Akram Khan [1974 - ]

ak-red-bg-h_8619-by-laurent-ziegler-web

(Ο Άκραμ Καν θα φιλοξενηθεί στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, τον Φεβρουάριο του 2018, με το έργο του Xenos).

Γεννημένος στο Λονδίνο το 1974 και με καταγωγή από το Μπαγκλαντές, ο Άκραμ Καν θεωρείται πλέον από τους διασημότερους βρετανούς χορογράφους της γενιάς του. Ξεκίνησε χορό στην ηλικία των επτά, μελετώντας κάθακ (το kathak είναι παραδοσιακό είδος χορού από τη βόρεια Ινδία) πλάι στο σπουδαίο δάσκαλο και χορευτή Sri Pratap Pawar. Πολύ γρήγορα όμως, και ενώ ακόμη σπούδαζε στην Ακαδημία Ινδικού Χορού, εμφανίστηκε στη σκηνή ερμηνεύοντας έναν από τους ρόλους στην παράσταση Mahabharata του Πήτερ Μπρουκ, με την οποία, στη συνέχεια, περιόδευσε ανά τον κόσμο τη διετία 1987-89. Ακολούθησαν σπουδές στο σύγχρονο χορό στο Πανεπιστήμιο De Montfort, αλλά και στο Nothern School of Contemporary Dance (όπου μελέτησε Martha Graham και Merce Cunningham) προκειμένου να βελτιώσει την τεχνική του ως χορευτής.

Ήδη από τη δεκαετία του ’90 έδειξε τα πρώτα δείγματα δουλειάς, κυριώς σε μορφή σόλο, ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στην παραδοσιακή φόρμα του κάθακ και το σύγχρονο κινητικό λεξιλόγιο. Ο ίδιος βέβαια έχει πει, ότι τα έργα αυτά ήταν «ογδόντα τοις εκατό κάθακ και είκοσι τοις εκατό μοντέρνος χορός». Τα πρωτόλεια του Καν τράβηξαν την προσοχή της χορευτικής κοινότητας και οδήγησαν αυτόματα σε γόνιμες επαφές με καταξιωμένους καλλιτέχνες του χώρου, όπως ο Jonathan Burrows, η βελγίδα χορογράφος Anne Teresa de Keersmaeker και το X-Group project –στο πλαίσιο του προγράμματος υποστήριξης νέων χορογράφων του PARTS. Τον Αύγουστο του 2000 ίδρυσε τη δική του ομάδα με την οποία ξεκίνησε μια ερευνητική και δημιουργική πορεία μέσα από συνεργασίες με καλλιτέχνες από διαφορετικά πεδία, όπως το θέατρο, ο κινηματογράφος, τα εικαστικά, αλλά και η λογοτεχνία.

Ως προσκεκλημένος χορογράφος και στη συνέχεια ως καλλιτεχνικός συνεργάτης του South Bank Centre παρουσίασε, μεταξύ άλλων, ένα ρεσιτάλ χορού με τους Pandit Birju Maharaj και Sri Pratap Pawar (τους γκουρού του παραδοσιακού κάθακ) αλλά και το A God of Small Tales, με ερμηνευτές γυναίκες ώριμης ηλικίας – για τις ανάγκες του τελευταίου μάλιστα εργάστηκε από κοινού με τον συγγραφέα Hanif Kureishi. Υπήρξε ο πρώτος μη-μουσικός στον οποίο προτάθηκε καλλιτεχνική συνεργασία με το South Bank Centre, σχέση που διατήρησε μέχρι το 2005, ενώ στη συνέχεια ανάλογη πρόταση του έγινε και από το Sadler’s Wells.

Το 2005 είναι σταθμός στην καριέρα του Άκραμ Καν, καθώς σηματοδοτεί μια σειρά από συνεργασίες με ομάδες χορού και καλλιτέχνες παγκόσμιας εμβέλειας. Την αρχή κάνει με το Zero degrees, το οποίο συνυπογράφει με τους Sidi Larbi Cherkaoui, Antony Gormley και Nitin Sawhney. Το 2006 κάνει πρεμιέρα στο Sadler’s Wells το Sacred Monsters με τη Συλβί Γκιλλέμ, ενώ το 2008 στο Εθνικό Θέατρο της Μεγάλης Βρετανίας το πολυαναμενόμενο In-I, μια παραγωγή “πολλών αστέρων”, μεταξύ αυτών ο ίδιος ο χορογράφος και η βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός Ζυλιέτ Μπινός, ο εικαστικός καλλιτέχνης Anish Kapoor, αλλά και ο μουσικοσυνθέτης Philip Sheppard. Στη συνέχεια το έργο Bahok με το Εθνικό Μπαλέτο της Κίνας (Ιανουάριος 2008), το οποίο συν-χορογραφεί με τον Lin Hwai Min, καλλιτεχνικό διευθυντή του χοροθεάτρου Cloud Gate, της Τάιπεϊ. Είναι αξιοσημείωτο ότι μέχρι και το 2008 ο χορογράφος εμφανίζεται και ως ερμηνευτής στα περισσότερα από τα έργα του.  

Ο Άκραμ Καν, πέρα από τις δικές του δημιουργίες, συμμετέχει σε διάφορα καλλιτεχνικά projects, είτε πρόκειται για την Kylie Minogue -υπογράφοντας μέρος των χορογραφιών της διεθνούς περιόδειας Showgirl- είτε πρόκειται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012 στο Λονδίνο –χορογραφίες του παρουσιάστηκαν σε μέρος της τελετής έναρξης των αγώνων.

Έχει τιμηθεί με τα βραβεία Jerwood Foundation Choreography Award (2000), ‘Outstanding Newcomer to Dance Award’ και ‘Best Modern Choreography’ από την Ένωση Κριτικών Χορού (2000 και 2002 αντίστοιχα), ‘Outstanding Male (modern) Artist’ (2005), ‘Excellence in International Dance’ award (2007) από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου, ενώ έχει προταθεί για το βραβείο Νιζίνσκυ ως «πρωτοεμφανιζόμενος» καλλιτέχνης στο χορό. To 2006, μαζί με τους Sidi Larbi Cherkaoui, Antony Gormley και Nitin Sawhney, προτάθηκε για το Laurence Olivier Award στην κατηγορία Best New Dance Production.

ΤΟ ΥΦΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΟΓΡΑΦΟΥ

Η συνύπαρξη του παραδοσιακού κάθακ με το σύγχρονο λεξιλόγιο δεν ήταν εύκολη• πέρα από τις εμφανώς πολιτιστικές διαφορές οι οποίες οφείλονται στις διαφορετικές παραδόσεις, ο Καν κατάφερε να δημιουργήσει μια κίνηση καθαρά ιδιοσυγκρασιακή, η οποία συνδυάζει το σύγχρονο με το παραδοσιακό. Αφαίρεσε από το κάθακ όλα τα στοιχεία που του προσδίδουν έναν εξωτικό χαρακτήρα: το μιμικό χορό, την επικέντρωση του προσώπου, την έμφαση στις κινήσεις των ματιών, κτλ. Κράτησε ωστόσο ό,τι σχετίζεται με το ρυθμό, την περιστροφικότητα του σώματος, τις σύντομες πυκνές σε κίνηση φράσεις, σαν ο χορός να προσιδιάζει σ’ένα είδος διαλόγου με τη μουσική. Το στυλ του λοιπόν χαρακτηρίζεται από το σύνθετο, γρήγορο και ρυθμικό συνδυασμό βημάτων, με εύπλαστες κινήσεις χεριών και ακροδακτύλων –σύνηθες και στον ινδικό παραδοσιακό χορό– ωστόσο, με μια ελευθερία στην κίνηση του κορμού – εν αντιθέσει με το κάθακ, όπου ο κορμός κινείται κυρίως πλευρικά ώστε να τονίζεται ο βηματισμός, οι χειρονομίες και το βλέμμα του χορευτή. Ο ίδιος όταν ερμηνεύει, μοιάζει να βρίσκεται σε μια εκρηκτική ετοιμότητα από την οποία μπορεί να περάσει με την ίδια ευκολία στην πλήρη ακινησία, ή να διανύσει τη σκηνή με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Από το κάθακ προέρχεται επίσης η συχνή χρήση του λόγου στα έργα του, γεγονός που εξυπηρετεί συχνά την αφηγηματικότητα, ή τη δημιουργία ενός πλαισίου εξέλιξης της σκηνικής δράσης βάσει της αφηγούμενης ιστορίας.

Ο Καν υποστηρίζει, ότι δεν υπάρχει γι’αυτόν η έννοια του αφηρημένου όταν χορεύει. Πράγματι, τα έργα του μπορεί να ξεκινούν με μια ιστορία, αλλά στη συνέχεια η ιστορία αυτή μεταφράζεται περισσότερο σε ατμόσφαιρα και λιγότερο σε δράση με καθαρά αφηγηματικό χαρακτήρα. Στην ατμόσφαιρα συμβάλλει σαφώς και η μουσική. Ο ίδιος λέει πώς η κίνηση και ο ρυθμός είναι αδιαχώριστα στοιχεία: “όταν δεν καταλαβαίνεις τη μουσική, τότε δεν μπορείς να καταλάβεις την κίνηση”. Το κινητικό λεξιλόγιο στο κάθακ προέρχεται από τα παραδοσιακά τύμπανα σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί την απεικόνιση του ρυθμού, του παλμού που παράγουν τα κρουστά.

Ο Καν αναγνωρίζει το γεγονός ότι οφείλει την ύπαρξή του ως χορευτής στην παράδοση του κάθακ. Αυτό όχι μόνο γιατί του προσέφερε ένα κινητικό λεξιλόγιο από το οποίο μπορεί να αντλεί στοιχεία για τις δικές του δημιούργιες, αλλά και γιατί του έδωσε μια συνολική εκπαίδευση για τη ζωή, η οποία συνδέεται άρρηκτα με την τέχνη. Ο ίδιος ξεκίνησε από το κάθακ, πέρασε στο σύγχρονο χορό, αλλά δεν ξεπέρασε το κάθακ. Απεναντίας επέστρεψε σ’αυτό με το δικό του τρόπο στην προσπάθειά του να διυλίσει τα στοιχεία του σύγχρονου στην παράδοση. Αυτή η “εμπροσθοδρομική” επιστροφή στις ρίζες θα μπορούσε να συνοψιστεί ωραία στα λόγια του βουδιστή Τσινγκ Γιουάν: Πριν μελετήσω το ζεν, επί τριάντα χρόνια, έβλεπα τα βουνά ως βουνά και τα ποτάμια ως ποτάμια. Όταν απέκτησα μια πιο εσωτερική γνώση, έφτασα στο σημείο να καταλάβω ότι τα βουνά δεν είναι βουνά και ότι τα ποτάμια δεν είναι ποτάμια. Όμως, τώρα που κατέχω την απόλυτη ουσία των πραγμάτων, είμαι γαλήνιος. Επειδή ακριβώς ξαναβλέπω τα βουνά ως βουνά και τα ποτάμια ως ποτάμια.

Τάσος Κουκουτάς