Εικόνες και άνθρωποι: ένας παλιός μύθος αλλιώς

selfy-4

Είναι γεγονός πια ότι μια σημαντική μερίδα καλλιτεχνών καταπιάνεται με την επίδραση της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή και τον τρόπο που αυτή συν-διαμορφώνει αισθητά, τόσο τον κόσμο γύρω μας, όσο και την ταυτότητα του σύγχρονου υποκειμένου. Ο Γιώργος Σιώρας Δεληγιάννης, στην χορογραφική σπουδή Selfy – a dance quartet for a selfie cam, μετατρέπει τη συσκευή κινητού τηλεφώνου σε διάμεσο της σχέσης περφόρμερ-θεατή, σε ένα εργαλείο μέσα από το οποίο διαθλάται ο «έξω» κόσμος, αλλά και η ενσώματη παρουσία τεσσάρων ερμηνευτών. Χρησιμοποιώντας την εφαρμογή για ζωντανή αναμετάδοση (facetime) στο Facebook, οι τέσσερις ερμηνευτές μας προσκαλούν σε ένα ταξίδι από τη φαινομενικότητα του «έξω», στα έγκατα της εικόνας και της πρόσληψης του σώματος και μας προτείνουν ενδεχομένως την ανάγνωση, ότι η σύγχρονη ζωή στην τηλεματική κοινωνία μπορεί να ιδωθεί και ως «θέατρο εικόνων».

Η περφόρμανς ξεκινά με τέσσερεις διαφορετικές προβολές στον τοίχο μιας αίθουσας που θυμίζει περισσότερο γκαλερί και λιγότερο θέατρο. Μέσα από κάθε κάδρο συστήνεται και ένας διαφορετικός ερμηνευτής –τον/την βλέπουμε να περπατά στον δρόμο, η κάμερα να καταγράφει μια άγνωστη διαδρομή (τουλάχιστον για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τα πέριξ της γειτονιάς του Βοτανικού). Ο καθένας μάς δίνει μια διαφορετική εικόνα αυτής της τόσο καθημερινής δράσης και σκηνοθετεί τον εαυτό του ώστε μέσα από το προτεινόμενο πλάνο να υπάρχει και μια διαφορετική αίσθηση του περιβάλλοντος χώρου. Κάποιος κρατά τη συσκευή χαμηλωμένη, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση γιγαντισμού του προσώπου (η προοπτική από κάτω προς τα πάνω δημιουργεί την αίσθηση της επιβολής). Ή, σε άλλη περίπτωση, κρατώντας το κινητό στο ύψος των ματιών, μας κάνει να νομίζουμε ότι κάποιος οπισθοχωρεί, ή πλαγιοδρομεί και τον τραβά σε βίντεο.

Ο χώρος γύρω από τους ερμηνευτές δίνεται ως ένα άθροισμα σημείων που συνομιλούν με τα χαρακτηριστικά του προσώπου στην οθόνη –του κεντρικού θέματος άλλωστε σε κάθε πλάνο-προβολή. Η συσκευή του κινητού μιμείται το ανθρώπινο μάτι, οι εικόνες που μας δίνει είναι φευγαλέες, καθώς το βλέμμα σαρώνει τον χώρο που διαρκώς εκδιπλώνεται μπροστά μας, αλλάζοντας έτσι το κέντρο βάρους της πληροφορίας• άλλοτε είναι η λεπτομέρεια ενός μπαλκονιού που καπελώνει το κεφάλι του ερμηνευτή, κι άλλοτε το καλώδιο της ΔΕΗ που φαίνεται να τεμαχίζει την εικόνα στα δύο δημιουργώντας μια ανορθόδοξη ανάγνωση των συντεταγμένων. Η αλήθεια είναι πως η διαρκής κίνηση του πλάνου αποδιοργανώνει μερικές φορές το δικό μας βλέμμα, σα να μην μπορούμε να καταλάβουμε αν οι περφόρμερς αιωρούνται, περπατούν στον δρόμο ή στην πρόσοψη ενός κτηρίου. Μέσα στην εικόνα χάνεται η αίσθηση του πάνω και του κάτω, το δεξιά γίνεται αριστερά.

Η αίσθηση αυτή μεταβάλλεται ριζικά όταν εισέλθουν οι τέσσερεις ερμηνευτές στην αίθουσα, όπου προς στιγμήν η εικόνα τους συνυπάρχει με την σωματική παρουσία τους. Σ’ αυτήν την τόσο σύντομη συνύπαρξη διαπιστώνει κανείς ότι οι εικόνες δεν είναι απτές, δεν έχουν καθόλου βάθος, το ίχνος τους διαφέρει από εκείνο των σωμάτων στον χώρο. Οι εικόνες δεν αναπαράγουν πράγματα• αναπαράγουν δικές μας εμπειρίες από πράγματα, αποτελούν ένα μηχανισμό ανάκλησης του ήδη βιωμένου. Ακόμη και αν δεν (ανα)γνωρίζουμε το πρόσωπο που περπατά, δεν το συγχέουμε με κάτι άλλο. Το πρόσωπο δίνει την ολότητα του ανθρώπου ακόμη και αν το σώμα (του) απουσιάζει. Άλλωστε, όλη η «επιτυχία» του Facebook, συνίσταται στη μοναδικότητα του προσώπου, στο ότι κάθε προφίλ αντιστοιχεί σε ένα χρήστη, αντιγράφοντας και όλα τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με αυτό: είναι αναγνωρίσιμο στις φωτογραφίες που ανεβάζει (tag), μπορεί και συνομιλεί (chat), κάνει γνωριμίες και φίλους. Το πρόσωπο είναι το πιστότερο αντίγραφό μας. Ή μήπως όχι;

Το παραπάνω ερώτημα τίθεται διαφορετικά στο τρίτο μέρος της περφόρμανς, στη διάρκεια του οποίου οι ερμηνευτές μεταφέρονται σε ένα διπλανό δωμάτιο. Τώρα, οι τέσσερεις τους, φορώντας μόνο εσώρουχα, και με το κινητό τοποθετημένο στο πάτωμα, παίζουν με την εικαστικότητα του σώματος, την πλαστικότητα των επιφανειών του, το ακαθόριστο σχήμα του, καθώς «τεμαχίζεται» για να χωρέσει στην οθόνη του κινητού. Ωστόσο, όταν το πρόσωπο εξαφανίζεται από το πλάνο, αλλάζει και το πληροφοριακό περιεχόμενο των προβολών: εκτός του ότι δεν μπορούμε να απαντήσουμε πλέον με σαφήνεια «τι» δείχνουν αυτά τα σώματα, δεν είμαστε σίγουροι ούτε «προς τι» ενδεχομένως σημαίνουν. Αν ταυτότητα χωρίς πρόσωπο δεν υπάρχει, τότε ένα σώμα χωρίς πρόσωπο τι είναι; Πράγματι, αυτή η «ασάφεια» αναγκάζει πολλούς από τους θεατές να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να μπουν στη δίπλα αίθουσα. Μόνο που η ευρηματικότητα της σύνθεσης στο δίπλα δωμάτιο δεν είναι η ίδια: μια χορογραφία αυτοσχέδιων μικροκινήσεων συνιστά το έλασσον που στην οθόνη δίνεται ως μείζον. Οι πτυχώσεις των άκρων, ο αγκώνας μαγκωμένος ανάμεσα σε δύο μηρούς, η κυρτωμένη σπονδυλική –όλα στην οθόνη, λόγω κλίμακας, αποκτούν διαστάσεις και «υφή» μη ανθρώπινη (ίσως βέβαια αυτό εντείνεται και από το ασπρόμαυρο των προβολών).

Δεν ξέρω αν αυτό εμπίπτει σε κάποιου είδους ψευδο-φαινομενολογικής ανάγνωσης, αλλά το σώμα προκαλεί μια ταύτιση που δεν είναι εφικτή διά της εικόνας ή, θα μπορούσαμε ακόμη να διαπιστώσουμε: η εικόνα καταναλώνεται, το σώμα όχι. Η περφόρμανς αυτή, τολμά να πει κανείς ότι επαναπραγματεύεται την αλληγορία του «πλατωνικού σπηλαίου», όπου βέβαια, δεν είμαστε πλέον παρατηρητές σκιών, αλλά εικόνων. Και το ζητούμενο πράγματι, δεν είναι να δούμε «τι» δείχνουν οι εικόνες αυτές, όπως αντίστοιχα και οι σκιές, αλλά να σκεφτούμε γύρω από τον μηχανισμό που τις παράγει και την ιδέα του ανθρώπου (ή και του ανθρώπινου) που κρύβεται πίσω τους.
 


info: η χορογραφική σπουδή Selfy – a dance quartet for a selfie cam του Γιώργου Σιώρα Δεληγιάννη, παρουσιάστηκε στο Beton7, 14 - 17 Απριλίου 2018


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ