Η νοσταλγία του παρελθόντος και ο κλειστός ορίζοντας του μέλλοντος

anonymoandreas-simopoulos-2_p

Κάθε εποχή αναζητά ένα δικό της τρόπο διαχείρισης του χρόνου, μεγιστοποιώντας άλλοτε τις απαιτήσεις της για μια μελλοντική, βελτιωμένη κατάσταση των πραγμάτων κι άλλοτε τις νοσταλγικές της βλέψεις για την αναβίωση ενός μακρινού παρελθόντος. Η σύγχρονη εποχή, με τις τεχνολογικές καινοτομίες, την εξύψωση του εφήμερου μέσα από την κουλτούρα της κατανάλωσης, τη διαμεσολάβηση των ανθρώπινων σχέσεων από τα νέα μέσα, φαίνεται να συμπιέζει ολοένα και περισσότερο τον χρόνο: τα πράγματα είναι μόνο ένα κλικ «μακριά», ολόκληρος ο (κυβερνο)κόσμος στην πόρτα μας, όλη η ανθρωπότητα μια αλγοριθμική σύνθεση στις οθόνες των κινητών μας. Ωστόσο, μέσα σ’ όλο αυτό το «αβέβαιο» και πολλά υποσχόμενο μέλλον, διαπιστώνει κανείς, αρκετά συχνά, ένα είδος «αντίστασης» ή «αντίλογου» σ’ αυτή τη φιλοσοφία που εκθειάζει το άμεσο και καθιστά τα ίδια τα βιώματά μας αμφισβητήσιμα. Με αφορμή την παράσταση της Τζένης Αργυρίου, Ανώνυμο, επιχειρούμε μια ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο η τέχνη στοχάζεται το παρόν έχοντας το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν.

Στην περίπτωση του Ανώνυμου ο χορός εκλαμβάνεται ως όχημα για τη διερεύνηση της σχέσης με το παρελθόν, αποδεικνύοντας πώς το παρόν, ήδη ανήσυχο, αναζητά κι αυτό με τη σειρά του ρίζες και ταυτότητα. Η πορεία που διαγράφεται, ωστόσο, ξεκινά από το απώτερο μέλλον, αυτό της τεχνολογικής επικράτειας και του «ψηφιακού ολοκληρωτισμού»: ο κόσμος είναι σκοτεινός και λείος, ένας δυνητικός χώρος όπου τα δεδομένα κυκλοφορούν αβίαστα. Ωστόσο, αντίστροφα προς την tabula rasa όπου τα πάντα εγγράφονται για πρώτη φορά αφήνοντας το ίχνος τους, το σκοτάδι παραπέμπει σε ένα παγκόσμιο αρχείο από το οποίο κάθε δεδομένο μπορεί να αναδυθεί το ίδιο εύκολα –από τη διαφήμιση για έναν εξωτικό προορισμό, μέχρι τα βήματα από έναν παραδοσιακό χορό της Φινλανδίας. Ζούμε, άλλωστε, στην εποχή της προσβασιμότητας. Η σκηνή γίνεται εν τέλει ένας χώρος μετωνυμικός και οι επτά χορευτές, σκοτεινοί ταξιδιώτες στα άδυτα μιας ιστορίας που αδυνατεί να βρει το τέλος και την αρχή των πραγμάτων, μετεωρίζονται στο παρόν.

Οι δράσεις είναι συνειδητά(;) αποσπασματικές, σύνολα και υποσύνολα μπαινοβγαίνουν σε γνώριμα κινησιολογικά μοτίβα ή φαίνεται να αναθεωρούν διαρκώς τον τρόπο που αυτά μπορούν να συνυπάρξουν σκηνικά. Ο μουσικός ρυθμός εναλλάσσεται με το ρυθμό της αναπνοής, ο χορός εν είδει ιστορικής διαδρομής, φτιαγμένος από μονοπάτια και βηματισμούς άλλων καιρών, άλλων πολιτισμών, άλλων ανθρώπων. Το Ανώνυμο μπορεί να θεωρηθεί ένα τελετουργικό ενθύμησης, κυρίως εικόνων αλλά και χαμένων εμπειριών, χωρίς να επιδιώκεται φανερά η ανασυγκρότηση εκείνου του «κοινοτικού σώματος» που επιτυγχάνεται μέσα σε λαϊκές καλλιτεχνικές εκφράσεις και παραδόσεις. Τα σώματα των επτά χορευτών, περισσότερο συνεπή με μια αποστασιοποιημένη και σύγχρονη προσέγγιση στην κίνηση, εκτελούν αλλά λιγότερο εκφράζουν, συνθέτουν αλλά λιγότερο επανατοποθετούν βιώματα και μνήμες στον παρόντα χρόνο. Τα όποια ίχνη προς ερμηνεία, μαρτυρούν όχι τόσο σχετικά με τον εαυτό τους και την προέλευσή τους, όσο σε σχέση με τον μηχανισμό που τα αξιοποιεί (ιδεολογικά και αισθητικά) για να παράγει νόημα στο τώρα.

Κάθε κινητική φράση, συμπυκνωμένη σε εύπεπτη διάρκεια, στην πραγματικότητα πειθαρχεί στις απαιτήσεις του σύγχρονου θεατή. Ακόμη και η προτεινόμενη «διονυσιακή» σκηνή –μεταξύ ποντιακής ρυθμικής μέθης και σύγχρονου κλάμπιγκ– έρχεται σχηματικά, σαν κάτι που έχει προαποφασιστεί και όχι ως απόρροια της κλιμάκωσης στη δράση. Αυτή η περιστασιακή αξιοποίηση τόσων μοτίβων, αφήνει μια αμφιβολία για την επιδραστικότητα των ίδιων των υλικών. Εκτός και αν ο τρόπος συνένωσής τους είναι εντελώς αλγοριθμικός, οπότε αναρωτιέται κανείς τι ρόλο έχουν όλα αυτά τα κινητικά υλικά αποπλαισιωμένα, δοσμένα σε ένα νέο περιβάλλον, όπου ούτε η γειτνίαση με τον θεατή είναι εφικτή (μιλάμε άλλωστε για μια συμβατική θεατρική σκηνή), ούτε επιδιώκεται η οργανική συνύπαρξη με τη μουσική. Το τελευταίο, μάλιστα, η απουσία δηλαδή φυσικού ήχου ικανού να οριοθετεί και να δίνει παλμό στο σκηνικό δρώμενο, εντείνει τον προβληματισμό για την ιστορική προοπτική μέσα στην οποία η χορογράφος επιθυμεί να τοποθετήσει το έργο της. Είναι οξύμωρο το ότι η έρευνα για την επανασύνδεση με τον Άλλο και την ανάγκη της σωματικής επαφής, δεν έλαβε υπόψη της τον τρόπο με τον οποίο η παρουσία μουσικών στην σκηνή θα μπορούσε να είχε συντονίσει και προωθήσει καλύτερα το εγχείρημα προς το ποθητό αποτέλεσμα.

Ακόμη και έτσι, το Ανώνυμο ως συλλογή χορευτικών «παραθεμάτων», είναι ένα έργο το οποίο ενώ στοχάζεται το παρόν, αγωνιά επίσης για προγνώσεις, αν όχι για δυσοίωνες προβλέψεις σχετικά με το τεχνολογικό μέλλον. Φοβάμαι ότι ο χρόνος στην περίπτωση αυτή λειτούργησε «ανάποδα», με αποτέλεσμα η παράσταση να καταλήξει εικόνα αυτού που στο μέλλον θα ήθελε να αποφύγει. Αποφορτισμένο από άμεσες αναφορές και συγγένειες με ζωντανά ιδιώματα, φέρνοντας σε σύγκρουση παρελθόν και μέλλον για να παράξει ένα εξίσου αβέβαιο παρόν, το έργο έμεινε εγκιβωτισμένο σε έναν δήθεν ουδέτερο χώρο, ναυαγισμένο στο βυθό των βιωμάτων και αναμνήσεων που θέλησε να επαναφέρει στο τώρα. Η προσήλωση σ’ ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, η προσπάθεια αποκατάστασης της επαφής με τις ρίζες και μ’ ένα προ-τεχνολογικό στάδιο, δημιουργεί τη ψευδαίσθηση, πώς ο χρόνος μπορεί να παγώσει, να αναχαιτιστεί –συμβολικά έστω- η πορεία του. Ωστόσο, ο χρόνος θα παραμένει ένα πρόβλημα απτό, ορατό και αναπόδραστο, όπως και το ερώτημα «πώς να τον κατοικήσουμε»; Ερώτημα που κάθε φορά επανέρχεται κι αναδιατυπώνεται επίμονα καθώς επιχειρούμε να αφουγκραστούμε το παρόν, να κάνουμε το παρελθόν να μας μιλήσει.

 


info: Το έργο Ανώνυμο της χορογράφου Τζένης Αργυρίου, παρουσιάστηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, 24 - 27 Μαίου 2018. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ