο παραπάνω παιχνίδι, μας μυούν σταδιακά σε κάτι άλλο.

Μεταθέτουν ή μεταγράφουν τον ίδιο κώδικα σε μια άλλη λειτουργία, σε ένα παιχνίδι μουσικής παντομίμας, όπου χρησιμοποιώντας απλά το φώνημα «ΝΑ» [ná] αναπαράγουν ευφυέστατα συνθέσεις ορόσημα του δυτικού μουσικού ρεπερτορίου: από τους Bee Gees στον Μπετόβεν, από την Κάιλι Μινόγκ στον Τζον Ουίλλιαμς (το σάουντρακ από τον Τιτανικό). Αυτό το ευρηματικό σκηνικό τρικ που ανακυκλώνεται προκαλώντας άλλοτε πηγαίο γέλιο, άλλοτε τη συμπάθειά μας για την εσκεμμένη παιδική αφέλεια με την οποία προσεγγίζεται, επαληθεύει ότι με όρους θεάματος έχουμε ήδη «εξαπατηθεί». Οι Kinkaleri παίζουν με τις προσδοκίες μας, με την πολλαπλότητα των νοημάτων στο χορό, υπονοώντας βέβαια ότι το «νόημα είναι οι ίδιοι». Δεν αντιγράφουν μιμούμενοι, δημιουργούν μια δική τους σκηνική γλώσσα ώστε αυτό που αρθρώνεται τελικά, απέχει από τη στείρα διακωμώδηση και διασκέδαση τύπου καραόκε, ή μάλλον αντιγράφουν τη (μεταμοντέρνα) πραγματικότητα, ώστε η ίδια να μοιάζει εν τέλει με μια εκτεταμένη καρικατούρα. Όντως, οι Kinkaleri, σα ραδιούργοι εισβάλλουν στο μηχανισμό του θεάματος, καθιστώντας εμφανείς τις δυσλειτουργίες του, αντιστρέφοντας το είδωλο σε έναν κόσμο που είναι ήδη αναποδογυρισμένος, κάνοντας το «ψεύτικο μια στιγμή του αληθινού (το ανάποδο της γνωστής ρήσης του Ντεμπόρ, «το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου»).

Πέρα από το ηχητικό-φωνητικό σκέλος της παράστασης οι περφόρμερς διαχειρίζονται επιδέξια και τη σωματική τους παρουσία. Από το σύγχρονο λεξιλόγιο στη ντίσκο κινησιολογία, η γραμμή που διαχωρίζει τα διάφορα στυλ κίνησης αίρεται, ακολουθώντας τη λογική του ζάπινγκ, δηλαδή την απουσία λογικής, την ελεύθερη και άνευ νοήματος μετάβαση από το ένα στο άλλο. Κάπως έτσι, αναζητώντας μια ικανοποιητική εξήγηση σε αυτό που συμβαίνει, θα λέγαμε ότι τα «πράγματα είναι, επειδή ακριβώς είναι έτσι όπως είναι». Το νόημα δεν είναι πλέον εδώ, έχει χαθεί μέσα σε ένα παιχνίδι ατελείωτων αντηχήσεων και αντανακλάσεων. Αν αυτός που επαναλαμβάνει δεν λέει τίποτα, τότε δεν είναι καν σε θέση να επαναλαμβάνεται. Μοιάζει να έχουμε εγκλωβιστεί σε έναν παράδοξο αναδιπλασιασμό, όπου αρχή και τέλος συμπίπτουν, και έτσι βρισκόμαστε πάντα, ενώ πιστεύαμε ότι είχαμε προχωρήσει, στην εκκίνηση.

Αυτή η ανατρεπτική διάθεση με την οποία προσεγγίζουν το σκηνικό θέαμα οι Kinkaleri, δεν μπορεί να κατανοηθεί με όρους «κανονικής» παράστασης. Άπαξ και μας δοθούν τα κλειδιά ανάγνωσης είναι δύσκολο να επιστρέψουμε στον προηγούμενο τρόπο θέασης, σχεδόν αδιάφορο να αναζητήσουμε και πάλι την «κανονικότητα» στα πράγματα. Ίσως επειδή, πέρα από οτιδήποτε άλλο, η συγκεκριμένη ομάδα μάς προτείνει μια μεθοδολογία, μια διαδικασία και όχι απλώς ένα τελικό προϊόν προς παρουσίαση. Έτσι, αιφνιδιάζεται κανείς από αυτή την «παραίτηση» να εκπληρωθεί κάτι επί σκηνής, ή μάλλον, πρόκειται για μια «παράλογη απαίτηση» να μην αντιληφθούμε τα πράγματα ορθά, αλλά να πέφτουμε διαρκώς έξω ως προς τις προσδοκούμενες συνέπειες. Μας παροτρύνουν, με άλλα λόγια, να συνειδητοποιήσουμε ότι ο μηχανισμός του θεάματος βρίσκεται ακριβώς στη ψευδαίσθηση να πιστεύουμε πώς υπάρχει «κάτι» που τη θέση του πήρε η πραγματοποίηση ενός «άλλου» πράγματος. Η ψευδαίσθηση αυτή συνιστά και την «εξαπάτηση» του θεατή, την απατηλή προσδοκία ότι τα πράγματα έπρεπε να είχαν γίνει «αλλιώς». Πώς αλήθεια;

 


info: Το έργο Real Good Time / All! της ομάδας Kinkaleri, παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου (Πειραιώς 260), 21 - 22 Ιουνίου 2017. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ