Μαριάννα Καβαλλιεράτου - Διαφορετικότητα και κανονικοποίηση: οι επιθυμίες (μας) στο προσκήνιο

they_04-myrto-apostolidoujpg-new--2

Με αφορμή την πρόσφατη παραστάση, they  (χορ. Μαριάννα Καβαλλιεράτου), στρεφόμαστε στο επίκαιρο ζήτημα της σεξουαλικότητας, στον τρόπο που η σκηνή επιχειρεί να συνοψίσει προβληματισμούς γύρω από τις αρραγείς σεξουαλικές μας ταυτότητες, δημιουργώντας έτσι «χώρο» για έναν ανοιχτό διάλογο στη δημόσια σφαίρα. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι το σώμα ανέκαθεν αποτελούσε, με πολλούς κι αντιφατικούς τρόπους, όχημα έμμεσων και άμεσων διεκδικήσεων, προσφέροντας πέρα από την ίδια την αγωνιστικότητά του και μεθόδους κατανόησης του εαυτού, της κοινότητας και του άλλου. Παρόλα αυτά, πόσο εξελιγμένοι και ευθυγραμμισμένοι με το παρόν είναι οι στοχασμοί που αναδύονται στην εν λόγω παράσταση; Και αν οι εμπειρίες μας είναι πλέον δυνατόν «να μιληθούν» -όπως υποστήριζε η Τζόαν Σκωτ- πώς εκφράζονται εν τέλει και τι αποκαλύπτουν για τους μηχανισμούς που τις απέκρυπταν όλον αυτόν τον καιρό;

Η «θεωρητική μετατόπιση από την ταυτότητα στην επιτελεστικότητα» δεν ταρακούνησε μονάχα την ίδια την έννοια της σεξουαλικότητας, δείχνοντας τη ρευστότητα των ορίων της, αλλά επαναξιολόγησε τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για την έμφυλη ιδιότητα, τις διαδικασίες που μας διαμορφώνουν και μας κανονικοποιούν, σε έναν βαθμό, σύμφωνα πάντα με τους παγιωμένους ιδεότυπους των φύλων. Η συζήτηση γύρω από τα φύλα έχει ομαλοποιήσει την αγωνιώδη μετάβαση από την (ομο)ερωτική επιθυμία, στην κοινωνικότητα και επομένως έχουμε ξεφύγει –αλλά όχι λυτρωθεί εντελώς- από τη μεσοπολεμική ηθογραφία ενός Ταχτσή, την ενοχική διαχείριση της σεξουαλικής μας ταυτότητας και την αισθητικοποίηση της (σε soft core θέαμα ευρείας κατανάλωσης). Ταυτόχρονα το queer φαίνεται να συμβαδίζει με μια εκ πρώτης όψεως «οπισθοδρομική» στάση, εκείνη που περιχαρακώνει τις αναπαραστάσεις του σώματος σε δίπολα (άντρες που θέλουν να είναι γυναίκες και γυναίκες που θέλουν να είναι άντρες), παρακωλύοντας έτσι την απελευθερωτική επίδραση των όποιων κεκτημένων.

Η δουλειά της Μαριάννας Καβαλλιεράτου συνοψίζει όλους τους παραπάνω συλλογισμούς και τα αδιέξοδα αυτών, καθώς πριμοδοτεί, θα λέγαμε, αναχρονιστικές θεωρήσεις της ταυτότητας, των φύλων, της επιθυμίας. Η χορογράφος σωστά χρησιμοποιεί την αγγλική εκδοχή της αντωνυμίας «αυτοί» (they) για να υποδηλώσει την ασάφεια στο δίπολο αρσενικό/θηλυκό –αυτή είναι ενδεχομένως και η μόνη παραγωγική ασάφεια. Κατά τα άλλα, οι δυο περφόρμερ (Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Αλέξης Φουσέκης) μένουν εγκλωβισμένοι στα τετριμμένα: ένας δυσφορικός, υστερικός θηλυκός εαυτός που «μάχεται» την πιο αρσενική και στέρεη κινησιολογικά πλευρά του. Δυο μαυροφορεμένοι άντρες, ως ανεπίκαιρες βικτωριανές καρικατούρες σε μικροαστικό δράμα της εποχής μας, τσακώνονται για την καθαριότητα, πίνουν τσάι, βγάζουν βόλτα το μωρό με το καρότσι και μελαγχολούν διαβάζοντας λογοτεχνία. Έπειτα, σαν από το πουθενά, υπό τις ηλεκτρισμένες μελωδίες του Dom Bouffard, συγχρονίζονται σε ένα ατελεύτητο πηγαινέλα δίχως προορισμό. Οι αντιθέσεις εμφανείς, οι συνδέσεις ανεπαρκείς: από τη θεατρικότητα των πιο «προσωπικών» στιγμών, οι οποίες εκτυλίσσονται γύρω από ένα κρεβάτι, στην αφαιρετικότητα των χορογραφημένων φράσεων, ο θεατής διχάζεται ανάμεσα σε δυο ασύνδετες σκηνοθετικά αποφάσεις.

Αν μείνει κανείς στην αμφισημία της παρενδυσίας και στην παροδική, ελάχιστα χιουμοριστική νότα που προσδίδει σε ορισμένες σκηνές, δεν αντιλαμβάνεται από ποιά θέση η χορογράφος αρθρώνει λόγο για το φύλο, τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα. Ακόμη κι αν το ζητούμενο ήταν η παρακολούθηση πιο προσωπικών στιγμών στη ζωή ενός ζευγαριού, φαντάζεται κανείς ότι η διαχείριση αυτών θα πήγαινε λίγο πέρα από τη σχηματική θεατρική αναπαράστασή τους. Όπως υποστηρίζει και η Σκωτ, «το να κάνεις ορατή την εμπειρία μιας διαφορετικής ομάδας, εκθέτει την ύπαρξη των κατασταλτικών μηχανισμών, αλλά όχι την εσώτερη λειτουργία ή λογική τους». Επομένως, η πρόθεση που μετασχηματίζει τις εμπειρίες μας σε ένα καθολικό «είμαστε κατά βάθος ίδιοι», ισχυροποιεί εν τέλει τους μηχανισμούς εκείνους που διαχωρίζουν τους έμφυλους ρόλους σε «παθητικούς/ενεργητικούς», σε «θηλυκούς/αρσενικούς». Αν οι εμπειρίες –διαφορετικές ή κοινές- είναι αυτές που μας δομούν ως υποκείμενα, τότε είναι αυτές που πρέπει επίσης να αναλυθούν βαθύτερα, να ιστορικοποιηθούν. Αυτό δε σημαίνει «ηρωοποίηση» ή «θυματοποίηση» των υποκειμένων για τα οποία θέλουμε να μιλήσουμε, αλλά ούτε και την «στερεοτυποποίησή» τους μέσα από την παρουσίαση απόλυτων και διχασμένων ρόλων.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μονάχα στις διαδεδομένες απεικονίσεις της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας, αλλά στον τρόπο που παγιώνονται αυτές ως αυθεντικό τεκμήριο μιας ταυτότητας και άρα κατασκευάζουν τον άλλο ως «άλλο», διαφορετικό μεν αλλά δέσμιο μιας «απελευθερωμένης», πολιτικά ορθής ματιάς: τι κι αν οι άνδρες φοράνε φούστες, τι κι αν φαντασιώνονται τη μικρογραφία ενός νοικοκυριού, κυνηγημένοι από τη μελαγχολική επιθυμία μιας κανονικής ζωής; Απ’ ό,τι φαίνεται, η μελαγχολία αυτή μπορεί πάντα να ξορκίζεται ή να εκτονώνεται στους ντίσκο ρυθμούς του τραγουδιού “You make me feel”, λίγο προκλητικά, λίγο ανώδυνα, αλλά πάντα «λίγο». Τόσο λίγο, όσο λίγη είναι η διαφορετικότητα που μας επιτρέπεται κάθε φορά.
 


info: Το έργο They της χορογράφου Μαριάννας Καβαλλιεράτου, παρουσιάστηκε στο BIOS, 5 - 8 Φεβρουαρίου 2018. Διαβάστε περισσότερα εδώ | Διαβάστε παλαιότερη συνέντευξη της χορογράφου στο dancepress.gr εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ