La Plaza: η άβυσσος της σκηνής κάτω από την επιφάνεια της ζωής

el_conde_de_torrefiel_la_plaza_site_02_photo_els_de_nil--2

Η παραστασιακή γλώσσα της καλλιτεχνικής ομάδας El Conte del Torrefiel στο έργο La Plaza, παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα: παρότι κειμενοκεντρική, δεν είναι αμιγώς θεατρική. Επίσης, παρότι χορογραφημένη, δεν μπορεί με κοινούς όρους, να συμπεριληφθεί στην κατηγορία του χορού. Η αρχική αυτή παρατήρηση, κάθε άλλο παρά στοχεύει να αποσαφηνίσει με όρους «καθαρότητας» τις γραμμές που διαχωρίζουν τα διάφορα καλλιτεχνικά πεδία. Μάλλον, επισημαίνει τη διαθεματικότητα και ρευστότητα της ιδιαίτερης αυτής σκηνικής γραφής, που ενώ συγγενεύει με το μετα-θεάτρο και τις δραματουργικές αναζητήσεις του, από την άλλη εγγράφεται στον κάθε θεατή επιβάλλοντας σταδιακά ένα είδος συνειδησιακής ροής και εσωτερικού ρυθμού.

Στο La Plaza η ομάδα επιχειρεί να θίξει ζητήματα συλλογικής μνήμης, ή μάλλον τους μηχανισμούς του συλλογικού φαντασιακού, που ακόμη και σε μια εποχή επάλληλων διαψεύσεων και ματαιώσεων, στρέφεται στην τέχνη προσδοκώντας να βρει έναν τρόπο διαφυγής από την πραγματικότητα. Σ’ αυτήν την οπτική, ειρωνική και αναμφίβολα ουτοπιστική, επαληθεύεται και η εμπορική σύλληψη του θεάματος ως αναπόσπαστου μέρους της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, του ψεύδους που έγινε πραγματικότητα: «Μέσα στον κόσμο που στην πραγματικότητα είναι αναποδογυρισμένος, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου» (Η κοινωνία του θεάματος). Με άξονα αυτήν την τεχνική της «αντι-μεταστροφής» (detournement), η παράσταση ξεκινά ως τέλος ενός άλλου, φανταστικού, παγκόσμιας εμβέλειας καλλιτεχνικού γεγονότος, το οποίο συνενώνει διαφορετικές πόλεις, διαφορετικούς ανθρώπους, διαφορετικές κουλτούρες. Εάν έχει μείνει κάποιο ουτοπικό αίτημα για μια βιωμένη παγκοσμιότητα, αυτό ίσως διαφυλάσσεται ακόμη στους κόλπους της τέχνης.

Ωστόσο, στην αναμονή αυτού του τόσο σημαντικού και συμβολικά επενδεδυμένου τέλους, φαίνεται να υποκρύπτεται και κάτι «αποκαλυπτικό». Η έλευσή του δεν θα σημάνει απλώς την ολοκλήρωση της παράστασης, αλλά θα φανερώσει την ωμή αλήθεια των πραγμάτων που τόσο επιδέξια καμουφλάρεται στη σκηνή, αυτή την επιφάνεια εγγραφής συλλογικών ονείρων και θεοτήτων. Σ’ αυτό το «καθαρτήριο» ταξίδι, οδηγός μας είναι το κείμενο που προβάλλεται στην οθόνη εν είδει εσωτερικού συλλογισμού. Μια σειρά από συνεχόμενες διακηρύξεις, οδυνηρές διαπιστώσεις, δυσοίωνες προβλέψεις, αλλά και ένα είδος αναστοχασμού, αυτοκριτικής που διαρκώς ασκείται στον θεατή μέσα από την χρήση του δεύτερου ενικού προσώπου. Αφηγητής είναι δυνητικά ο καθένας από εμάς, ή μάλλον η οθόνη λειτουργεί σαν επιφάνεια αντικατοπτρισμού, προβάλλοντας τις σκέψεις μας, προλαμβάνοντας τις θέσεις μας ή εκθέτοντας τις μύχιες αμφιβολίες μας. Είναι άλλωστε τόσο ψυχαναλυτική η μέθοδος που εφαρμόζεται μέσα από την επανάληψη του «Λες στον εαυτό σου», ώστε λειτουργεί σχεδόν διαγνωστικά, σαν κάποιος να διαβάζει τον ακανόνιστο συνειρμό που επιτελείται στα βάθη του νου.

Ενώ οι αρχικές εικόνες δημιουργούν προσωρινά την αίσθηση μιας παράστασης η οποία ρέπει επικίνδυνα προς τον διδακτισμό, χρησιμοποιώντας έναν νηφάλιο καταγγελτικό λόγο, στην πραγματικότητα ο ρυθμός των εναλλασσόμενων εικόνων σε συνδυασμό με το κείμενο, δημιουργούν μια δίνη συνηχήσεων που εντυπωσιάζει με την ευρύτητα της θεματικής της: η βία κατά των γυναικών, η ξενοφοβία και η απειλή ενός μελλοντικού «μουσουλμανικού ολοκαυτώματος», η χυδαία, αποπλανητική διάσταση του καπιταλισμού μέσα από το lifestyle, η πρόωρα ματαιωμένη νεότητα, η επέλαση των τουριστών και η σιωπηρή πολιτιστική βιομηχανία, σχέσεις ιεραρχημένες και δομές εξουσίας που αναπαράγουν την ίδια ιστορία, που ανανεώνουν, ξανά και ξανά, τις ίδιες ψευδαισθήσεις. «Τα πράγματα είναι απλά» -επαναλαμβάνει ειρωνικά ο αφηγητής ή φαίνεται να επαναλαμβάνει καθησυχαστικά ο θεατής προς τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για μια ακόμη παράσταση, μια ανώδυνη πραγμάτευση της ιστορίας και των δεινών της ανθρωπότητας.

Στην πραγματικότητα, το La Plaza είναι μια παράσταση αφιερωμένη στο ανθρώπινο είδος –όχι μέσα από ένα οικουμενικό πρίσμα που εξομοιώνει τις διαφορές, αλλά μέσα από παραστασιακές τεχνικές που δημιουργούν την αίσθηση, ότι μιλάμε πλέον για ένα είδος το οποίο κινείται ανεπίστρεπτα προς τον αφανισμό, προς την ανέξοδη αυτοκαταστροφή του. Τα πρόσωπα των ερμηνευτών είναι καλυμμένα κι αυτή η ανορθόδοξη «ανωνυμία» μας δίνει την ευκολία να κινηθούμε από το ειδικό στο γενικό πλάνο, από την μικρο-κλίμακα στην μάκρο-κλίμακα. Τα σκηνοθετημένα στιγμιότυπα στην σκηνή δεν συγχρονίζονται με το κείμενο• υπάρχει σκοπίμως ένας απο-προσανατολισμός που επιτρέπει στον θεατή να σαρώνει επιφανειακά το σκηνικό δρώμενο, ενώ επεξεργάζεται το κείμενο και να επιστρέφει στο περιεχόμενο της εικόνας λίγο μετά, αποσβολωμένος από τον τρόπο που κάποιες εικόνες έχουν ήδη καταστεί «τετριμμένες», ανίκανες να ακινητοποιήσουν τη σκέψη. Κάπως έτσι περάσαμε από τον «χειραφετημένο» στον «ειρωνικό» θεατή, στον επικοινωνιακό κορεσμό των εικόνων στην εποχή του μετα-ανθρωπισμού.

Και ενώ όλα τα παραπάνω ενδεχομένως θα μπορούσαν να στοχεύουν σε μια «μεσσιανικής» ρητορικής παράσταση, στην πραγματικότητα το La Plaza στέκεται σε μια ανυπέρβλητη, υπαρξιακού (και πολιτικού) τύπου, μελαγχολία. Οι μάζες βυθίζονται μέσα σε μια «εκστατική αδιαφορία» ή μέσα στην «πορνογραφία της πληροφορίας» -κατά τον Μπωντριγιάρ- ενώ ο κόσμος μάς αποπλανεί, σκηνοθετώντας γύρω μας την πραγματικότητα. Πόσες φορές μπορεί να μας αφυπνίσει η ίδια εικόνα ή μήπως τελικά αυτή η επανάληψη μας καταδικάζει σε μια υπνώττουσα κατάσταση; Φαίνεται πως η ομάδα επικαλείται έναν τρόπο συνάρθρωσης του πολιτικού με το αισθητικό, καταγγέλλοντας την επιφανειακότητα της τέχνης, ίσως και της ίδιας της ζωής, που εκδηλώνεται πλέον όλο και περισσότερο με όρους «αισθητικούς». Οι El Conte del Torrefiel μάς δίνουν το θάρρος να κοιτάξουμε την άβυσσο κάτω από την επιφάνεια της σκηνής και αντί για τον ίλιγγο, να αντικρίσουμε αυτό που τόσο επιδέξια η «πραγματικότητα» μάς έχει κάνει να αγνοήσουμε: είμαστε στην καρδιά της αβύσσου, στο βαθύ σκοτάδι, ακολουθώντας μια πορεία που –ως επί το πλείστον- μοιάζει αμετάκλητη.

 


info: Το έργο La Plaza της ομάδας El Conde de Torrefiel παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, 30/6 - 1/7 2018. Διαβάστε περισσότερα εδώ


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ