Pina Bausch (1940 - 2009)

pina-web

«Δεν μ’ενδιαφέρει τόσο ο τρόπος

που κινούνται οι άνθρωποι,

όσο αυτό που τους συγκινεί βαθιά.»

 

Η Φιλιππίνε, μετονομαζόμενη Πίνα Μπάους γεννήθηκε στο Σόλινγκεν της Γερμανίας το 1940. Γοητευμένη από το θέατρο ξεκίνησε χορό στη Σχολή Folkwang του Έσσεν υπό τη διεύθυνση του Κουρτ Γιος (Kurt Jooss), διακεκριμένου δασκάλου και χορογράφου του εξπρεσσιονιστικού χορού – κίνημα αρκετά διαδεμένο στη Γερμανία εκείνη την περίοδο. Το 1958 αποφοίτησε από τη συγκεκριμένη σχολή και με υποτροφία της γερμανικής πολιτείας πήγε στην Αμερική, στη Σχολή Τζούλλιαρντ, για να συνεχίσει τις σπουδές της. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα από τους Άντονυ Τιούντορ (Antony Tudor), Χοσέ Λιμόν (José Limon), Λουί Χόρστ (Louis Horst) κ.ά. Ήδη, από τον καιρό εκείνο, η Μπάους έδειχνε την προτίμησή της στο σχετικό με τη γερμανική παράδοση ιδίωμα του χορού, παρά στο ανερχόμενο ρεύμα του μινιμαλισμού. Καθοδηγούμενη από την παραπάνω εκλεκτική συγγένεια επέστρεψε στη Γερμανία το 1962, όπου εντάχθηκε ως σολίστ στο Μπαλέτο Folkwang,το οποίο διηύθυνε ο Γιος, ενώ συνέχισε τις τακτικές επισκέψεις της στις ΗΠΑ, προσκεκλημένη των ομάδων του Τιούντορ και Χόβινγκ αντίστοιχα. Το 1968, με την ενεργή συμπαράσταση του Ζαν Σεμπρόν (Jean Cébron) πραγματοποίησε την πρώτη της χορογραφία Fragment (σε μουσική Μπέλα Μπάρτοκ). Την επόμενη χρονιά ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Μπαλέτου Tanzstudio – όπως μετονομάστηκε το Μπαλέτο Folkwang – με το οποίο δημιούργησε για λογαριασμό της Όπερας του Βούπερταλ δύο έργα.

Το 1973, ύστερα από πρόσκληση του επικεφαλής της Όπερας του Βούπερταλ, ανέλαβε τη διεύθυνση του Μπαλέτου το οποίο μετεξελίχθηκε στο γνωστό ως τις μέρες μας Χοροθέατρο του Βούπερταλ. Στη γραμμή των μεταρρυθμίσεων που εισήγαγε ο Κουρτ Γιος τη δεκαετία του 1920, η Πίνα Μπάους αποτέλεσε την πρώτη χορεύτρια μοντέρνας παιδείας που χρήστηκε επικεφαλής ενός επίσημου θεάτρου στη μεταπολεμική Γερμανία. Από τις πρώτες χορογραφικές της απόπειρες, η Μπάους – παράλληλα με τις αναγνώσεις των μεγάλων κλασικών της μουσικής, Ιφιγένεια εν Ταύροις (1974) και Ορφέας και Ευρυδίκη (1975) – ξεκινά να πειραματίζεται αγνοώντας τις προσδοκίες, ή μάλλον, προκαλώντας τις αντιδράσεις του συντηρητικού κοινού της επαρχιακής πόλης του Βούπερταλ. Έτσι λοιπόν στο έργο της συμπεριλαμβάνονται στοιχεία «όχι αμιγώς χορευτικά» και η χορογραφία στο σύνολό της αποπνέει ένα πρωτόγνωρο θεατρικό ρεαλισμό με τον οποίο σκιαγραφείται η υπαρξιακή κατάσταση της ίδιας της χορογράφου, αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς Γερμανών που έχει μεγαλώσει υπό τη σκιά του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.

Παρά τις εντονότατες αρχικές αντιδράσεις του κοινού και της κριτικής, η Πίνα Μπάους δικαιώθηκε και από το 1980 και μετέπειτα το έργο της γίνεται ευρύτερα γνωστό στη Γαλλία και σταδιακά στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Τα έργα που συνετέλεσαν στη διάδοση του “φαινομένου Μπάους” ήταν κυρίως τα εμβληματικά Ιεροτελεστία της Άνοιξης (1975) σε μουσική Στραβίνσκυ και Blaubart (1977), σε μουσική Μπάρτοκ. Με το Café Muller (1978)- ορόσημο στην εργογραφία της - καθιέρωσε τη σύγχρονη αισθητική του θεάτρου και ανέδειξε τον πυρήνα των σχέσεων που αποτελούν το υλικό των παραστάσεών της. Οι διάλογοι με τους χορευτές της, με τους οποίους καλλιέργησε και διατήρησε μια μακροχρόνια σχέση, επιδεικνύουν τον τεράστιο σεβασμό της για την τέχνη του χορού και την άσβεστη επιθυμία της να συναναστρέφεται με ανθρώπους που αντιλαμβάνονται βαθιά γιατί και πώς χορεύουν.

Από το1986 μέχρι και το θανατό της (2009), το Χοροθέατρο του Βούπερταλ ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο δημιουργώντας κι από ένα νέο έργο για κάθε πόλη που επισκεπτόταν: Viktor στη Ρώμη, Palermo Palermo στη Σικελία, Tanzabend II στη Μαδρίτη, Ein Trauerspiel στη Βιέννη, Nur du στο Λος Άντζελες, Le Laveur de vitres στο Χονγκ Κονγκ, Masurca Fogo στη Λισαβόνα, O Dido στη Ρώμη, Wiesenland στη Βουδαπέστη, Agua στη Βραζιλία, Nefés στην Κωνσταντινούπολη κ.ο.κ.

Η Πίνα Μπάους έλαβε πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις στην πορεία της καριέρας της, χωρίς ωστόσο να παρεκκλίνει από τις απόψεις για το χορό. Η ίδια θεωρούσε την κίνηση ως τη «μόνη αληθινή γλώσσα», ένα πανανθρώπινο μέσο επικοινωνίας ικανό να εκφράσει όλο το εύρος των ανθρώπινων συναισθημάτων: θλίψη, φόβο, πάθος, οργή, χαρά –γεγονός που εξηγεί άλλωστε την ολοκληρωτική αφοσίωση της στην τέχνη του χορού. Τελικά, η Μπάους επέλεξε να τοποθετηθεί σε μια προοπτική ζωής τέτοια, που η άσκηση της τέχνης της αποτέλεσε το πιο αλάνθαστο μέσο για να ανακαλύψει την ουσία του πραγματικού.

Τάσος Κουκουτάς